Θρασύδειλοι περιπατητές και απόντες ηγέτες
Μ. Μωυσής

Θρασύδειλοι περιπατητές και απόντες ηγέτες

Είδα από δύο πλευρές το συμβάν με τους «θρασύδειλους περιπατητές» στη Θεσσαλονίκη, που στράφηκαν εναντίον Ισραηλινών επισκεπτών, επενδυτών και, εντέλει, της ίδιας της εβραϊκής παρουσίας στην πόλη, επιστρατεύοντας – μεταξύ άλλων – το αφήγημα ότι οι Ισραηλινοί ευθύνονται για την εκτόξευση των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων. Παράλληλα, φρόντισαν να κάνουν και το «κομμάτι» τους, παρελαύνοντας με τα μαυρο-καρπουζί μπλουζάκια τους σε σχηματισμό που παρέπεμπε σε επίδειξη δύναμης φασιστών.

Η μία πλευρά από την οποία το βλέπω είναι η εβραϊκή μου ταυτότητα. Δεν έχω να προσθέσω πολλά σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί από ανθρώπους πολύ πιο αρμόδιους από εμένα. Στην ομιλία μου για την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος τον περασμένο Ιανουάριο, είχα χρησιμοποιήσει το λογοπαίγνιο «Πότε Ξανά», θέλοντας να αναδείξω πως η έξαρση του αντισημιτισμού και της αντισημιτικής βίας απειλεί να στρεβλώσει το διαχρονικό μήνυμα του «Ποτέ Ξανά».

Η άλλη πλευρά είναι εκείνη του πολίτη της χώρας μου. Και ως πολίτης αισθάνομαι βαθιά απογοήτευση για την παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης και ηγεσίας που επέδειξαν όσοι κατέχουν δημόσιους και θεσμικούς ρόλους.

Μια μικρή ομάδα ανθρώπων αφέθηκε να εκδηλώσει δημόσια το μίσος της απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκαναν εκείνοι, αλλά τι δεν έκαναν όσοι είχαν ευθύνη να αντιδράσουν.

Εάν επέμβει η Δικαιοσύνη – κάτι που ήδη έγινε και μένει να φανεί με ποιο αποτέλεσμα – οι πολιτικοί θα αρκεστούν στο γνώριμο «εμπιστευόμαστε τη Δικαιοσύνη». Αν δεν υπήρχε δικαστική παρέμβαση, πιθανότατα θα περίμεναν να ξεχαστεί το περιστατικό. Όμως η πολιτική και θεσμική ηγεσία δεν εξαντλείται στη νομική αντιμετώπιση ενός γεγονότος. Οφείλει να δίνει έγκαιρα και καθαρά το ηθικό και πολιτικό στίγμα.

Αναφέρομαι σε εκείνους που βρίσκονται πάντοτε στην πρώτη σειρά των εκδηλώσεων για το Ολοκαύτωμα, που συμμετέχουν στην πορεία Μνήμης κάθε Μάρτιο, που θα δώσουν το «παρών» στα εγκαίνια του Μουσείου Ολοκαυτώματος και εκφωνούν πομπώδεις ομιλίες για τη σημασία της ιστορικής μνήμης. Στον δήμαρχο, στον περιφερειάρχη, στους βουλευτές. Όταν όμως η ίδια η πόλη δοκιμάζεται από μια δημόσια εκδήλωση αντισημιτικού εκφοβισμού, η φωνή τους απουσιάζει.

Αναφέρομαι επίσης σε όσους γνωρίζουν ελάχιστα την ιστορία της Θεσσαλονίκης και παρέμειναν στην καλύτερη περίπτωση αμέτοχοι όταν ο Γιάννης Μπουτάρης έδινε μάχη για την ανάδειξη της εβραϊκής ιστορίας της πόλης. Σε όσους εξακολουθούν, επί δεκαετίες, να αναβάλλουν την πλήρη απόδοση της Πλατείας Ελευθερίας στη μνήμη που της αξίζει.

Η ευθύνη, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στα πρόσωπα των τοπικών αρχών. Αφορά την εκκλησία, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους επιστημονικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς φορείς της πόλης. Αφορά και τα πολιτικά κόμματα, και κυρίως την κυβέρνηση, η οποία επενδύει στρατηγικά στις σχέσεις Ελλάδας–Ισραήλ, στον τουρισμό και στις επενδύσεις, χωρίς όμως να επιδεικνύει αποφασιστικότητα απέναντι σε περιστατικά όπως η πορεία των «θρασύδειλων περιπατητών» ή ο τραμπουκισμός Ισραηλινών επισκεπτών σε ελληνικά λιμάνια.

