Τι θα συμβεί αν αποσταθεροποιηθεί η Αίγυπτος
Shutterstock
Shutterstock

Τι θα συμβεί αν αποσταθεροποιηθεί η Αίγυπτος

Η εικόνα της παρουσίας πέντε Ευρωπαίων ηγετών και της προέδρου της ΕΕ στο Κάιρο στις 17 Μαρτίου όπου παρουσιάστηκε ένα πολυετές σχέδιο στήριξης της Αιγύπτου ύψους 7,4 δισ. ευρώ, δημιουργούσε σε ορισμένους μια αίσθηση κατεπείγοντος.

Η γεωπολιτική σημασία της Αιγύπτου ως κοσμικού κράτους και πυλώνα του αμερικανοκεντρικού συστήματος περιφερειακής ασφάλειας που οικοδομήθηκε το 1978 με τη συμφωνία του Camp David, επιβεβαιώθηκε από τους κλυδωνισμούς τους οποίους προκάλεσαν οι αραβικές εξεγέρσεις της περιόδου 2011-2023 από την Τυνησία έως το Σουδάν.

Εάν είχαν επικρατήσει οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι στην Αίγυπτο μετά το 2013 η κατάσταση στην περιοχή θα είχε καταστεί από δραματική έως απελπιστική για την ΕΕ, την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ και σε ό,τι αφορά τη γιγάντωση της τουρκικής επιρροής και σε ό,τι αφορά την ανάγκη αντιμετώπισης μιας πιθανής προσφυγικής κρίσης που θα έκανε το κύμα της παράνομης μετανάστευσης που αντιμετωπίσαμε το 2015 να μοιάζει με σχολική τριήμερη εκδρομή.

Οι εξεγέρσεις αυτές αποσταθεροποίησαν δομικά τη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ, το Σουδάν και την Υεμένη, τον άμεσο δηλαδή γεωστρατηγικό περίγυρο της Αιγύπτου που βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα» έχοντας να αντιμετωπίσει παράλληλα στο εσωτερικό της -ιδίως μεταξύ 2013-2018- ένα ισλαμιστικά ανταρτικό στην επαρχία του Βορείου Σινά.

Υπό την άποψη αυτή, η Αίγυπτος του στρατηγού Σίσσι αποτέλεσε μια «όαση σταθερότητας» σε μια γεωπολιτικά τρικυμιώδη περιοχή ζωτικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενεργειακή τροφοδοσία της ΕΕ.

Τι είναι ωστόσο αυτό που κινητοποίησε την ΕΕ να προχωρήσει σε μια τόσο δημόσια δήλωση στήριξης; Η άμεση αιτία αυτής της κινητοποίησης σχετιζόταν με την αύξηση των προσφυγικών ροών που συρρέουν στην Αίγυπτο από το Σουδάν και το πολύ πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης εισροής Παλαιστινίων προσφύγων από τη Ράφα.

Ο πόλεμος της Γάζας και η πιθανή απρονοησία των Ισραηλινών να επιτεθούν στο Ράφα προκαλώντας τη μαζική έξοδο εκατομμυρίων Παλαιστινίων στο Σινά αποτελούν, ωστόσο, τον έναν από τους τρεις παράγοντες προβλημάτων αποσταθεροποίησης της πολυπληθέστερης χώρας του αραβικού κόσμου.

Εκτός από το γεγονός ότι η Αίγυπτος φιλοξενεί, σύμφωνα με στοιχεία του OHE 480.000 Σουδανούς πρόσφυγες μετά την πιο πρόσφατη έξαρση των σουδανικών εμφυλίων πολέμων τον Απρίλιο του 2023, «συγκρατεί» επίσης περίπου άλλα 6 εκατομμύρια πρόσφυγες, μετανάστες εργάτες και αιτούντες άσυλο από κυρίως τη Λιβύη, τη Συρία και την Υεμένη.

Κανείς, πλην ενδεχομένως ορισμένων υπερορθόδοξων κυβερνητικών εταίρων του κ. Νετανιάχου, δεν θα ήθελαν να δουν να προστίθενται σε αυτά τα 6 εκατομμύρια και μερικά ακόμη εκατομμύρια Παλαιστινίων προσφύγων. Η Αίγυπτος, μια χώρα άνω των 100 εκατομμυρίων κατοίκων, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να φιλοξενήσει εύκολα 1,2-1,5 Παλαιστίνιους πρόσφυγες χωρίς να φοβάται μια ανεπιθύμητη αλλαγή στην εθνοτική της ομοιογένεια, αλλά μια πιο προσεκτική ματιά στην εσωτερική της κατάσταση θα αποκάλυπτε μια διαφορετική εικόνα.

