Η σύνοδος κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας απείχε πολύ από το να προδιαγράφεται ως μια εύκολη υπόθεση για τους Ευρωπαίους ηγέτες, στη σκιά της πολεμικής για την κρίση στον Περσικό Κόλπο και της αβεβαιότητας για την Ουκρανία. Το μνημόνιο συνεννόησης ΗΠΑ και Ιράν -που δόθηκε χθες επίσημα στη δημοσιότητα από την Ουάσινγκτον με το «κλείσιμο» της συνόδου- φαίνεται ωστόσο πως λειτούργησε ως καταλύτης για μια συγκρατημένη αναθέρμανση της διατλαντικής συνεννόησης. Tο Εβιάν εξελίχθηκε σε άσκηση προσεκτικής πολιτικής διαχείρισης, με την ευρωπαϊκή πλευρά να χαιρετίζει την προκαταρκτική συμφωνία που ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει ως προσωπική διπλωματική επιτυχία, επιδιώκοντας και προσδοκώντας να επιστρέψει το κέντρο βάρος στην Ουκρανία και στην πίεση προς τη Ρωσία.
Η σύνοδος που φιλοξένησε ο Εμανουέλ Μακρόν πραγματοποιήθηκε σε συγκυρία κατά την οποία τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Ουκρανίας βρέθηκαν περισσότερο αλληλένδετα από κάθε άλλη στιγμή από την 28η Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος που ήλθε να επιβαρύνει μία ήδη εξαιρετικά δύσκολη διατλαντική σχέση. Η συμφωνία-πλαίσιο στην οποία κατέληξαν Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, η προοπτική επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ και η ανάγκη σταθεροποίησης των αγορών ενέργειας δημιούργησαν ένα νέο πεδίο συνεννόησης ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τους Ευρωπαίους.
To μνημόνιο κατανόησης, που αναμένεται να υπογραφεί την Παρασκευή στη Γενεύη, παρουσιάστηκε στο κοινό ανακοινωθέν της G7 ως μία «ιστορική ευκαιρία» για να διασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, ενώ προφανώς επισημαίνεται ότι «θα χρειαστεί να ακολουθήσει μια στιβαρή και συνολική διπλωματική συμφωνία». Τα δύσκολα του πυρηνικού προγράμματος μεταφέρονται για μετά, όμως το επικείμενο άνοιγμα του Ορμούζ και η απομάκρυνση του άμεσου κινδύνου νέας ανάφλεξης, κατέστησαν το μνημόνιο το βασικό εργαλείο μέσα από το οποίο οι Ευρωπαίοι επιχείρησαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την Ουκρανία, ελπίζοντας ότι όσο η κρίση στον Κόλπο μεταβαίνει σε φάση διαπραγμάτευσης, τόσο μεγαλύτερο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο θα μπορεί να αφιερώσει η Ουάσινγκτον στο ευρωπαϊκό μέτωπο.
Το κοινό ανακοινωθέν αποτύπωσε αυτή τη λογική. Από τη μία πλευρά χαιρετίζεται γραπτώς η συμφωνία που διαπραγματεύθηκε ο Τραμπ με το Ιράν σε συνδυασμό με τη δημόσια επιδοκιμασία των ηγετών της G7, οι οποίοι επέλεξαν να τον επαινέσουν για την «ισχυρή ηγεσία» που επέδειξε στη διαμόρφωση της συμφωνίας, στο πλαίσιο της όλης διαχείρισης. Από την άλλη, διατυπώνεται στο ανακοινωθέν σαφής στήριξη προς την Ουκρανία και δέσμευση για ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αύξηση των παραδόσεων αμυντικών συστημάτων και περαιτέρω υποστήριξη της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε στο Εβιάν απείχε αισθητά από τις προβλέψεις των προηγούμενων εβδομάδων - δεν ήταν καν δεδομένο ότι θα υπήρχε κοινό ανακοινωθέν. Ευρωπαίοι διπλωμάτες είχαν προσέλθει στη σύνοδο φοβούμενοι νέα σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο, τόσο για το Ιράν όσο και για την Ουκρανία. Ωστόσο, η ανάγκη της Ουάσινγκτον για πρακτική στήριξη για τη συμφωνία με την Τεχεράνη φαίνεται πως δημιούργησε έναν νέο χώρο συνεννόησης. Σύμφωνα με ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους που επικαλούνται ρεπορτάζ διεθνών μέσων, διαμορφώθηκε ένα είδος άτυπης ανταλλαγής: οι Ευρωπαίοι θα συνέδραμαν στην ομαλή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και ο Τραμπ θα εμφανιζόταν περισσότερο πρόθυμος να υιοθετήσει σκληρότερη στάση έναντι της Μόσχας.
