Ιδιωτική εκπαίδευση: Όταν η προστασία γίνεται εγκλωβισμός

Ιδιωτική εκπαίδευση: Όταν η προστασία γίνεται εγκλωβισμός

Η μισθολογική και βαθμολογική σύνδεση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με τους εκπαιδευτικούς του Δημοσίου έχει ρίζες στη δεκαετία του 1950 και παγιώθηκε θεσμικά με το πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης που διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και σε γενικές γραμμές ισχύει ακόμα.

Με απλά λόγια προβλέπει ότι ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός δεν αντιμετωπίζεται από τον νόμο όπως ένας εργαζόμενος σε έναν συνηθισμένο ιδιωτικό οργανισμό. Δεν αμείβεται και δεν εξελίσσεται αποκλειστικά με βάση την ελεύθερη συμφωνία με το σχολείο, την απόδοσή του, την εμπειρία του, τη ζήτηση για την ειδικότητά του ή τις ανάγκες της αγοράς. Η βάση του μισθού, των συνθηκών εργασίας και της εξέλιξής του συνδέεται με ό,τι ισχύει στο Δημόσιο.

Αυτό σημαίνει κάτι που συχνά χάνεται πίσω από τη νομική ορολογία. Ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός έχει ως σημείο αναφοράς τις αποδοχές και τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου δημόσιου εκπαιδευτικού: εντάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια, εξελίσσεται με βάση τον χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις προβλεπόμενες αυξήσεις όπως διαμορφώνονται στο αντίστοιχο δημόσιο μισθολόγιο.

Παράλληλα, ακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, το σχολικό ημερολόγιο: Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαιρινές διακοπές και σχολικές αργίες. Έχει διδακτικό ωράριο από 16 έως 24 ώρες την εβδομάδα - όχι το συνηθισμένο 40-ωρο του ιδιωτικού τομέα. Η δε παραμονή στο σχολείο συνδέεται με το διδακτικό έργο και έχει ανώτατο όριο έξι ώρες ημερησίως και αυτό μόνο σε περίπτωση που του ανατεθούν εξωδιδακτικές εργασίες. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα ειδικό καθεστώς με σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα.

Με μια πρώτη ματιά, όλα αυτά μοιάζουν απολύτως ευνοϊκά για τον ιδιωτικό εκπαιδευτικό. Και πράγματι, παρέχουν ένα επίπεδο ασφάλειας που δεν υπάρχει στους περισσότερους εργασιακούς κλάδους. Όμως αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της εικόνας. Η άλλη είναι ότι το ίδιο καθεστώς που προστατεύει τον εκπαιδευτικό, τον εγκλωβίζει μισθολογικά. Διότι όταν η αμοιβή και η εξέλιξη είναι δεμένες με το Δημόσιο, περιορίζεται η δυνατότητα να λειτουργήσουν οι μηχανισμοί της ελεύθερης αγοράς: η επιβράβευση της ειδίκευσης, της εμπειρίας, της παιδαγωγικής ποιότητας, της ζήτησης και της προστιθέμενης αξίας που φέρνει ένας εκπαιδευτικός σε ένα σχολείο.

Σε άλλους κλάδους, ένας νέος επαγγελματίας βελτιώνει τη θέση του σταδιακά. Μαθαίνει, αποκτά δεξιότητες, αναλαμβάνει ευθύνη, γίνεται πιο πολύτιμος για έναν οργανισμό και μπορεί να διεκδικήσει καλύτερες αποδοχές είτε από τον ίδιο εργοδότη είτε μετακινούμενος σε άλλη θέση. Ένας μηχανικός, ένας προγραμματιστής, ένας οικονομικός αναλυτής ή ένα στέλεχος διοίκησης δεν περιμένει μια κρατική μισθολογική κλίμακα για να εξελιχθεί. Η αγορά, με όλα τα προβλήματά της, δίνει τη δυνατότητα στον ικανό και περιζήτητο επαγγελματία να διαπραγματευθεί την αξία του. Στην ιδιωτική εκπαίδευση, όμως, αυτή η δυνατότητα παραμένει περιορισμένη, ακριβώς επειδή το σύστημα είναι δεμένο με ένα δημόσιο μισθολογικό πρότυπο.

