Ο πόλεμος των drones στις αμερικανικές βάσεις
AP
AP
Ι. Παπαφλωράτος

Ο πόλεμος των drones στις αμερικανικές βάσεις

Συμπληρώθηκε ήδη ένας μήνας από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μ. Ανατολή. Αν και το ενδιαφέρον όλων έχει επικεντρωθεί στα τεκταινόμενα στην περιοχή, υπάρχουν και άλλες εξελίξεις που δεν απασχόλησαν ευρέως τα ΜΜΕ. Στο παρόν άρθρο, θα αναφερθούν ορισμένα γεγονότα σχετικά με τα μη επανδρωμένα αεροπορικά οχήματα (UAV’s ή πιο απλά «drones»), που καταδεικνύουν ότι ο πόλεμος έχει εισέλθει πια σε μία νέα φάση.

Άλλωστε, μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, έχουν αναφερθεί συχνά υπερπτήσεις drones άγνωστης εθνικότητας και προέλευσης πάνω από στρατιωτικές βάσεις αλλά και πόλεις στην κεντρική και τη δυτική Ευρώπη, ενώ είναι ευρέως γνωστόν ότι το Ιράν ειδικεύεται στην κατασκευή τέτοιων οπλικών συστημάτων, τα οποία έχει πωλήσει σε χώρες όπως η Ρωσία και η Βενεζουέλα.  

Στο διάστημα από 9 έως 15 Μαρτίου, drones άγνωστης εθνικότητας και προέλευσης φαίνεται ότι πέταξαν επανειλημμένως πάνω από την αεροπορική βάση Μπάρκσντεϊλ στη Λουϊζιάνα, δίχως να σημειωθεί κάποια δημοσιοποιημένη αντίδραση των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το γεγονός αυτό απεκάλυψε μία πρωτοφανή τρωτότητα στην αμερικανική αεράμυνα, σύμφωνα με αρκετούς αξιωματούχους στην Ουάσινγκτον.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Μπάρκσντεϊλ βρίσκεται το αρχηγείο της Air Force Global Strike Command (AFGSC), συχνά αναφερόμενης ως «America’s Shield» ή «Nation’s Shield», η οποία είναι υπεύθυνη για τους πυρηνικούς διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ΙCΒΜ) και τις δυνάμεις στρατηγικών βομβαρδιστικών των Η.Π.Α (των τύπων Β1, Β2 και Β52). Συν τοις άλλοις, η βάση αυτή είναι ο κεντρικός κόμβος επικοινωνιών και υλικοτεχνικής υποστήριξης για τον συντονισμό των προαναφερθεισών δυνάμεων, ενώ διοικητής της είναι ένας Στρατηγός τεσσάρων αστέρων, ο Στέφεν Λ. Ντέηβις.

Ένας Αμερικανός Σμηναγός δήλωσε ότι «η αεροπορική βάση Μπάρκσντεϊλ (σ.σ. AFGSC) εντόπισε πολλά μη εξουσιοδοτημένα drones να πετούν στον εναέριο χώρο μας κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της 9ης Μαρτίου». Επίσης, ένα εμπιστευτικό ενημερωτικό έγγραφο είδε το φως της δημοσιότητας. Αυτό έκανε λόγο για μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έφταναν κατά κύματα, εισέρχονταν και εξέρχονταν από το εναέριο χώρο της βάσης με τρόπο που θα μπορούσε να υποδηλώνει προσπάθειες «να αποφευχθεί ο εντοπισμός των χειριστών τους».

Υπήρχε δε η εκτίμηση οι τελευταίοι ενδεχομένως «δοκίμαζαν τις αντιδράσεις ασφαλείας» στη βάση. Τέλος, στο έγγραφο αναγραφόταν ότι «οι εισβολές drones στην Αεροπορική Βάση Μπάρκσντεϊλ αποτελούν σημαντική απειλή για τη δημόσια και εθνική ασφάλεια, καθώς απαιτούν το κλείσιμο της γραμμής πτήσεων, ενώ παράλληλα θέτουν σε κίνδυνο τα επανδρωμένα αεροσκάφη που βρίσκονται ήδη εν πτήσει στην περιοχή».

Η γενική εκτίμηση ήταν ότι δεν επρόκειτο για drones του εμπορίου αλλά για ειδικά κατασκευασμένα μοντέλα, που απαιτούσαν «προηγμένες γνώσεις» σχετικά με τη λειτουργία των σημάτων. Το γεγονός ότι τόσα πολλά drones μπόρεσαν να επιχειρήσουν πάνω από ένα κρίσιμο συγκρότημα δίχως να αναχαιτιστούν ή να καταρριφθούν και δη εν μέσω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προκάλεσε εύλογο προβληματισμό. Μάλιστα, φαίνεται ότι δεν ήταν η πρώτη φορά. Ένα παρόμοιο περιστατικό εικάζεται ότι έλαβε χώρα στο Λάνγκλεϋ της Βιρτζίνια, όπου βρίσκεται και το αρχηγείο της CIA, πριν από περίπου δύο χρόνια. Πάντως, πληροφορίες που έκαναν λόγο για διακοπή λειτουργίας της αεροπορικής βάσης Μπάρκσντεϊλ ουδέποτε επιβεβαιώθηκαν. 