Το κείμενο 14 σημείων της προκαταρκτικής συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν ή άλλως το «Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ», όπως δόθηκε χθες στη δημοσιότητα μέσω Αμερικανών αξιωματούχων, συμβαδίζει με τις προγενέστερες διαρροές από αμερικανικά και διεθνή μέσα. Προβλέπει αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά Ορμούζ και παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες, εντός των οποίων θα γίνει η διαπραγμάτευση επί οριστικής συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα. Το μνημόνιο προβλέπει ότι, κατ' ελάχιστον, το Ιράν αποδέχθηκε την εξουδετέρωση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου μέσω αραίωσης σε ιρανικό έδαφος, υπό την επίβλεψη της IAEA - με Αμερικανούς αξιωματούχους να ξεκαθαρίζουν ότι ο απεμπλουτισμός συνιστά το κατώτατο όριο των απαιτήσεων.
Προβλέπει άρση των περιορισμών στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, απελευθέρωση παγωμένων «κεφαλαίων», αλλά και ένα ευρύτερο πλαίσιο οικονομικής αποκατάστασης του Ιράν μέσω ενός αναπτυξιακού ταμείου ύψους 300 δισ. δολαρίων. Η Τεχεράνη επαναβεβαιώνει ότι δεν θα επιδιώξει την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Επί της ουσίας, το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος, το καθεστώς των επιθεωρήσεων, οι ακριβείς όροι άρσης των κυρώσεων και οι μηχανισμοί εφαρμογής, όλα θα αποτελέσουν αντικείμενο της επόμενης φάσης. Η οποία επόμενη φάση θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 60 ημέρες, όπως δήλωσε χθες ο Αμερικανός πρόεδρος αναχωρώντας από το Εβιάν. Σημειωτέον χρειάστηκαν 2,5 χρόνια για να «κλειδώσει» η συμφωνία JCPOA επί Ομπάμα - από την οποία ο Τραμπ αποσύρθηκε μονομερώς το 2018 και τώρα το μεγάλο πολιτικό στοίχημα είναι να την «υπερβεί».
Η προκαταρκτική συμφωνία προβλέπει επίσης τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ διεξάγει επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ, αν και το Τελ Αβίβ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία. Η συμφωνία προβλέπει ακόμη την έναρξη συνομιλιών μεταξύ Ομάν και Ιράν για το καθεστώς διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ,
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε χθες για μεγάλη επιτυχία που έγινε δεκτή θετικά από τις αγορές, όμως ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι δεν είναι και δεν θεωρεί οριστική τη συμφωνία, προειδοποιώντας για επανέναρξη των βομβαρδισμών εάν το Ιράν «δεν συμπεριφερθεί σωστά». Παράλληλα, μιλώντας για τα 300 δισ. δολάρια που προορίζονται για την ανοικοδόμηση -ένα από τα πεδία που χρήζουν «αποκωδικοποίησης» ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα καταβάλουν απευθείας χρήματα στο Ιράν. Αντίθετα, η Τεχεράνη θα μπορεί να αυξήσει τις πετρελαϊκές της εξαγωγές και να αποκτήσει πρόσβαση σε δισεκατομμύρια δολάρια που συνδέονται με το σχέδιο ανοικοδόμησης, «μόνο εφόσον συμμορφώνεται με τους όρους της συμφωνίας και πράττει τα προβλεπόμενα».