Οι περισσότεροι από τα 1,2-1,5 εκατομμύρια Παλαιστίνιους πρόσφυγες που θα έπρεπε να φιλοξενηθούν σε καταυλισμούς κατά μήκος των συνόρων της Γάζας στην έρημο του Σινά θα μετέβαλαν δραστικά την εθνοτική και πληθυσμιακή ισορροπία σε μια από τις πλέον φτωχές αιγυπτιακές επαρχίες.

Το βόρειο Σινά, όπου το ISIS ξεκίνησε μια εκστρατεία ανταρσίας μεταξύ 2013-2018, είναι η πιο αραιοκατοικημένη επαρχία της Αιγύπτου με μόλις 15 κατοίκους ανά Km2 ή συνολικό πληθυσμό 434.781 ατόμων, που αποτελείται κυρίως από φυλές Βεδουίνων.

Επομένως, μια εισροή ακόμη και μόνο 1,2 εκατομμυρίων εκτοπισμένων από τη Ράφα θα αυξήσει το σύνολο του πληθυσμού του Βόρειου Σινά τρεις φορές. Πέραν αυτού, εάν η Αίγυπτος αποδεχθεί την αρχή αυτής της μετακίνησης γιατί οι αριθμοί των εκτοπισθέντων να περιορισθούν μόνο στους απελπισμένους της Ράφα και να μην επεκταθεί στο σύνολο των Παλαιστινίων της Γάζας; Η πραγμάτωση ενός τέτοιου σεναρίου, αποτελεί εφιαλτικό ενδεχόμενο για τη σταθερότητα της Αιγύπτου.  

Ο δεύτερος παράγοντας προβλημάτων σχετίζεται με την τεράστια πίεση που ασκεί στην αιγυπτιακή οικονομία η εκτίναξη του κόστους των τιμών βασικών τροφίμων, κυρίως σιτηρών, για τα περίπου 105 εκατομμύρια Αιγυπτίων συνεπεία του ρωσοουκρανικού πολέμου. Η Αίγυπτος εισήγαγε περίπου 12 εκατομμύρια μετρικούς τόνους σίτου κάθε χρόνο από το 2017 έως το 2022, σύμφωνα με μια πρόσφατη εκτίμηση του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ.

Η έκθεση ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περίπου το 60% των εν λόγω εισαγωγών προερχόταν από τη Ρωσία και περισσότερο από το 22% από την Ουκρανία. Το δε αιγυπτιακό Υπουργείο Οικονομικών υπολόγισε ότι η χρηματοδότηση για επιδοτήσεις σε τρόφιμα, κυρίως ψωμί, αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 42% σε 127,7 δισ. αιγυπτιακές λίρες (4,1 δισ. δολάρια) το οικονομικό έτος που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2023.

Ο τρίτος λόγος αποσταθεροποίησης σχετίζεται με τα διαρθρωτικά προβλήματα της αιγυπτιακής οικονομίας που επιτάθηκαν από την απώλεια μετά τον Νοέμβριο του 2023 του 50% των εσόδων της χρήσης της διώρυγας του Σουέζ, συνεπεία των επιθέσεων των Χούθι στη νότια Ερυθρά Θάλασσα.

Τα προβλήματα αυτά σχετίζονται σύμφωνα με το ΔΝΤ με την υπερ-ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους στις αγορές για την προστασία του προνομιακού ρόλου κρατικών επιχειρήσεων, σημαντικό μέρος των οποίων ανήκει στις αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις, και έχουν μειώσει σωρευτικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ελκυστικότητά της ως επενδυτικού προορισμού.

Η υπόσχεση της Αιγύπτου να προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές που θα αποδυναμώσουν την κρατική παρέμβαση ξεκλείδωσε στις 6 Μαρτίου τη συμφωνία Αιγύπτου-ΔΝΤ επιτρέποντας στο Ταμείο σχεδόν να τριπλασιάσει τη δανειοδότησή του από 3 δολάρια σε 9,2 δισ. ευρώ.

Είναι ασαφές το κατά πόσο η εμμονή του ΔΝΤ σε ένα συγκεκριμένο «υπερφιλελεύθερο» μείγμα διαθρωτικών αλλαγών θα ωφελήσει μεσομακροπρόθεσμα μια οικονομία της οποίας ο πληθωρισμός τρέχει με 30%-40% και της οποίας το νόμισμα υποτιμήθηκε συνολικά τέσσερις φορές τα τελευταία δύο έτη, την πλέον πρόσφατη κατά 35% λίγες μόνο ώρες πριν ανακοινωθεί η συμφωνία ΔΝΤ-Καίρου.

Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά, η συνδρομή του ΔΝΤ και των συνδεόμενων με αυτήν 4 δισ. ευρώ της προαναφερθείσας ευρωπαϊκής βοήθειας, δεν θα προκαλέσουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το γεωπολιτικά επιδιωκόμενο.


* Ο δρ. Θεόδωρος Τσακίρης είναι Καθηγητής Γεωπολιτικής & Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας