Σε κάθε δημόσια συζήτηση το τελευταίο διάστημα, η ίδια ερώτηση επανέρχεται: «Τι θα γίνει με το Ιράν και το Ισραήλ;» Η ερώτηση ακούγεται απλή, αλλά η απάντηση δεν είναι. Δεν βρισκόμαστε κοντά σε λύση — βρισκόμαστε μέσα σε μια επικίνδυνη μετάβαση, σε μια περίοδο όπου η κλιμάκωση και η αποτροπή συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Κάθε «εκεχειρία» που ανακοινώνεται δημιουργεί την ίδια προσδοκία αποκλιμάκωσης. Και κάθε φορά διαψεύδεται. Η πραγματικότητα είναι σαφής: η εκεχειρία δεν θα κρατήσει. Όχι γιατί δεν το θέλουν όσοι τη διαπραγματεύονται, αλλά γιατί δεν το επιτρέπει η ίδια η φύση της σύγκρουσης.
Οι εκεχειρίες στη Μέση Ανατολή δεν αποτελούν λύσεις· αποτελούν παύσεις — χρόνο για ανασύνταξη και προετοιμασία της επόμενης φάσης. Τα γεγονότα το επιβεβαιώνουν. Παρά τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για αποκλιμάκωση, το μέτωπο του Λιβάνου παραμένει ενεργό. Η Χεζμπολάχ συνεχίζει τη στρατιωτική πίεση προς το Ισραήλ, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει ανοιχτά ότι θα τη στηρίζει. Αυτό δεν συνιστά ειρήνη. Συνιστά μια εύθραυστη ισορροπία που μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή.
Η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ δεν είναι μια συμβατική γεωπολιτική σύγκρουση. Είναι σύγκρουση στρατηγικών, ιδεολογιών και περιφερειακής επιρροής. Το Ιράν, επί δεκαετίες, διακηρύσσει ως στόχο την καταστροφή του Ισραήλ (και των ΗΠΑ) και το στηρίζει έμπρακτα, μέσω δικτύων, οργανώσεων και στρατηγικής περικύκλωσης. Αυτό αλλάζει πλήρως τους όρους της συζήτησης. Απέναντι σε αυτό, το Ισραήλ λειτουργεί με όρους επιβίωσης. Και εδώ υπάρχει μια αλήθεια που η Δύση συχνά αποφεύγει: μετά από σχεδόν 80 χρόνια ύπαρξης, το Ισραήλ δεν είναι μια προσωρινή συνθήκη που μπορεί να αναιρεθεί. Είναι ένα κράτος που υπάρχει και θα υπερασπιστεί την ύπαρξή του. Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει «λύση» που περιλαμβάνει την εξαφάνισή του δεν είναι απλώς μη ρεαλιστική. Είναι επικίνδυνη.
Και όμως, μέσα στη Δύση, αυτή η επικίνδυνη απλοποίηση κερδίζει έδαφος. Η Δύση μιλά για ειρήνη, ενώ η περιοχή προετοιμάζεται για πόλεμο. Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, ακούγεται συχνά και ένα επιχείρημα: «Γιατί δεν τα βρίσκετε; Γιατί να πληρώνουμε εμείς την ακρίβεια;» Η απάντηση δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι αναγκαία. Η ακρίβεια που βιώνουμε δεν είναι αποτέλεσμα μιας χώρας ή μιας απόφασης. Είναι αποτέλεσμα γεωπολιτικής αστάθειας σε μια από τις πιο κρίσιμες περιοχές του κόσμου. Όταν διαταράσσεται η ισορροπία στη Μέση Ανατολή, επηρεάζονται η ενέργεια, το εμπόριο και τελικά η καθημερινότητα όλων μας. Το πιο ουσιαστικό όμως είναι άλλο. Η ερώτηση «γιατί δεν τα βρίσκετε» προϋποθέτει ότι υπάρχει κοινό έδαφος. Δεν υπάρχει. Όταν η μία πλευρά αμφισβητεί το δικαίωμα ύπαρξης της άλλης, δεν μιλάμε για διαφορά που λύνεται με διαπραγμάτευση. Μιλάμε για μια σύγκρουση όπου η αποτροπή είναι όρος επιβίωσης. Ποιο κράτος στον κόσμο θα διαπραγματευόταν την ίδια του την ύπαρξη;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ένα διαρκές στρατηγικό δίλημμα: να αποτρέψουν μια γενικευμένη σύγκρουση, να στηρίξουν συμμάχους, αλλά ταυτόχρονα να περιορίσουν την άμεση εμπλοκή τους. Η Ευρώπη, αντίθετα, δείχνει να ακολουθεί αντί να διαμορφώνει εξελίξεις. Χωρίς ενιαία στρατηγική, συχνά περιορίζεται σε ρόλο θεατή — και όμως, υφίσταται άμεσα τις συνέπειες. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να υποδομηθεί και μια ακόμη διαδεδομένη αντίληψη, που κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα: ότι το Ισραήλ «παρασύρει» τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή τη σύγκρουση. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η σύμπλευση ΗΠΑ και Ισραήλ δεν είναι αποτέλεσμα επιρροής του ενός πάνω στον άλλο, αλλά σύγκλισης στρατηγικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ δεν εμπλέκονται επειδή «παρασύρονται», αλλά επειδή αναγνωρίζουν ότι η αποσταθεροποίηση της περιοχής —και ιδίως ένα πυρηνικό Ιράν— επηρεάζει άμεσα τα δικά τους συμφέροντα. Η αντίληψη ότι ένα κράτος «σέρνει» μια υπερδύναμη σε πόλεμο δεν είναι απλώς απλοϊκή. Είναι και επικίνδυνη, γιατί συχνά αναπαράγει παλαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα με νέο περιτύλιγμα.
Η αστάθεια μεταφράζεται σε ενεργειακή πίεση, μεταναστευτικές ροές και κοινωνικές εντάσεις. Και ταυτόχρονα, αναδύεται μια βαθύτερη, εσωτερική πρόκληση: η διείσδυση ακραίων ιδεολογιών και η ριζοσπαστικοποίηση. Οι συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής δεν μένουν πλέον εκτός Ευρώπης· μεταφέρονται μέσα στις κοινωνίες της. Σε αυτό το περιβάλλον, ένα ακόμη στοιχείο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι εβραϊκές κοινότητες στη Δύση βρίσκονται ξανά αντιμέτωπες με αυξανόμενες απειλές. Ο αντισημιτισμός, που για χρόνια καλλιεργήθηκε —άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε συγκαλυμμένα— επιστρέφει, συχνά «ντυμένος» με πολιτικό ή ιδεολογικό λόγο. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους Εβραίους. Αφορά την ίδια τη Δύση. Γιατί όταν η στοχοποίηση μιας κοινότητας γίνεται ανεκτή, ανοίγει ο δρόμος για ευρύτερη αποσταθεροποίηση. Όταν ο ακραίος ισλαμισμός συναντά την ανοχή —ή ακόμη και τη σύμπλευση— με τμήματα μιας αποπροσανατολισμένης «προοδευτικότητας», το αποτέλεσμα δεν είναι ισορροπία. Είναι διάβρωση.
Η αδυναμία κατανόησης δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή — και έχει κόστος.
Τα αραβικά κράτη κινούνται με ρεαλισμό, αποφεύγοντας μια ανεξέλεγκτη ανάφλεξη που θα έπληττε και τα ίδια. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται τη ρευστότητα, επιδιώκοντας ρόλο και επιρροή μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που δεν χωρά σε απλοϊκές αναλύσεις. Ο κόσμος που γνωρίζαμε μεταβάλλεται. Οι ισορροπίες επανακαθορίζονται, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και τίποτα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο. Το ΝΑΤΟ πιέζεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποδείξει τη συνοχή της και το διεθνές σύστημα γίνεται πιο ρευστό. Η Μέση Ανατολή δεν είναι μια «μακρινή κρίση». Είναι ένας καθρέφτης του κόσμου που διαμορφώνεται. Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι τι θα γίνει στη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα είναι αν η Δύση μπορεί ακόμη να αναγνωρίσει την πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι αυτά που έρχονται. Είναι ότι πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν πως δεν τους αφορούν. Το θέμα δεν είναι η Μέση Ανατολή. Είναι αν η Δύση θα ξυπνήσει πριν αναγκαστεί να το κάνει.
* Ο Ηλίας Πεσσάχ είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αιματολογίας
