Ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα
Shutterstock
Shutterstock

Ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα

O Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, ίσως και να αποτελεί τη μεγάλη πολιτική ελπίδα των Δημοκρατικών, οι οποίοι εναγωνίως αναζητούν ένα νέο ηγέτη που θα τους φέρει εκ νέου στον Λευκό Οίκο. Ο Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι εξελέγη στο αξίωμα του Δημάρχου του «Μεγάλου Μήλου», κουβαλώντας όλη την ατζέντα της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών. Και δεν έκρυψε ποτέ τις προθέσεις του, όσον αφορά την πολιτική του για τα ακίνητα.

Η πολιτική του για τα ακίνητα βασίζεται σε μια απλοϊκή, αλλά επικίνδυνη λογική. Να φορολογήσει τους ιδιοκτήτες ώστε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική στέγαση για όλους. Με την επιβολή δραστικών αυξήσεων στους φόρους των εμπορικών ακινήτων και των πολυτελών κατοικιών, η νέα δημοτική αρχή της Νέας Υόρκης προσπαθεί να εξαναγκάσει την αγορά να ενταχθεί σε ένα μοντέλο κεντρικού σχεδιασμού.

Όμως, η ελεύθερη αγορά έχει μια ιδιότητα που οι ιδεολόγοι συχνά παραβλέπουν. Και η ιδιότητα αυτή είναι ότι δεν αναγνωρίζει σύνορα. Ο επενδυτής σε μια ελεύθερη αγορά μπορεί να αλλάξει πόλη, πολιτεία, κράτος ή ακόμα και ήπειρο. Έτσι όταν ο Μαμντανί αυξάνει το κόστος κατοχής ακινήτων σε επίπεδα που καθιστούν την επένδυση σε οικιστικά ή εμπορικά projects ασύμφορη, δεν «τιμωρεί» απλά τους πλούσιους, οι οποίοι μπορούν να μετακινηθούν αλλού. Καταστρέφει το επενδυτικό οικοσύστημα. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Νέα Υόρκη είναι το τέλειο παράδειγμα του πώς ο κρατικός παρεμβατισμός στραγγαλίζει την προσφορά, οδηγώντας τελικά σε υψηλότερες τιμές για όλους και σε χειρότερη ποιότητα ζωής.

Η αντίδραση της αγοράς στη φορολογική λαίλαπα του Μαμντάνι ήταν ακαριαία και προβλέψιμη. Οι επιχειρηματίες, οι οποίοι λειτουργούν με βάση τον ορθολογισμό και το κέρδος, δεν κάθονται να περιμένουν τη δήμευση των περιουσιών τους.

Έτσι σε πρώτη φάση εκδηλώνεται ένα κύμα «μετανάστευσης του κεφαλαίου». Βλέπουμε δηλαδή μια μαζική έξοδο οικογενειακών γραφείων (family offices) και hedge funds προς τη Φλόριντα και το Τέξας. Όταν η φορολογία των ακινήτων στη Νέα Υόρκη αποκτά έναν τιμωρητικό χαρακτήρα και οι ιδιοκτήτες αποτελούν τη χρυσή κότα που παράγει φορολογικά αυγά, η απόδοση των επενδύσεων υποχωρεί αισθητά. Θέτοντας τις επενδύσεις εκτός των αρχικών πλάνων, προβλέψεων και κερδοφορίας. Γιατί ένας επιχειρηματίας να διατηρεί την έδρα του σε έναν ουρανοξύστη του Μανχάτταν για παράδειγμα, πληρώνοντας υπέρογκους φόρους για να χρηματοδοτεί τα προγράμματα του Δημάρχου, όταν μπορεί να έχει το ίδιο γραφείο με χαμηλότερο κόστος σε μια πολιτεία που διψάει για επενδύσεις;

Πού οδηγεί αυτή η πρώτη φάση; Στη δεύτερη κατά τη διάρκεια της οποίας καταγράφεται κάθετη πτώση των αξιών των ακινήτων και συνεπακόλουθα μείωση των δημοτικών εσόδων από φόρους και τέλη. Οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις έχουν οδηγήσει σε σημαντικές πωλήσεις. Οι τιμές των εμπορικών ακινήτων υποχωρούν, καθώς κανείς δεν θέλει να αγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο που συνοδεύεται από μια ατελείωτη φορολογική υποχρέωση.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η ίδια η φορολογική βάση της πόλης συρρικνώνεται. Ο Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι προσπαθεί να αποσπάσει ένα μεγαλύτερο κομμάτι από μια πίτα που μικραίνει καθημερινά. Ήδη ο επιχειρηματικός οργανισμός «Partnership of New York City» εκτιμά ότι η Νέα Υόρκη από τις μέχρι τώρα «αποχωρήσεις» θα χάνει έσοδα ύψους $168 εκατ. ανά έτος.