Η ηγεσία θεμελιώνεται στις αξίες και στις αρχές. Οι αρχές αυτές μεταφράζονται σε αποφάσεις και πράξεις, ακόμη και όταν συνεπάγονται πολιτικό κόστος. Ο ηγέτης δεν μπορεί ούτε πρέπει να πιστεύει ότι θα είναι αρεστός σε όλους. Η διαφωνία και η σύγκρουση, όταν υπηρετούν θεμελιώδεις αξίες, αποτελούν συστατικά στοιχεία της ηγεσίας.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η ηγεσία αξιολογείται καθημερινά. Ο πολιτικός ηγέτης δεν κρίνεται μόνο στις εκλογές, αλλά κυρίως στις στιγμές που καλείται να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Η επιλογή της απουσίας δεν είναι ένδειξη σύνεσης· είναι ένδειξη αδυναμίας. Και η αντίληψη ότι σωστή επιλογή είναι πάντοτε εκείνη με το μικρότερο πολιτικό ρίσκο αποδεικνύεται συχνά η πιο επικίνδυνη, γιατί θυσιάζει θεμελιώδεις αξίες στον βωμό της πρόσκαιρης διαχείρισης.

Η πορεία των «θρασύδειλων περιπατητών» και κυρίως όσα ακολούθησαν ανέδειξαν ένα σοβαρό έλλειμμα ηγεσίας σε όλα τα επίπεδα. Όσοι είχαν την ευθύνη να μιλήσουν επέλεξαν να μην το κάνουν, είτε από μικροπολιτικό υπολογισμό είτε από φόβο του πολιτικού κόστους. Προέταξαν τη μη δυσαρέσκεια συγκεκριμένων ομάδων αντί της υπεράσπισης αρχών. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά πράξη ηγεσίας. Συνιστά παραίτηση από αυτήν.

Με τη στάση τους απέφυγαν μια πρόσκαιρη σύγκρουση, αλλά δημιούργησαν ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Το μήνυμα που εκπέμφθηκε είναι ότι οργανωμένες ομάδες μπορούν να δοκιμάζουν τα όρια της δημοκρατικής ανοχής χωρίς άμεση αντίδραση. Και κάθε φορά που αυτό συμβαίνει, τα όρια μετακινούνται λίγο ακόμη.

Πάνω απ' όλα, όμως, αυτή η στάση στερείται ενσυναίσθησης. Δεν φαίνεται να απασχόλησε κανέναν πώς ένιωσε ο Εβραίος της Θεσσαλονίκης βλέποντας όλα αυτά να συμβαίνουν στην πόλη όπου η παρουσία της κοινότητας του μετρά αιώνες ιστορίας μέρος της οποίας ήταν και η απώλεια του 95% του πληθυσμού της.

Οι εκ των υστέρων καταδίκες, αν και όταν διατυπωθούν, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν πράξεις ηγεσίας. Η ηγεσία μετριέται στην πρωτοβουλία και στον κατάλληλο χρόνο. Το να μιλήσει κανείς όταν έχουν πλέον σταθμιστεί οι αντιδράσεις και έχουν περιοριστεί οι πολιτικοί κίνδυνοι δεν απαιτεί ιδιαίτερο θάρρος. Αυτό, πιθανότατα, θα μπορούσε να το κάνει και η τεχνητή νοημοσύνη.

Η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από όσους επιτίθενται ανοιχτά εναντίον της. Απειλείται και από όσους, ενώ κατέχουν θεσμική εξουσία και ηγετικούς ρόλους, επιλέγουν την εύκολη διαχείριση αντί της ευθύνης.

Και αυτό, τελικά, είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Όχι οι θρασύδειλοι περιπατητές. Εκείνοι υπήρχαν πάντοτε και θα υπάρχουν. Αυτό που δεν είναι ποτέ δεδομένο είναι αν απέναντί τους θα σταθούν πραγματικοί ηγέτες που θα προστατεύσουν τη Δημοκρατία μας.


* O Μίνος Μωυσής είναι πρώην Πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών.