Η κλιμάκωση ως «όπλο» διαπραγμάτευσης για μια συμφωνία που δεν έρχεται
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
ΗΠΑ - Ιράν

Η κλιμάκωση ως «όπλο» διαπραγμάτευσης για μια συμφωνία που δεν έρχεται

Σε σύγκρουση χαμηλής έντασης, κινούμενη μεταξύ κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης, μεταφράζεται η εκεχειρία στη Μέση Ανατολή. Τα στρατιωτικά πλήγματα, οι απειλές και οι δημόσιες προειδοποιήσεις λειτουργούν πλέον ως μέρος μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας που καρκινοβατεί, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα - όπως εγκλωβισμένη παραμένει εδώ και περισσότερες από 100 ημέρες η διεθνής ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Νέα πλήγματα κατά του Ιράν προαναγγέλλει ο Ντόναλντ Τραμπ ενόσω συνεχίζονται οι παρασκηνιακές διπλωματικές κινήσεις· αβέβαιο πότε και πώς θα κλείσει το κεφάλαιο που άνοιξε την 28η Φεβρουαρίου.

Τριάντα οκτώ φορές έχει πει μέχρι στιγμής ο Τραμπ ότι επίκειται συμφωνία. Όμως η συμφωνία δεν «έρχεται», τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, η παγκόσμια οικονομία εξαντλεί αποθέματα και οι ενδιάμεσες στις ΗΠΑ πλησιάζουν. Αυτό που σε κάθε περίπτωση συζητείται δεν είναι ακόμη ειρήνη, αλλά ένα πλαίσιο παράτασης της εκεχειρίας που θα «ανοίξει» το Ορμούζ και θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να διαπραγματευθούν αργότερα τα πραγματικά δύσκολα ζητήματα: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου, τις κυρώσεις, τα «παγωμένα» ιρανικά κεφάλαια.

Στα Στενά του Ορμούζ επιδεικνύει τα «χαρτιά» της η νέα φρουρά του ιρανικού καθεστώτος, εξίσου ιδεολογικά ακραία με την προηγούμενη αλλά λιγότερη συγκρατημένη στη στρατηγική της, όπως αποτυπώθηκε στη στρατιωτική απάντηση έναντι του Ισραήλ για επιθέσεις εκτός ιρανικού εδάφους και στην ανοιχτή σύνδεση του μέλλοντος των διαπραγματεύσεων με τις εξελίξεις στον Λίβανο. Ο αποκλεισμός παρέλυσε και την ήδη σχεδόν ανύπαρκτη ιρανική οικονομία, απειλώντας τη βιωσιμότητα της πετρελαϊκής βιομηχανίας της και κύριας πηγής χρηματοδότησης του καθεστώτος, ωστόσο η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει την ανθεκτικότητα και τη δυνατότητα που «ανακάλυψε» να προκαλεί αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία σε πολιτικό κεφάλαιο για την επόμενη ημέρα.

Την ανταλλαγή πληγμάτων Ιράν και Ισραήλ με φόντο το μέτωπο του Λίβανου -όπου και υπήρξε προσωπική παρέμβαση Τραμπ για να μπει «φρένο» φοβούμενος εκτροχιασμό των έμμεσων διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη- διαδέχθηκε η στρατιωτική απάντηση των ίδιων των ΗΠΑ κατά ιρανικών στόχων μετά την κατάρριψη του ελικοπτέρου Apache κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Ακολούθησαν ιρανικά αντίποινα εναντίον αμερικανικών βάσεων στην περιοχή με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Apache χτυπήθηκε από ιρανικό drone. Ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν επρόκειτο για εσκεμμένη ενέργεια ή για περιστατικό που συνέβη στο πλαίσιο των αυξημένων στρατιωτικών δραστηριοτήτων στην περιοχή. Οι δύο χειριστές διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν σε ασφαλές σημείο από αμερικανικό μη επανδρωμένο θαλάσσιο μέσο. Αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό για τη συνέχεια. Η Ουάσινγκτον απάντησε μεν στρατιωτικά, αλλά με τρόπο που η CENTCOM περιέγραψε ως «αναλογικό» μιλώντας για «χτυπήματα αυτοάμυνας». Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν εγκαταστάσεις αεράμυνας, σταθμούς ελέγχου και ραντάρ κοντά στα Στενά του Ορμούζ, σε περιοχές της Τζασκ, της Σιρίκ και στο νησί Κεσμ. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες προφανώς δεν θα άφηναν αναπάντητη την απώλεια ενός στρατιωτικού μέσου, αλλά ταυτόχρονα δεν επιδίωκαν μια ενέργεια που θα καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση των συνομιλιών.