Επιπλέον, το Πεντάγωνο παραδέχθηκε την παραβίαση της ασφάλειας της αεροπορικής βάσης MacDill Air Force Base, κοντά στην πόλη Tάμπα στην πολιτεία της Φλόριντα. Αυτό συνέβη από drones άγνωστης εθνικότητας και προέλευσης, όπως και στην περίπτωση στο Μπάρκσντεϊλ. Προς ασφάλεια της πρώτης αεροπορικής βάσης, εστάλησαν συστήματα αεράμυνας μικρής εμβέλειας, όπως τα AN/TWQ-1 Avenger. Αυτά είναι εις θέσιν να αντιμετωπίσουν πυραύλους κρουζ, drones, ακόμη και αεροσκάφη που πετούν σε πολύ χαμηλό υψόμετρο. Ο κύριος οπλισμός του συγκεκριμένου συστήματος είναι ο πύραυλος υπέρυθρης καθοδήγησης FIM-92 Stinger, ο οποίος έχει βεληνεκές έως και πέντε χιλιόμετρα. Επιπλέον, φέρει ένα δευτερεύον πολυβόλο 0.50FN M3P με 600 φυσίγγια.

Λίγες ημέρες αργότερα, ιρανικά drones φαίνεται ότι επεχείρησαν πάνω από την αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση «Victoria» στη Βαγδάτη, σύμφωνα με βίντεο που έδωσε στη δημοσιότητα η οργάνωση «Ιρανική Ισλαμική Αντίσταση». Το τελευταίο περιστατικό στο Ιράκ μπορεί να δικαιολογηθεί  μεσούντος του πολέμου αλλά σίγουρα αυτό δεν μπορεί να συμβεί με τις δύο άλλες προαναφερθείσες περιπτώσεις. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί το περιστατικό που απεκάλυψε η εφημερίδα The Washington Post και συνίσταται στον εντοπισμό drones πάνω από τη στρατιωτική βάση Fort Lesley J. McNair, γνωστή και ως Washington Arsenal, της Ουάσιγκτον, όπου διέμεναν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο συμπατριώτης του υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ. Το τελευταίο περιστατικό οδήγησε στη λήψη αυξημένων μέτρων ασφαλείας και στη διοργάνωση συσκέψεων στον Λευκό Οίκο για την αντιμετώπιση της απειλής.

Τα προαναφερθέντα γεγονότα καταδεικνύουν ότι πιθανότατα σημειώθηκε αιφνιδιασμός για την αντιμετώπιση των drones. Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν πως, ακόμη και αν υπήρχαν διαθέσιμες δυνατότητες αντι-UAS (Unmanned Aircraft System, δηλαδή μη επανδρωμένο εναέριο σύστημα) (C-UAS), η απόφαση χρήσης τους ήταν πιθανότατα περίπλοκη και σίγουρα υπήρχε ο φόβος για πιθανούς παράπλευρους τραυματισμούς σε στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες, καθώς και για την πρόκληση υλικών ζημιών από τα υπολείμματα των καταρριφθέντων drones. Σημειωτέον ότι ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο για ανεπιτυχή προσπάθεια παρεμβολών C-UAS.

Αρκετοί αξιωματικοί δήλωσαν ότι δεν εξεπλάγησαν, καθώς είχαν ζητήσει (και μάλιστα εγγράφως) μία γενική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο προστατεύεται το αμερικανικό μητροπολιτικό έδαφος. Είναι γνωστόν ότι η άμυνά του παραμένει σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη στην αποτροπή πυρηνικών απειλών, με τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων και βομβαρδιστικών αεροσκαφών.

Πριν από δεκαετίες, η Διοίκηση Αεροδιαστημικής Άμυνας της Βόρειας Αμερικής (NORAD) και η Βόρεια Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (NORTHCOM) οργανώθηκαν κυρίως για να αποτρέψουν μία στρατηγική επίθεση με τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής. Έως τότε, υπήρχε η εδραία πεποίθηση ότι οι δύο ωκεανοί (Ατλαντικός και Ειρηνικός) αποτελούσαν μία επαρκή προστασία έναντι εξωτερικών στρατηγικών απειλών. 

Μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την αξιοποίηση των UAS - συμπεριλαμβανομένων των μη επανδρωμένων αεροσκαφών στρατιωτικού τύπου και όπλων ακριβείας μεγάλης εμβέλειας, όπως πυραύλων κρουζ, βαλλιστικών και υπερηχητικών πυραύλων που εκτοξεύονται από το διάστημα, τον αέρα, την ξηρά, τη θάλασσα αλλά και υποθαλάσσια – η προαναφερθείσα πεποίθηση ασφαλείας έπαψε πλέον να ισχύει. Πολλοί φοβούνται ότι τα προαναφερθέντα περιστατικά δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά κατά τα φαινόμενα πρόδρομο μίας νέας εποχής στις πολεμικές επιχειρήσεις. 

Εν κατακλείδι, η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές στο σύγχρονο πεδίο της μάχης, επηρεάζοντας σημαντικά την ασφάλεια των ανθρώπων. Ο επιτιθέμενος δεν είναι ορατός (τις περισσότερες φορές) και βρίσκεται εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η υπεράσπιση «του πατρώου εδάφους» έχει γίνει πλέον για τις ένοπλες δυνάμεις όλων των κρατών μία πολύ πιο σύνθετη πρόκληση, απ’ ότι συνέβαινε στο πρόσφατο παρελθόν. Οι Αμερικανοί και οι υπόλοιποι Δυτικοί καλούνται να βρουν λύσεις σε πολλά και συνδυασμένα επίπεδα (νομικό, διπλωματικό, αστυνομικό, στρατιωτικό, ηλεκτρονικό κ.ο.κ.)  το ταχύτερο δυνατόν. 


*O Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Νομικός-Διεθνολόγος, καθηγητής στρατιωτικών σχολών.