Στο προηγούμενο άρθρο μου για τη θανατική ποινή στο Ισραήλ, παρουσίασα μια σειρά από χαλαχικές ενστάσεις (ενστάσεις βάση του εβραϊκού θρησκευτικού νόμου) απέναντι στη νομοθεσία που προωθεί η Κνεσέτ για την εκτέλεση καταδικασμένων ισλαμιστών τρομοκρατών. Η ανάλυση εκείνη στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στον γνωστό κανόνα της Μισνά (Μακότ 1:10) ότι ένα Σανχεντρίν (Ανώτατο Δικαστήριο) που εκτελούσε έναν Εβραίο μία φορά στα εβδομήντα χρόνια θεωρούνταν «αιματηρό». Το άρθρο προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις, και οφείλω – όχι μόνο για λόγους πνευματικής εντιμότητας αλλά και επειδή η ίδια η εβραϊκή παράδοση μάς υποχρεώνει σε διαλεκτική – να επιστρέψω στο ζήτημα από την αντίθετη γωνία.
Διότι η σοβαρότερη ένσταση που μου διατυπώθηκε, και την οποία θεωρώ απολύτως θεμιτή, είναι η εξής: ο κανόνας του Σανχεντρίν αφορά την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ Εβραίων. Δεν αφορά την αντιμετώπιση εξωτερικών εχθρών. Και είναι μια διάκριση που η Χαλαχά κάνει με σαφήνεια – μια διάκριση που, αν αγνοηθεί, οδηγεί σε σύγχυση κατηγοριών η οποία τελικά αδικεί και την παράδοσή μας και τα θύματα της τρομοκρατίας.
Δύο διαφορετικά νομικά σύμπαντα
Η εβραϊκή νομική παράδοση δεν είναι ένα ομοιογενές σώμα κανόνων που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε περίσταση. Αντιθέτως, διακρίνει αυστηρά μεταξύ δύο σφαιρών: της εσωτερικής δικαιοσύνης (דיני נפשות), δηλαδή της απονομής ποινικού δικαίου σε μέλη της κοινότητας, και του δικαίου του πολέμου και της εθνικής άμυνας (הלכות מלכים ומלחמות, κατά τη διατύπωση του Μαϊμωνίδη).
Όταν η Μισνά μιλά για το «αιματηρό» Σανχεντρίν, αναφέρεωται στην πρώτη σφαίρα. Πρόκειται για ένα εσωτερικό δικαστικό σύστημα με εξαιρετικά αυστηρές δικονομικές προϋποθέσεις: δύο αυτόπτες μάρτυρες, προηγούμενη προειδοποίηση του δράστη (התראה), αποκλεισμός των έμμεσων αποδείξεων. Οι ραβίνοι κατασκεύασαν εσκεμμένα ένα σύστημα τόσο απαιτητικό ώστε η εκτέλεση Εβραίου από εβραϊκό δικαστήριο να καταστεί στην πράξη σχεδόν αδύνατη. Και είχαν δίκιο να το κάνουν – για τους Εβραίους.
Όμως ο τρομοκράτης που εισβάλλει σε ένα κιμπούτς για να σφάξει οικογένειες, ο δολοφόνος της 7ης Οκτωβρίου, ο ισλαμιστής που πυροδοτεί ζώνη αυτοκτονίας σε λεωφορείο της Ιερουσαλήμ, δεν κρίνεται με τους κανόνες του Σανχεντρίν. Κρίνεται με τους κανόνες της εθνικής άμυνας – και αυτοί οι κανόνες είναι ριζικά διαφορετικοί.
Οι τρεις κατηγορίες εχθρών στην Αλαχά
Η ραβινική παράδοση κατατάσσει τους εχθρούς του εβραϊκού λαού σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη είναι ο Αμαλέκ, ο διαχρονικός εχθρός που επιτέθηκε στους Εβραίους κατά τη διάρκεια της Εξόδου από την Αίγυπτο, για τον οποίο η εντολή είναι ολοκληρωτική εξάλειψη της μνήμης του. Η δεύτερη είναι οι λαοί της Χαναάν, για τους οποίους ίσχυε επίσης η εντολή της εξόντωσης στο πλαίσιο της κατάκτησης της Γης.
Η τρίτη κατηγορία, και αυτή που μας ενδιαφέρει σήμερα, είναι αυτοί που έρχονται εναντίον μας για να μας βλάψουν, να μας αρπάξουν εδάφη ή να μας δολοφονήσουν. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν, αναμφισβήτητα, οι σύγχρονοι ισλαμιστές τρομοκράτες – η Χαμάς, η Ισλαμική Τζιχάντ, η Χεζμπολλάχ, οι Χούτι και κάθε ένοπλο μόρφωμα που έχει στο καταστατικό του τη γενοκτονία των Εβραίων.
