Με φόντο τον πόλεμο του Ιράν, αναπτύσσεται παράπλευρα μια διαρκώς κλιμακούμενη αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τους ευρωπαίους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, η οποία φυσικά έχει αρχίσει από έτους, με την επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά της Διοικήσεως Τραμπ. Ο πόλεμος δεν εξελίχθηκε, όπως είχε εκτιμηθεί από τις ΗΠΑ και έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που θα εντόπιζε αμέσως και ο πρωτοετής φοιτητής μιας στρατιωτικής σχολής, μόλις έβλεπε το χάρτη.
Οι επιπτώσεις αποδεικνύονται δραματικές σε παγκόσμιο επίπεδο, έτσι ο πρόεδρος Τραμπ εστράφη για συνδρομή στους συμμάχους του ΝΑΤΟ, τους οποίους απαξίωνε και απαξιώνει συστηματικά, για το άνοιγμά τους και την αποκατάσταση της διεθνούς ναυσιπλοΐας, σε συνδυασμό με την απαίτηση για γενικότερη υποστήριξη και παροχή διευκολύνσεων προς διεξαγωγή του πολέμου.
Οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν τη συνδρομή και συμμετοχή τους στον πόλεμο. Αυτό πυροδότησε μια συγχορδία απειλών, με αποκορύφωμα την ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ και λοιδοριών σε βάρος των ευρωπαίων, με πρωταγωνιστή τον πρόεδρο Τραμπ και ακολουθούντες καταπόδας τον υπουργό Εξωτερικών και τον υπουργό Πολέμου. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα, είχαν υποχρέωση το ΝΑΤΟ και τα ευρωπαϊκά μέλη του να ανταποκριθούν στην πρόσκληση του προέδρου Τραμπ για συμμετοχή στον πόλεμο;
Η πασίγνωστη ρήση του Clausewitz ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, αναμφισβήτητα πρέπει να είναι προ οφθαλμών κάθε πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη που εξετάζει την περίπτωση εμπλοκής της χώρας του σε πόλεμο. Όμως ενώ αυτή μοιάζει τόσο απλή και εύληπτη, αν προσεγγισθεί πιο συστηματικά κρύβει ένα τεράστιο βάθος. Ας σταθούμε μόνο στον όρο πολιτική, εύκολα ανακύπτουν αβίαστα μια σειρά από ερωτήματα όπως, ποια είναι αυτή, ποιος την αποφασίζει, ποιοι είναι οι στόχοι της, ποιοι την υποστηρίζουν και με τι μέσα και ποια είναι η τελική επιθυμητή κατάσταση η οποία θεωρείται ότι εκπληρώνει τους στόχους και διαμορφώνει συνθήκες ασφαλείας και σταθερότητας.
Όλα αυτά και άλλα πολλά συμποσούνται σε αυτό που λέγεται πολιτικός έλεγχος και στρατηγική διεύθυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι ΗΠΑ αποφάσισαν να επιτεθούν με τη συνδρομή του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ενώ ευρίσκονταν σε εξέλιξη συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο είναι ένα υπαρκτό στρατηγικό ζήτημα με παγκόσμια εμβέλεια, χωρίς ωστόσο αυτές να έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Είναι λοιπόν σαφώς ένας πόλεμος επιλογής, όπως λέγεται κατ’ ευφημισμό ή για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους ένας επιθετικός πόλεμος.
Οι πολιτικοί στόχοι της επιχειρήσεως είναι ολισθαίνοντες, ξεκίνησαν σαν την εξουδετέρωση του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν και προστεθήκαν η ανατροπή του καθεστώτος και η εξουδετέρωση των «αντιπροσώπων» του Ιράν στη Μ. Ανατολή, οι οποίοι προκαλούν αστάθεια, για να ακολουθήσει ο έλεγχος των υδρογονανθράκων του Ιράν και έπεται η συνέχεια. Όταν έκλεισαν (με οποίο τρόπο το αντιλαμβάνεται έκαστος), λόγω του πολέμου, τα Στενά του Ορμούζ, ο πολιτικός στόχος διολίσθησε στο άνοιγμα αυτών.