Η Τεχεράνη ανταπέδωσε σχεδόν άμεσα. Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων και βάσεων σε Ιορδανία, Μπαχρέιν και Κουβέιτ. Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι σχεδόν όλα τα εισερχόμενα βλήματα αναχαιτίστηκαν και ότι δεν υπήρξαν απώλειες. Παρ’ όλα αυτά, η ανταλλαγή αυτή θεωρείται η σοβαρότερη κλιμάκωση από την εκεχειρία της 8ης Απριλίου και υπενθύμισε πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία στην περιοχή, ενώ ενδέχεται να έπεται συνέχεια. 

Μετά τα αμερικανικά πλήγματα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Τεχεράνη «άργησε υπερβολικά να διαπραγματευθεί» και «θα πληρώσει το τίμημα», χωρίς να διευκρινίσει ποια ακριβώς θα είναι η επόμενη αμερικανική κίνηση. Υποστήριξε ότι το Ιράν έχει «ηττηθεί πλήρως» και κατηγόρησε την ηγεσία του ότι περιορίζεται σε δηλώσεις χωρίς να προχωρά στις αποφάσεις που απαιτούνται για την επίτευξη συμφωνίας. Οι τοποθετήσεις αυτές ήλθαν μόλις ένα 24ωρο μετά την (πολλοστή) διαβεβαίωση του ίδιου ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν στα «τελευταία στάδια» συμφωνίας. 

Λίγες ώρες αργότερα, νωρίς το απόγευμα ώρα ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε λέγοντας ενώπιον των δημοσιογράφων πως το Ιράν εμπαίζει τις ΗΠΑ και θα χτυπήσουν ξανά. «Τους χτυπήσαμε σκληρά χθες, θα τους χτυπήσουμε και σήμερα» ανέφερε, επαναλαμβάνοντας ότι η Τεχεράνη έχει μπροστά της μία «καλή συμφωνία» και πρέπει να την υπογράψει. Το Fox News, εν τω μεταξύ, είχε μεταδώσει επικαλούμενο συνομιλία με τον Τραμπ, ότι ο τελευταίος φέρεται να εξετάζει (ξανά) το ενδεχόμενο επιθέσεων εναντίον ενεργειακών υποδομών και γεφυρών στο Ιράν με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται ως προς το Διεθνές Δίκαιο.

Από την ιρανική πλευρά, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαεΐ, υποστήριξε ότι οι αμερικανικές επιθέσεις υπονομεύουν τη διπλωματική διαδικασία και ανακοίνωσε ότι η Τεχεράνη επανεξετάζει τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί μετά τις τελευταίες εξελίξεις. «Κάθε διπλωματική διαδικασία χρειάζεται ένα ελάχιστο σταθερό περιβάλλον», δήλωσε χθες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι συνομιλίες δεν διακόπτονται, αλλά εισέρχονται σε νέα φάση αβεβαιότητας.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, φάνηκε να επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτό το παράθυρο των συνομιλιών. Δήλωσε ότι ΗΠΑ και Ιράν πρέπει να εξέλθουν από την κατάσταση «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη». Επισήμανε ότι ο πόλεμος δεν εξυπηρετεί τα ιρανικά εθνικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα όμως ξεκαθάρισε ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να αποδεχθεί πιέσεις που, όπως είπε, θίγουν την αξιοπρέπεια ή την εθνική κυριαρχία. Περίπου στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. Απαντώντας στις απειλές Τραμπ, προειδοποίησε ότι οι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις που επιχειρούν κοντά στο ιρανικό έδαφος βρίσκονται διαρκώς εκτεθειμένες σε κινδύνους και ατυχήματα. «Προτιμούμε τη γλώσσα της διπλωματίας, αλλά γνωρίζουμε και άλλες γλώσσες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι καμία επίθεση δεν θα μείνει αναπάντητη. 

Καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί πως έχει συμφέρον από την επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Ο Τραμπ επιζητά μια συμφωνία που θα επιτρέψει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη διευθέτηση του ζητήματος των πυρηνικών, δίχως να βάλλεται από τα «γεράκια» εντός του ίδιου του Ρεπουμπλικανού Κόμματος για υπαναχώρηση. Η αμερικανική κοινή γνώμη τάσσεται συντριπτικά κατά του πολέμου και ο Λευκός Οίκος αναζητεί τρόπους αύξησης της πίεσης προς το Ιράν, απεμπλοκή και αφήγημα νίκης.