Σύντομα αναμένεται να κάνει την εμφάνιση της και η τρίτη φάση. Δηλαδή η εγκατάλειψη της συντήρησης των κτιρίων. Στην ελεύθερη οικονομία, το κίνητρο για τη βελτίωση ενός ακινήτου είναι η αύξηση της αξίας του και η αύξηση των προσόδων του. Υπό το καθεστώς Μαμντάμι, όπου κάθε αύξηση της αξίας οδηγεί σε άνοδο των καταβαλλόμενων φόρων, οι ιδιοκτήτες σταματούν να συντηρούν τα κτίριά τους. Η Νέα Υόρκη σε βάθος χρόνου θα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πόλη εγκαταλελειμμένων κτιρίων πολυτελείας και υποβαθμισμένων υποδομών.

Η ακραία και προκλητική ακτιβίστικη κίνηση του Δημάρχου της Νέας Υόρκης να βιντεοσκοπήσει μήνυμα κάτω από την κατοικία του Κεν Γκρίφφιν της Citadel, υπενθυμίζοντας την προεκλογική του δέσμευση να φορολογήσει τους πλούσιους, θορύβησε ακόμα περισσότερο το επενδυτικό οικοσύστημα.

Από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι και ηθικό. Ο Μαμνταμί αντιμετωπίζει τους ιδιοκτήτες ακινήτων ως ταμίες και χρηματοδότες της κοινωνικής του ατζέντας. Αυτό αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Κάθε δολάριο που «δημεύεται» μέσω της υπερφορολόγησης των ακινήτων είναι δολάριο που δεν επενδύεται σε νέες θέσεις εργασίας, σε καινοτόμες επιχειρήσεις ή στην ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Το μεγαλύτερο λάθος του Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι είναι η πεποίθηση του ότι η Νέα Υόρκη είναι αναντικατάστατη. Όμως σε έναν ψηφιακό κόσμο, η γεωγραφία έχει δευτερεύουσα σημασία. Και η αύρα της μητροπολιτικής πρωτεύουσας του κόσμου δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε ένα περιβάλλον εχθρικό προς το επιχειρείν.

Εκείνο που φαίνεται ότι δεν υπολόγισε ο Δήμαρχος της Νέα Υόρκης, είναι ότι οι επιχειρήσεις που αποχωρούν ή μεταφέρουν μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων τους αλλού, δεν παίρνουν μαζί τους μόνο τα έπιπλα των γραφείων τους και τον εξοπλισμό τους. Μαζί τους παίρνουν και το ανθρώπινο δυναμικό, τη φορολογία εισοδήματος των υπαλλήλων τους και την ισχυρή ζήτηση για τοπικές υπηρεσίες και για κατανάλωση. Οπότε η πολιτική του Δημάρχου είναι μια συνταγή καταστροφικής αποδυνάμωσης της Νέας Υόρκης.

Ίσως ο Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι να πιστεύει ότι χτίζει έναν σοσιαλιστικό παράδεισο πάνω στα θεμέλια του καπιταλισμού. Όμως, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, όταν εξαντλούνται τα «χρήματα των άλλων», όπου στην προκειμένη περίπτωση, των ιδιοκτητών και των επιχειρήσεων, το μόνο που απομένει είναι η παρακμή. Η ελεύθερη οικονομία δεν είναι προαιρετική για μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη.

Είναι το ίδιο το οξυγόνο της. Και αυτή τη στιγμή, ο Δήμαρχος έχει βάλει την πόλη σε μια κατάσταση που θα οδηγήσει σε ασφυξία. Αν δεν υπάρξει άμεση αλλαγή πορείας, οι μόνες πωλήσεις ακινήτων που θα γίνονται στη Νέα Υόρκη θα είναι εκείνες των ανθρώπων που φεύγουν για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ. Τα φάντασμα της πόλης του Ντιτρόιτ, έχει επιστρέψει ήδη στο μυαλό πολλών επενδυτών του τομέα της οικιστικής ανάπτυξης.