Σημαντικές εξελίξεις στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης του ρόλου της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης της ΝΑ Ευρώπης και ειδικότερα ως πύλης εισόδου για υγροποιημένο φυσικό αέριο που θα αεριοποιείται και θα διοχετεύεται στις χώρες της περιοχής μέσω του ελληνικού συστήματος αναμένονται μέσα στο έτος.
"Κλειδί" στο όλο ζήτημα αποτελεί η ενεργοποίηση του "κάθετου" διαδρόμου που ξεκινά από την Ελλάδα και καταλήγει στην Ουκρανία και ειδικότερα των τριών οδεύσεων (με αντίστοιχες αφετηρίες από τους σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου Ρεβυθούσας, Αλεξανδρούπολης και το σημείο σύνδεσης με τον ΤΑΡ).
Η τελευταία δημοπρασία που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο για τη δέσμευση χωρητικότητας στα συστήματα αγωγών που μεσολαβούν από την Ελλάδα μέχρι την Ουκρανία δεν προσέλκυσε ενδιαφέρον από προμηθευτές, γεγονός που αποδίδεται στις νομικές - ρυθμιστικές εκκρεμότητες στο πλαίσιο που διέπει τις εν λόγω οδούς εφοδιασμού. Οι δημοπρασίες που έπονται μέσα στη χρονιά θα αποτελέσουν κρίσιμα τεστ για την επίλυση των εκκρεμοτήτων αυτών από τις αρμόδιες υπηρεσίες στις Βρυξέλλες και την προσέλκυση επιχειρηματικού ενδιαφέροντος.
Το ζήτημα πάντως, όπως ανέφεραν αρμόδιες πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, συνδέεται άμεσα εκ των πραγμάτων με την δέσμευση της ΕΕ - στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ - για αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετρελαίου και προϊόντων πυρηνικής ενέργειας ύψους 750 δισ. δολαρίων ως το 2028.
Η επίτευξη του στόχου, όπως τόνιζαν, προϋποθέτει την πλήρη αξιοποίηση του κάθετου διαδρόμου. Γεγονός που σημαίνει ότι με την πάροδο του χρόνου, εφόσον δεν υπάρχει πρόοδος, είναι πιθανό να εκδηλωθεί παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη εξάλειψη των εκκρεμοτήτων.
Οι ίδιες πηγές ανέφεραν τέλος ότι σύντομα θα εκκινήσει η διαδικασία για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ προκειμένου να εξασφαλιστούν τα κεφάλαια που απαιτούνται για την χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος του Διαχειριστή. Πρόκειται για επενδύσεις άνω των 6 δισ. ευρώ ως το 2030 με επίκεντρο την ανάπτυξη διεθνών και εγχώριων διασυνδέσεων αλλά και τον εκσυγχρονισμό του δικτύου.