Από την άλλη πλευρά, η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι η επιβίωση του καθεστώτος, η δυνατότητα να επηρεάζει τη διεθνή ενεργειακή αγορά μέσω του Ορμούζ και η ικανότητα να διατηρεί πολλαπλά μέτωπα πίεσης στην περιοχή αποτελούν σημαντικά διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιμονή της Τεχεράνης να συνδέει τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο με όσα συμβαίνουν στον Λίβανο.

Για το Ιράν, η συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων εναντίον της Χεζμπολάχ δεν αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα αλλά μέρος της ίδιας εξίσωσης. Το μήνυμα προς την Ουάσινγκτον είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει συνολική διευθέτηση όσο το Ισραήλ συνεχίζει να επιχειρεί στον Λίβανο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ παρενέβη προσωπικά προκειμένου να αποτρέψει νέα μεγάλης κλίμακας ισραηλινή επιχείρηση στη Βηρυτό, ενώ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου απέρριψε δημοσίως οποιαδήποτε σύνδεση των δύο μετώπων.

Παρά τη στρατιωτική ένταση, οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν έχουν κλείσει. Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να συνομιλούν μέσω παρασκηνιακών καναλιών. Σύμφωνα με πληροφορίες του αμερικανικού Τύπου, οι επαφές μεταξύ του ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του Αμπάς Αραγτσί διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες περιορισμού της πρόσφατης κλιμάκωσης και στη συγκράτηση των επιθέσεων μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Αντιπροσωπεία μεσολαβητών από το Κατάρ βρισκόταν άλλωστε χθες στην Τεχεράνη για συνομιλίες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ρεπορτάζ των New York Times που υπογράφει ο Ντέιβιντ Σάνγκερ αναφέρει ότι οι διαπραγματεύσεις -πριν την τρέχουσα ένταση έστω- είχαν προχωρήσει αρκετά πέρα από το ζήτημα της εκεχειρίας ή του ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ και επικεντρώνονται σε τέσσερα κρίσιμα σημεία, σύμφωνα με Αερικανούς αξιωματούχους και διπλωματικές πηγές που έχουν ενημερωθεί για τις συνομιλίες.

Το πρώτο σημείο αφορά μακροχρόνια αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου. Η αμερικανική πλευρά ζητεί «πάγωμα» για 20 χρόνια, ενώ το Ιράν έχει αντιπροτείνει δέκα. Πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις εκτιμούν ότι αναζητείται συμβιβασμός γύρω στα 15 χρόνια. Το δεύτερο αφορά το υφιστάμενο απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την αραίωση ή καταστροφή του υπό διεθνή εποπτεία, ενώ η Τεχεράνη επιδιώκει να διατηρήσει τουλάχιστον τον τυπικό έλεγχο του πυρηνικού υλικού εντός της χώρας. Το ζήτημα θεωρείται κομβικό, καθώς αφορά και τους περίπου 11 τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου που εκτιμάται ότι διαθέτει σήμερα το Ιράν.

Το τρίτο ζήτημα αφορά το μέλλον των βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Νατάνζ, Φορντό και Ισφαχάν. Η αμερικανική πλευρά απαιτεί την πλήρη διάλυσή τους, ενώ η Τεχεράνη εμφανίζεται πρόθυμη να συζητήσει μόνο μερική αποσυναρμολόγηση, διατηρώντας τουλάχιστον μία εγκατάσταση σε λειτουργία. Και το τέταρτο αφορά την πρόσβαση των διεθνών επιθεωρητών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους οποτεδήποτε και οπουδήποτε κριθεί απαραίτητο, ακόμη και σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις που μέχρι σήμερα παραμένουν εκτός οποιουδήποτε ελέγχου.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα των NΥΤ, οι τέσσερις αυτοί άξονες συνθέτουν τα βασικά σημεία μιας συμφωνίας που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι θα μπορούσε να «παγώσει» ουσιαστικά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα για περίπου 15 χρόνια. Πρόκειται όμως για ζητήματα που απέχουν μακράν από μια τελική λύση - εξ ου και οι διπλωματικές επαφές δεν αφορούν μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία, αλλά τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα διατηρήσει την εκεχειρία και θα επιτρέψει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για όλα όσα παραμένουν ανοιχτά - και είναι πολλά.