Για αυτή την τρίτη κατηγορία, η Χαλαχά είναι ξεκάθαρη. Η θεμελιώδης αρχή διατυπώνεται στο Ταλμούδ (Μπεραχότ 58α, Σανχεντρίν 72α): «הבא להרגך השכם להרגו» – «Αυτός που έρχεται να σε σκοτώσει, σήκω και σκότωσέ τον εσύ πρώτος». Δεν πρόκειται απλώς για το δικαίωμα της αυτοάμυνας τη στιγμή της επίθεσης. Πρόκειται για την υποχρέωση της προληπτικής εξουδετέρωσης της απειλής. Η Χαλαχά δεν περιμένει το χτύπημα· επιβάλλει την πρόληψή του.
Η μαρτυρία της ιστορίας
Όσοι σήμερα διστάζουν να εφαρμόσουν θανατική ποινή σε καταδικασμένους τρομοκράτες οφείλουν να αναμετρηθούν με τη συντριπτική μαρτυρία της εβραϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας. Η εκτέλεση του Άντολφ Άιχμαν το 1962, μετά από δίκη υποδειγματική ως προς τις δικονομικές της εγγυήσεις, παραμένει η μοναδική δικαστική θανατική ποινή που έχει εκτελέσει το κράτος του Ισραήλ. Κανένας σοβαρός Εβραίος στοχαστής, θρησκευόμενος ή κοσμικός, δεν αμφισβήτησε τότε την ηθική και χαλαχική της ορθότητα.
Οι δίκες της Νυρεμβέργης, που οδήγησαν στην απαγχόνιση των κορυφαίων εγκληματιών του ναζιστικού καθεστώτος, δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ από τη ραβινική παράδοση ως ηθικό πρόβλημα. Αντιθέτως, θεωρήθηκαν εκπλήρωση μιας στοιχειώδους απαίτησης δικαιοσύνης. Και πέρα από τις επίσημες δίκες, στις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ομάδες επιζώντων Εβραίων αναγνώρισαν και εκτέλεσαν επί τόπου φρουρούς των SS που τους είχαν παραδώσει οι σύμμαχοι. Κανένας ραβίνος της εποχής δεν τους κατηγόρησε.
Η χαλαχική νομιμοποίηση είναι ακόμη παλαιότερη και βρίσκεται στο ιερότερό μας βιβλίο. Όταν ο Θεός διέταξε τον Μωυσή να εκδικηθεί τους Μηδιανίτες (Αριθμοί 31), δεν επρόκειτο για λαό που είχε δολοφονήσει Εβραίους με το ξίφος και με τα όπλα. Επρόκειτο για λαό που είχε παρασύρει τους Εβραίους στην ειδωλολατρία και την ηθική διαφθορά. Και όμως, η εντολή ήταν εκτέλεση. Πόσο μάλλον για όσους κυριολεκτικά δολοφονούν, βιάζουν, ακρωτηριάζουν και απαγάγουν τα παιδιά μας.
Η φωνή που λείπει από τη συζήτηση
Υπάρχει ένα στοιχείο σε όλες αυτές τις συζητήσεις το οποίο λείπει: η φωνή των ίδιων των θυμάτων. Των οικογενειών που έχασαν παιδιά στον ύπνο τους στις 7 Οκτωβρίου. Των γονιών που αναγνώρισαν τα κορίτσια τους μόνο από τα τατουάζ τους μετά τη Νόβα. Των συγγενών θυμάτων επιθέσεων αυτοκτονίας σε όλο το Κράτος του Ισραήλ.
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των οικογενειών – και μιλαώ καθώς έχω μιλήσει με συνεργάτες και φίλους στο Ισραήλ– υποστηρίζει τη θανατική ποινή για τους καταδικασμένους τρομοκράτες. Όχι από εκδικητικότητα. Από την απλή και βαθιά κατανόηση κατά την άποψή τους ότι το ισχύον σύστημα ως έχει έχει αποτύχει: τρομοκράτες με ισόβια καταδίκη ζούν σε συνθήκες θερέτρου στις ισραηλινές φυλακές, καταρτίζουν και προετοιμάζουν εκεί την επόμενη γενιά δολοφόνων, και εν τέλει απελευθερώνονται κατά εκατοντάδες σε ανταλλαγές αιχμαλώτων για να δολοφονήσουν εκ νέου. Πολλοί από τους εκτελεστές της 7ης Οκτωβρίου ήταν ακριβώς προϊόν αυτού του φαύλου κύκλου.
Όταν δυστυχώς επικαλέστηκα τη Μισνά στο προηγούμενο μου άρθρο για να πιστοποιήσω την εβραϊκότητα της αντίθεσής μου, όφειλα να σκεφτώ δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η επίκληση είναι θεολογικά εσφαλμένη, για τους λόγους που εξήγησα. Δεύτερον, ότι η ίδια του η τοποθέτηση γίνεται όπλο στα χέρια των χειρότερών μας εχθρών: «Ορίστε, ακόμη και θρησκευόμενοι περήφανοι Εβραίοι παραδέχονται ότι το Ισραήλ προδίδει την εβραϊκή ηθική».