Όπως είναι αντιληπτό σε αυτό το πεδίο της κινουμένης πολιτικής και στρατηγικής άμμου δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί μια τελική κατάσταση η οποία θα χαρακτηρισθεί ως νικηφόρα και θα οδηγήσει στην ασφάλεια και σταθερότητα της περιοχής. Το ΝΑΤΟ ήταν φυσικά εκτός των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, της λήψεως αποφάσεως ενάρξεως αλλά και διαχειρίσεως του πολέμου και απλώς εκλήθη να συνδράμει όταν τα πράγματα έγιναν δύσκολα.
Σε ότι αφορά στην αιτούμενη από τις ΗΠΑ συμμετοχή του ΝΑΤΟ, στο άνοιγμα του Ορμούζ, εγείρεται το ερώτημα αν και πως αυτή τέθηκε. Η επίσημη διαδικασία είναι οι ΗΠΑ να ζητήσουν στο πλαίσιο του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου (North Atlantic Council –NAC) την συνδρομή της Συμμαχίας, ώστε να ενεργοποιηθούν οι σχετικοί μηχανισμοί, Άρθρο 4 (διαβουλεύσεις) ή Άρθρο 5 (συλλογική άμυνα) και να ληφθεί σχετική απόφαση.
Δυστυχώς η Διοίκηση Τραμπ δεν ακολούθησε τους επισήμους διαύλους, αλλά προέβαλε πολιτικές απαιτήσεις με μια σειρά από δημόσιες δηλώσεις, ακόμη και με απειλητική ή ταπεινωτική φρασεολογία και μέσω διμερών επαφών. Με τον τρόπο αυτό, σε καμία περίπτωση δεν έχει γίνει γνωστή μέχρι τώρα στο ΝΑΤΟ η προτεινόμενη στρατηγική των ΗΠΑ, για το άνοιγμα του Ορμούζ. Αφήνοντας κατά μέρος, τις προβλέψεις τις ιδρυτικής συνθήκης του ΝΑΤΟ περί ΟΗΕ, ο οποίος έχει παραγκωνισθεί εντελώς στην υπόθεση, άλλους περιορισμούς, αλλά και δηλώσεις του τύπου, δεν είναι δικός μας πόλεμος, το ΝΑΤΟ είναι αμυντική συμμαχία, δεν ενημερωθήκαμε, είναι εκτός Ευρω-ατλαντικής περιοχής κλπ και θεωρήσουμε ότι είχε επίσημα υποβληθεί το αίτημα και η απάντηση ήταν θετική.
Τότε το Συμβούλιο (NAC) έπρεπε να εκδώσει οδηγίες για τον πολιτικό έλεγχο και στην στρατηγική διεύθυνση των επιχειρήσεων ανοίγματος του Ορμούζ. Την ανωτάτη διεύθυνση των επιχειρήσεων θα αναλάμβανε SHAPE (Supreme Headquarters Allied Powers Europe – Ανώτατο Στρατηγείο Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης), που είναι το στρατηγείο της Συμμαχικής Διοικήσεως Επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ (έδρα Μονς Βέλγιο) και θα καθόριζε τα υφιστάμενα στρατηγεία του για να αναλάβουν τις ενέργειες επιχειρησιακού και τακτικού επίπεδου.
Η επιχείρηση ανοίγματος του Ορμούζ είναι μια καθαρά ναυτική επιχείρηση και ανεξάρτητη από αυτή του βομβαρδισμού του Ιράν; Αναμφισβήτητα όχι. Πρώτον η επιχείρηση θα ήταν διακλαδική καθώς θα περιελάμβανε χερσαίες (ειδικών επιχειρήσεων, ελαφρές χερσαίες δυνάμεις κτλ), ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, η δράση των οποίων θα έπρεπε να συντονιστεί με αυτές της επιχειρήσεως «Επική Οργή».