Το ακόμα πιο παράδοξο είναι άλλο: ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολαμβάνουν σημαντικά στοιχεία του καθεστώτος του Δημοσίου —μισθολογική βάση, σίγουρη εξέλιξη, σχολικό ημερολόγιο, διακοπές, αργίες, εκπαιδευτικό ωράριο— την ίδια στιγμή, το συνδικαλιστικό τους όργανο, η ΟΙΕΛΕ, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 2026  διεκδικεί να χρησιμοποιήσουν και τα εργαλεία του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή μια συλλογική σύμβαση εργασίας με πρόσθετες μισθολογικές παροχές. 

Η διεκδίκηση καλύτερων αμοιβών είναι απολύτως θεμιτή. Ως εκπρόσωποι των ιδιωτικών σχολείων, δεν έχουμε κανέναν λόγο να αρνηθούμε μια σοβαρή συζήτηση για το πώς η ιδιωτική εκπαίδευση μπορεί να γίνει πιο ελκυστικός επαγγελματικός χώρος για ικανούς εκπαιδευτικούς. Κάθε άλλο, αυτό είναι και προς το συμφέρον των σχολείων και προς το συμφέρον των μαθητών.

Όμως η συζήτηση πρέπει να γίνει με καθαρούς όρους. Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συλλογική διαπραγμάτευση όταν η μία πλευρά προσέρχεται σε αυτή έχοντας ήδη κατοχυρωμένη από τον νόμο τη μισθολογική βάση του Δημοσίου, το σχολικό ημερολόγιο του Δημοσίου και το εκπαιδευτικό ωράριο του Δημοσίου. Δεν υπάρχει ζήτημα άρνησης της διαπραγμάτευσης. Υπάρχει ζήτημα ισορροπίας. Η συλλογική σύμβαση έχει νόημα όταν οι κοινωνικοί εταίροι διαπραγματεύονται πραγματικά: με αφετηρία τις δυνατότητες του κλάδου, τις ανάγκες των εργαζομένων, τις συνθήκες της αγοράς, τη βιωσιμότητα των σχολείων και την ποιότητα της εκπαίδευσης.

Το πρόσφατο κύμα κινητικότητας προς το Δημόσιο έδωσε στην ΟΙΕΛΕ την ευκαιρία να παρουσιάσει τη φυγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών σχεδόν αποκλειστικά ως απόδειξη κακών συνθηκών στα ιδιωτικά σχολεία. Καλεί τους ιδιοκτήτες σε «συλλογική σύμβαση με όρους αξιοπρεπούς αμοιβής και εργασίας», ώστε «να ανακοπεί», όπως αναφέρει, το κύμα της «μεγάλης φυγής». Η ανάγνωση αυτή, όμως, είναι πλασματική. Η φυγή δεν οφείλεται στις συνθήκες εργασίας στα ιδιωτικά σχολεία όπως με λογικά άλματα παρουσιάζει η ΟΙΕΛΕ.

Οφείλεται κυρίως στην πρόσφατη αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, που επιτρέπει πλέον στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό να αξιοποιήσει την προϋπηρεσία του για μετάβαση στο Δημόσιο ακόμη και όταν αποχωρεί με παραίτηση. Σε συνδυασμό με το άνοιγμα των νέων πινάκων του ΑΣΕΠ, δημιουργήθηκε ένα πρόσκαιρο αλλά ισχυρό παράθυρο ευκαιρίας που σύντομα θα κλείσει – άρα όσοι ενδιαφέρονταν έτσι και αλλιώς να κάνουν την μετάβαση μέσα στην επόμενη πενταετία λογικά σπεύδουν να το εκμεταλλευτούν.