Τα επόμενα βήματα για το Ισραήλ
Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, ποια είναι η ορθή πορεία; Νομίζω ότι το Ισραήλ οφείλει να προχωρήσει με τέσσερις παράλληλες κινήσεις.
Πρώτον, η νομοθετική ολοκλήρωση. Ο νόμος για τη θανατική ποινή σε καταδικασμένους τρομοκράτες πρέπει να ψηφιστεί ολοκληρωτικά με σαφή και περιορισμένο πεδίο εφαρμογής: αφορά αποκλειστικά πράξεις τρομοκρατίας με θύματα αμάχους, αφορά καταδίκες μετά από δίκη με τις πλήρεις δικονομικές εγγυήσεις του ισραηλινού δικαίου. Αυτό δεν είναι «βιβλικός νόμος»· είναι σύγχρονο ποινικό δίκαιο θεμελιωμένο σε χαλαχικά συμβατή λογική.
Δεύτερον, το τέλος του οικονομικού κινήτρου της δολοφονίας. Η Παλαιστινιακή Αρχή συνεχίζει να καταβάλλει συντάξεις σε φυλακισμένους τρομοκράτες και τις οικογένειές τους – την περιβόητη πολιτική «pay-for-slay». Όσο υπάρχει αυτή η δομή, η εξάλειψη του κινδύνου είναι μερική. Η θανατική ποινή αφαιρεί τόσο τον δράστη όσο και την οικονομική αλυσίδα που αναπαράγει νέους δράστες.
Τρίτον, ο τερματισμός των ασύμμετρων ανταλλαγών αιχμαλώτων. Κάθε ανταλλαγή τύπου «Γκιλάτ Σαλίτ» – όπου ένας Ισραηλινός όμηρος ανταλλάχθηκε με 1.027 φυλακισμένους, ένας από τους οποίους ήταν ο Γιαχία Σινουάρ – λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής δύναμης για τη Χαμάς. Η εφαρμοσμένη θανατική ποινή για τους πιο επικίνδυνους κρατουμένους εξαλείφει την «αξία ανταλλαγής» τους και αποκαθιστά τη στρατηγική ισορροπία.
Τέταρτον, και ίσως το σημαντικότερο, η ηθική αποκατάσταση του αφηγήματος. Το Ισραήλ έχει τόσα χρόνια δεχτεί την κατηγορία ότι παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ώστε ορισμένοι Ισραηλινοί έχουν εσωτερικεύσει την ενοχή για το ίδιο το δικαίωμα της επιβίωσής τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Η εκτέλεση ενός καταδικασμένου σφαγέα μετά από αδιάβλητη δίκη δεν είναι παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· είναι η αποκατάστασή τους – των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων του και των δυνητικών μελλοντικών θυμάτων του.
Η εβραϊκή παράδοση δεν είναι παραδοσιακά πασιφιστική, ούτε ποτέ ήταν. Είναι μια παράδοση που κατανοεί τη μοναδικότητα της ανθρώπινης ζωής τόσο βαθιά ώστε να δηλώνει, στη Μισνά Σανχεντρίν 4:5, ότι όποιος καταστρέφει μία ψυχή είναι σαν να καταστρέφει έναν ολόκληρο κόσμο. Ακριβώς γι' αυτό η ίδια παράδοση επιβάλλει την αφαίρεση της ζωής εκείνου που με σύστημα και προμελέτη καταστρέφει κόσμους.
Ο κανόνας του Σανχεντρίν περί των εβδομήντα ετών δεν συγκροτήθηκε για να προστατεύει τους εχθρούς του Ισραήλ από τις συνέπειες των πράξεών τους, αλλά για να λειτουργεί ως εσωτερικό φρένο απέναντι στην υπερβολή της εβραϊκής δικαιοσύνης εντός του ίδιου του εβραϊκού κόσμου. Η σύγχυση ανάμεσα στα δύο δεν είναι απλώς μία χαλαρή ερμηνευτική αστοχία· είναι, στην αυστηρότερη εκδοχή της, λανθασμένη ανάγνωση της ίδιας της χαλαχικής παράδοσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύω να αισθάνομαι κάποια επιφύλαξη, ακόμη και αμηχανία, απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή θανατικής ποινής. Σημαίνει όμως ότι, όταν επικαλούμαστε τον θρησκευτικό εβραϊκό νόμο, δηλαδή τη Χαλάχα, οφείλουμε να το κάνουμε με ακρίβεια: με τις σωστές διατάξεις, με τις σωστές ερμηνείες και με επίγνωση των ιστορικών και πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες αυτές αποκτούν νόημα, ιδίως όταν το ζήτημα αφορά την ασφάλεια και την αυτοάμυνα του μοναδικού εβραϊκού κράτους.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
