Τραμπ: Συμφωνία για τα πυρηνικά με τη Σαουδική Αραβία μόνο εάν το Ριάντ αναγνωρίσει το Ισραήλ
AP Photo / Saul Loeb
AP Photo / Saul Loeb
Reuters

Τραμπ: Συμφωνία για τα πυρηνικά με τη Σαουδική Αραβία μόνο εάν το Ριάντ αναγνωρίσει το Ισραήλ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε την Πέμπτη την εφαρμογή της συμφωνίας για την πυρηνική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία με την εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ και τις συμφωνίες του Αβραάμ — μια κίνηση την οποία το βασίλειο έχει μέχρι σήμερα αρνηθεί να πραγματοποιήσει.

Σύμφωνα με το Reuters, ο Τραμπ δήλωσε ότι η συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ μόνο εφόσον η Σαουδική Αραβία προσχωρήσει στις Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες συνήφθησαν με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ και βάσει των οποίων αρκετά αραβικά κράτη αποκατέστησαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ.

Η Σαουδική Αραβία απορρίπτει εδώ και χρόνια την ένταξή της στις Συμφωνίες του Αβραάμ, εάν δεν διαμορφωθεί προηγουμένως μια σαφής και αξιόπιστη προοπτική για την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.

Τι προβλέπει η συμφωνία ΗΠΑ - Σ. Αραβίας

Η συμφωνία, διάρκειας 30 ετών και εκτιμώμενης αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν κεντρικό ρόλο στην κατασκευή των πυρηνικών υποδομών του βασιλείου. Με τον τρόπο αυτό, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αποκλείσει από τη σαουδαραβική αγορά τη Ρωσία, την Κίνα και άλλους διεθνείς ανταγωνιστές.

Το πλέον αμφιλεγόμενο σημείο αφορά τη δυνατότητα κατασκευής μονάδας εμπλουτισμού ουρανίου εντός της Σαουδικής Αραβίας. Η σχετική απόφαση δεν θα ληφθεί άμεσα, αλλά θα προηγηθεί διετής κοινή μελέτη των δύο χωρών, η οποία θα εξετάσει εάν μια τέτοια εγκατάσταση είναι τεχνικά και οικονομικά αναγκαία.

Σε περίπτωση θετικής εισήγησης, η μονάδα θα κατασκευαστεί από αμερικανικές εταιρείες και θα λειτουργεί με ένα καθεστώς «μαύρου κουτιού», ώστε να μην αποκτήσει το Ριάντ πρόσβαση στην ευαίσθητη τεχνογνωσία του εμπλουτισμού. Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι με αυτό το μοντέλο θα μπορεί να ελέγχει τη χρήση του εμπλουτισμένου ουρανίου και να αποτρέπει την αξιοποίησή του για στρατιωτικούς σκοπούς.

Εάν, αντιθέτως, οι ΗΠΑ κρίνουν ότι δεν πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία, η Σαουδική Αραβία δεν θα μπορεί για μία δεκαετία να αναπτύξει αντίστοιχη δυνατότητα μόνη της ή σε συνεργασία με άλλη χώρα.

Η συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί από τον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ και τον Σαουδάραβα ομόλογό του, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν. Στη συνέχεια θα υποβληθεί στο Κογκρέσο, όπου θεωρείται βέβαιο ότι θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Τα «αγκάθια» της συμφωνίας

Παρά τις διαφωνίες, η ανατροπή της συμφωνίας θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Για να παρακαμφθεί ένα ενδεχόμενο προεδρικό βέτο θα απαιτηθεί πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία.

Οι υποστηρικτές της συμφωνίας εκτιμούν ότι η αμερικανική συμμετοχή αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή, καθώς θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να εποπτεύει το σαουδαραβικό πρόγραμμα και να περιορίσει τον κίνδυνο στρατιωτικής εκτροπής.

Παράλληλα, θεωρούν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να αναζωογονήσει την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, να ενισχύσει τη στρατηγική σχέση ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας και να εμποδίσει τη Μόσχα και το Πεκίνο να αποκτήσουν επιρροή σε έναν κρίσιμο ενεργειακό τομέα.

Μεγάλη ωφελημένη αναμένεται να είναι η Westinghouse Electric, η οποία διεκδικεί την κατασκευή αντιδραστήρων AP1000. Κάθε τέτοιος αντιδραστήρας μπορεί να παράγει περίπου 1.100 μεγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας, ποσότητα ικανή να καλύψει τις ανάγκες μιας μεσαίου μεγέθους πόλης ή ενός μεγάλου κέντρου δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στη διαφοροποίηση του ενεργειακού της μείγματος. Η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει την εγχώρια κατανάλωση πετρελαίου, επιτρέποντας στο βασίλειο να αυξήσει τις εξαγωγές και τα κρατικά του έσοδα.

Στον αντίποδα, οι επικριτές του deal φοβούνται ότι η σαουδαραβική επιλογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αλυσιδωτή αντίδραση, ωθώντας χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να επανεξετάσουν τη δική τους πυρηνική στρατηγική.

Στο επίκεντρο βρίσκεται επίσης το ζήτημα των διεθνών επιθεωρήσεων. Το Ριάντ έχει απορρίψει το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο» του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το οποίο προβλέπει αυστηρότερους και πιο διευρυμένους ελέγχους.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η διμερής συμφωνία θα διασφαλίζει επαρκή εποπτεία των εγκαταστάσεων που θα κατασκευαστούν με αμερικανική τεχνολογία. Οι επικριτές, όμως, προειδοποιούν ότι οι έλεγχοι ενδέχεται να μην επαρκούν για την παρακολούθηση πιθανών δραστηριοτήτων σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις.

Τι θα γίνει με τον εμπλουτισμό ουρανίου

Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη για εμπλουτισμό ουρανίου διαφοροποιεί τη συμφωνία από εκείνη που υπέγραψαν οι ΗΠΑ το 2009 με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, γειτονική χώρα της Σαουδικής Αραβίας. Βάσει της συμφωνίας εκείνης, τα ΗΑΕ δεν παράγουν δικό τους πυρηνικό καύσιμο και έχουν αποδεχθεί σειρά πρόσθετων περιορισμών.

Για τον λόγο αυτό, η νέα συμφωνία αναμένεται να προκαλέσει την ανησυχία οργανώσεων που δραστηριοποιούνται υπέρ της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων, βασικός στόχος των οποίων είναι να αποτραπεί η αύξηση του αριθμού των πυρηνικών οπλοστασίων παγκοσμίως.

Το πυρηνικό ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο της πολύμηνης σύγκρουσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν. Οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους επιτέθηκαν στο Ιράν τον Φεβρουάριο ήταν να εμποδίσουν την Τεχεράνη να αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο — κάτι που το Ιράν αρνείται ότι σχεδιάζει.

Ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, είχε δηλώσει στο CBS News το 2018 ότι η χώρα του δεν σχεδιάζει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Είχε προσθέσει, ωστόσο, ότι «χωρίς καμία αμφιβολία, εάν το Ιράν αναπτύξει πυρηνική βόμβα, θα ακολουθήσουμε το ίδιο παράδειγμα το συντομότερο δυνατό».