Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ξεκαθάρισε ότι η Μόσχα δεν πρόκειται να μεταβάλει τους στρατιωτικούς της στόχους στην Ουκρανία, δηλώνοντας πως οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν έως την πλήρη κατάληψη των τεσσάρων ουκρανικών περιφερειών που η Ρωσία θεωρεί ότι έχουν προσαρτήσει, ενώ παράλληλα εμφανίστηκε έτοιμος να επαναλάβει τον διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες όταν η Ουάσιγκτον πάψει να είναι επικεντρωμένη στην κρίση με το Ιράν.
Σε συνέντευξή του στη ρωσική κρατική τηλεόραση, ο Πούτιν απέρριψε την πρόταση της Ουκρανίας για αμοιβαία αναστολή των επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς, υποστηρίζοντας ότι στόχος της είναι να μειωθεί η πίεση που δέχονται οι ουκρανικές δυνάμεις κατά μήκος του μετώπου των περίπου 1.250 χιλιομέτρων.
«Είναι σαφές γιατί γίνεται αυτή η πρόταση, επειδή τα δικά μας πλήγματα βαθιά στην ουκρανική επικράτεια είναι πολύ ισχυρότερα, έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο και, ειλικρινά, είναι πιο καταστροφικά», δήλωσε. Πρόσθεσε ακόμη ότι «δεδομένης της καταστροφικής έλλειψης προσωπικού στις ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις, προφανώς πιστεύουν πως αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη σωτηρία τους. Όμως η διάσωση του καθεστώτος του Κιέβου δεν αποτελεί μέρος των σχεδίων μας».
Ο Ρώσος πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι οι ουκρανικές επιθέσεις αποσκοπούν στην απόσπαση της προσοχής των ρωσικών δυνάμεων από τον βασικό τους στόχο, τον οποίο περιέγραψε ως την «πλήρη απελευθέρωση του Ντονμπάς και της Νοβοροσίγια», αναφερόμενος στις περιφέρειες Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα.
Αναφερόμενος στις επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον ενεργειακών υποδομών και της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, δήλωσε ότι απαιτείται σημαντική ενίσχυση της παραγωγής συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας. Υποστήριξε ακόμη ότι, παρά τις προσωρινές ελλείψεις καυσίμων σε ορισμένες περιοχές, η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο και ότι οι επιθέσεις «δεν επηρεάζουν την κατάσταση στην πρώτη γραμμή».
Παράλληλα, ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία «περιμένει» την άφιξη Αμερικανών αξιωματούχων στη Μόσχα μόλις ολοκληρωθεί η «θερμή φάση» της κρίσης γύρω από το Ιράν. «Περιμένουμε, μόλις τερματιστούν όλα τα γεγονότα, αφού ολοκληρωθεί η θερμή φάση ως προς τον ιρανικό φάκελο, την έλευση αντιπροσώπων της αμερικανικής κυβέρνησης με τους οποίους έχουμε ήδη συναντηθεί στη Μόσχα», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις «για όλες τις λεπτομέρειες».
Εκτίμησε επίσης ότι η προσοχή των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αποσπαστεί από τον πόλεμο στην Ουκρανία λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνόδου της G7 στη Γαλλία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Ρωσία «πρέπει να κλείσει συμφωνία» με την Ουκρανία, προειδοποιώντας πως διαφορετικά η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επαναφέρει κυρώσεις που είχαν ανασταλεί.
Ο Πούτιν επιβεβαίωσε ακόμη ότι στις περσινές συνομιλίες του με τον Τραμπ στην Αλάσκα δεν υπογράφηκε καμία συμφωνία, αλλά εξετάστηκαν αμερικανικές προτάσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης, οι οποίες περιλάμβαναν, όπως είπε, συμβιβασμούς και από τις δύο πλευρές. Τέλος, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο ο πρόεδρος της Λευκορωσίας, Αλεξάντρ Λουκασένκο, να διαδραματίσει ρόλο σε μελλοντικές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, την ώρα που ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ κατηγόρησε πρόσφατα την κυβέρνηση Τραμπ ότι έχει εγκαταλείψει τον ρόλο του αμερόληπτου μεσολαβητή και επιλέγει την κλιμάκωση της πίεσης και των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