Δεύτερον, θα είχαμε ταυτοχρόνως δύο επιχειρήσεις στην ιδία περιοχή μια υπό την διοίκηση του SHAPE (ΝΑΤΟ) και η άλλη υπό την διοίκηση της US CENTCOM (Central Command – Κεντρική Διοίκηση) (έδρα Τάμπα Φλόριντα) με συμμετοχή και του Ισραήλ (η επιχείρηση είναι πλήρως εντεταγμένη σε αυτή των ΗΠΑ). Για να επιτευχθεί ο συντονισμός θα έπρεπε να τεθούν υπό κοινή διοίκηση οι δυνάμεις και να ενοποιηθούν οι επιχειρήσεις. Θα δέχονταν οι ΗΠΑ, αλλά και ο πρόεδρος Τραμπ ειδικότερα, οι επιχειρήσεις που έχουν αρχίσει εναντίον του Ιράν να τεθούν υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ και πως θα χωρούσε στο σύστημα διοικήσεως και ελέγχου και το Ισραήλ;
Προσοχή όταν αναφερόμαστε στο σύστημα διοικήσεως και ελέγχου, αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο το στρατιωτικό κομμάτι αλλά και τον πολιτικό έλεγχο και στρατηγική διεύθυνση των επιχειρήσεων, η οποία ενασκείται από το σύνολο των συμμετεχουσών χωρών. Προφανώς αυτό δεν θα ήταν λειτουργικό. Ας θεωρήσουμε ότι το ΝΑΤΟ θα εκχωρούσε τις δυνάμεις του υπό τον έλεγχο της CENTCOM, τότε στο πλαίσιο του πολιτικού ελέγχου θα έπρεπε να ενταχθούν και οι ευρωπαϊκές χώρες, εντός μιας ad hoc συμμαχίας.
Πρακτικά αυτό σημαίνει κοινή στρατηγική, κοινοί πολιτικοί στόχοι, κοινές οδηγίες διεξαγωγής και ένταξη των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ στο σύστημα λήψεως αποφάσεως και διευθύνσεως των επιχειρήσεων. Συνέπεια αυτού θα ήταν ότι δεν θα μπορεί ο πρόεδρος Τραμπ να προβαίνει καθημερινά σε αντικρουόμενες και διφορούμενες δηλώσεις οι οποίες στέλνουν αμφιλεγόμενα μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση. Με αποτέλεσμα ο πρόεδρος της Γαλλίας πολύ σωστά να επισημάνει: «Αν θέλεις να είσαι σοβαρός δεν λες κάθε ημέρα το αντίθετο από την προηγουμένη… Δεν πρόκειται για σώου. Μιλάμε για πόλεμο και ειρήνη και τις ζωές των ανθρώπων…». Θα ορισθεί εκπρόσωπος της ad hoc συμμαχίας, ο οποίος θα προβαίνει σε ενημερώσεις για την εξέλιξη των επιχειρήσεων και τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ενώ περιοδικά θα συνέρχεται το πολιτικό συμβούλιο για την αξιολόγηση της προόδου των επιχειρήσεων και επαναξιολόγηση των πολιτικών στόχων.
Με βάση αυτά γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η Διοίκηση και ο πρόεδρος Τραμπ, δεν είναι διατεθειμένοι να εκχωρήσουν ή να μοιραστούν την πρωτοκαθεδρία με οποιονδήποτε άλλον. Ως εκ τούτου δεν επιθυμούν την επίσημη ενεργοποίηση του ΝΑΤΟ, αλλά απλώς τη συμμετοχή ευρωπαϊκών δυνάμεων στον πόλεμο του Ιράν, υπό τον απόλυτο έλεγχο των ΗΠΑ, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα πως θα τις χρησιμοποιήσουν και χωρίς να μετέχουν οι συνεισφέρουσες ευρωπαϊκές χώρες στη λήψη αποφάσεως.