Εύλογα μπορεί εδώ να τεθεί το ερώτημα: γιατί τα ιδιωτικά σχολεία δεν δίνουν απλώς κάτι παραπάνω από αυτό που προβλέπει ο νόμος; Η απάντηση είναι ότι πολλά σχολεία, όταν θέλουν και όταν μπορούν, ήδη το κάνουν — με πρόσθετες αμοιβές, επιδόματα, bonus, παροχές, χρηματοδότηση επιμορφώσεων ή άλλες μορφές αναγνώρισης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να επιβληθεί οριζόντια και κλαδικά με τον ίδιο τρόπο για όλα τα σχολεία, ανεξάρτητα από το μέγεθος, τα οικονομικά τους δεδομένα, τη γεωγραφική τους θέση, τη στρατηγική τους και τη δυνατότητά τους να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους.

Πρέπει να παραμένει εργαλείο κάθε οργανισμού, ώστε να συνδέεται με πραγματικές ανάγκες, πραγματικές δυνατότητες και πραγματική προστιθέμενη αξία. Το σημερινό σύστημα της τεχνητής αντιστοίχισης σε μισθολογικά κλιμάκια δεν βοηθά σε αυτό. Αντί να δίνει χώρο για διαφοροποίηση, αξιολόγηση και κίνητρα, οδηγεί σε αυτόματες αυξήσεις με βάση κυρίως τον χρόνο υπηρεσίας. Έτσι, ένας εκπαιδευτικός θα λάβει μισθολογική εξέλιξη επειδή συμπλήρωσε τα απαιτούμενα χρόνια, ανεξάρτητα από το αν είναι εξαιρετικός ή μέτριος, αν καινοτομεί ή απλώς διεκπεραιώνει, αν προσθέτει ιδιαίτερη αξία στο σχολείο ή όχι. Αυτό δεν είναι υγιής αγορά εργασίας ούτε πραγματική αναγνώριση του καλού εκπαιδευτικού έργου.

Η ΟΙΕΛΕ δεν έχει επί της αρχής άδικο όταν θέτει ζήτημα μισθολογικών κινήτρων – αντίθετα, λέει κάτι που τα ιδιωτικά σχολεία ήδη κάνουν εδώ και χρόνια. Εκεί όπου κάνει λάθος είναι όταν προσπαθεί να το λύσει πάνω στο ίδιο παλιό υβριδικό πλαίσιο που δημιούργησε το πρόβλημα. Αν θέλουμε πραγματικά καλύτερους μισθούς, ουσιαστική επαγγελματική εξέλιξη και δυνατότητα επιβράβευσης των άξιων εκπαιδευτικών, πρέπει να ξεφύγουμε από τις αγκυλώσεις της δεκαετίας του 1950.

Η ιδιωτική εκπαίδευση δεν μπορεί να πατάει σε δύο βάρκες: να λειτουργεί μισή ως Δημόσιο και μισή ως αγορά, ανάλογα με το τι συμφέρει κάθε φορά. Χρειάζεται ένα καθαρό πλαίσιο ελεύθερης και υπεύθυνης διαπραγμάτευσης, στο οποίο οι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να διεκδικούν περισσότερα όχι επειδή απολαμβάνουν τις ίδιες παροχές με το Δημόσιο, αλλά επειδή παράγουν πραγματική αξία μέσα σε ένα σύγχρονο, απαιτητικό και ποιοτικό ιδιωτικό σχολείο.

Με απλά λόγια: θέλουμε υψηλότερες αμοιβές για τους άξιους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς; Ας ζητήσουμε από κοινού την κατάργηση του νόμου που μας εξομοιώνει με το Δημόσιο και πάμε σε συλλογικές διαπραγματεύσεις, όπως όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι της οικονομίας.


* O Παναγιώτης Καράμαλης είναι Δρ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών ΕΜΠ, Στέλεχος Ιδιωτικής Εκπαίδευσης