Επομένως, ο όλος θόρυβος που προκαλείται από τον Τραμπ και άλλους αμερικανούς αξιωματούχους, γύρω από το ΝΑΤΟ και τις ευρωπαϊκές χώρες του, είναι ανεδαφικός και αστήρικτος. Εδράζεται, σε στερεότυπα τα οποία έχουν δημιουργηθεί, για το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στους κύκλους που υποστηρίζουν τον Τραμπ, στην πορεία του προς το Λευκό Οίκο και είναι μάλλον περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση προκειμένου να δικαιολογηθεί πιθανή αποτυχία (ευθύνονται οι ευρωπαίο που δεν συνέδραμαν) αλλά και να καλυφθεί η στροφή προς τον πόλεμο, στο απομονωτικό ακροατήριό τους, χωρίς φυσικά να αποκλείονται και δραματικές εξελίξεις (αποχώρηση κτλ).
Το ΝΑΤΟ δεν έχει συμμετάσχει σε καμία διαδικασία λήψεως αποφάσεως, ούτε έχει τεθεί επίσημα στη Συμμαχία, από τις ΗΠΑ, αίτημα συμμετοχής του στον πόλεμο, ως εκ τούτου δεν έχει καμία υποχρέωση να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις του προέδρου Τραμπ. Οι ευρωπαίοι ηγέτες των χωρών του ΝΑΤΟ, αλλά και ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, αποδεικνύονται για μια ακόμη φορά κατώτεροι των περιστάσεων στον χειρισμό του προέδρου Τραμπ. Εμπλέκονται μαζί του σε έναν άγονο δημόσιο διάλογο ή προχωρούν σε άτυπες δεσμεύσεις (π.χ. άνοιγμα Ορμούζ μετά το τέλος του πολέμου), διακυβεύοντας το μέλλον του ΝΑΤΟ, αντί να τον καλέσουν να θέσει επίσημα το αίτημά του.
Τότε θα τεθούν όλοι μπροστά στα αμείλικτα ερωτήματα ποια είναι οι απειλή, ποια είναι η στρατηγική, ποιοι είναι πολιτικοί στόχοι, ποιο είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, στα οποία θα κληθούν να απαντήσουν και να τοποθετηθούν όλοι, προκειμένου να ληφθούν συλλογικές αποφάσεις στο πλαίσιο της Συμμαχίας. Δυστυχώς για τις ΗΠΑ αλλά και τον λεγόμενη Δύση, οι ΗΠΑ ευρίσκονται αυτή τη στιγμή με μια αλαζονική ηγεσία, η οποία ενεργεί παρορμητικά, η οποία υποτίμησε τους αντιπάλους, απαξίωσε και απαξιώνει συστηματικά τους συμμάχους της, δημιουργώντας μια κατάσταση τις οποίας οι επιπτώσεις θα είναι κομβικές στο παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας.
Πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους που εμπλέκονται σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, ειδικά σε παγκόσμιο αλλά και περιφερειακό επίπεδο, ότι μόνο οι θεσμικές διαδικασίες είναι αυτές που μπορούν να παραγάγουν ουσιαστικά αποτελέσματα και να δρομολογήσουν λύσεις για τα πολιτικά και στρατηγικά ζητήματα, ενώ οι επικοινωνιακές πομφόλυγες και οι διαξιφισμοί μόνο σε αδιέξοδα και αποτυχίες οδηγούν.
Το ΝΑΤΟ και οι ευρωπαϊκές χώρες αν αποφασίσουν με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε έκταση να συμμετάσχουν στον πόλεμο του Ιράν, αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο μέσα από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες και σε καμία περίπτωση κάτω από τις πιέσεις του προέδρου Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον πολιτικό έλεγχο και στη στρατηγική διεύθυνση των επιχειρήσεων, τα οποία αποτελούν την κορωνίδα της επιτυχίας ενός πολέμου.
* Ο Κωνσταντίνος Γκίνης είναι Στρατηγός ε.α. – Επίτιμος Α/ΓΕΣ