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ προσυπέγραψε το κοινό ανακοινωθέν της G7, το οποίο υποστηρίζει ρητά την ανάγκη μιας ευρύτερης συμφωνίας με το Ιράν που θα καλύπτει και το βαλλιστικό του πρόγραμμα καθώς και τη στήριξη που παρέχει η Τεχεράνη στα δίκτυα των proxies. Πρόκειται για ζητήματα -απολύτως καίριας σημασίας για το Ισραήλ- που απουσιάζουν από το μνημόνιο κατανόησης και τα οποία οι Ευρωπαίοι θεωρούν αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε μακροπρόθεσμης διευθέτησης στη Μέση Ανατολή.
Στο ζήτημα του Ορμούζ, οι ηγέτες της G7 εξέφρασαν τη στήριξή τους στην πρωτοβουλία Γαλλίας και Βρετανίας για μια πολυεθνική αποστολή που θα συμβάλει στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, στην αποναρκοθέτηση και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των εμπορικών φορέων. Η πρωτοβουλία σχεδιάζεται ως αμυντική αποστολή και προϋποθέτει και τη συναίνεση της Τεχεράνης.
Στο παρασκήνιο, η ανάγκη σταθεροποίησης του Ορμούζ φαίνεται ότι λειτούργησε ως ένας από τους βασικούς παράγοντες προσέγγισης ανάμεσα στον Τραμπ και τους Ευρωπαίους. Οι δραματικές επιπτώσεις που είχε το κλείσιμο των Στενών στις αγορές ενέργειας και στις αλυσίδες εφοδιασμού ενίσχυσαν την αίσθηση επείγοντος. Για χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, η αποκατάσταση της ομαλής ροής εξαγωγών αποτελεί προτεραιότητα πρώτης γραμμής. Ταυτόχρονα, όμως, παραμένουν αμφιβολίες για το κατά πόσο η παράταση μίας εύθραυστης εκεχειρίας αρκεί για να αποκαταστήσει πλήρως την εμπιστοσύνη επενδυτών, ασφαλιστικών εταιρειών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων.
Η σύνδεση με την Ουκρανία υπήρξε εμφανής σε όλη τη διάρκεια της συνόδου. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι συμμετείχε στις εργασίες της G7 και είχε διαδοχικές επαφές με τους ηγέτες των κρατών-μελών, μεταξύ αυτών και με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Εμανουέλ Μακρόν. Η ευρωπαϊκή πλευρά επιχείρησε να αξιοποιήσει το μομέντουμ που δημιούργησε η συμφωνία με το Ιράν, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο επιτρέπει πλέον να επανέλθει στο προσκήνιο η προσπάθεια στήριξης του Κιέβου και άσκησης πίεσης προς τη Μόσχα.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ρωσία «πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία», κάνοντας λόγο για το βαρύ ανθρώπινο κόστος του πολέμου και διαβεβαιώνοντας ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να προωθήσει μία διπλωματική διέξοδο. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναφοράς κυρώσεων στον ρωσικό ενεργειακό τομέα, θέση που «άκουσαν» με ικανοποίηση οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, παρά την αναμενόμενη επιφυλακτικότητα δεδομένου του vertigo στα λόγια και τα έργα Τραμπ. Στο Εβιάν, άλλωστε, δεν έλειψαν και δηλώσεις ότι το Ουκρανικό δεν αφορά τις ΗΠΑ και εκείνες μόνο πωλούν όπλα στους Ευρωπαίους.
Πάντως είναι γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος προσυπέγραψε το κοινό ανακοινωθέν της G7. Το κείμενο δεσμεύει τα μέλη να αυξήσουν την πίεση στη ρωσική πολεμική οικονομία μέσω ισχυρότερων κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αφορούν τους τομείς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ παράλληλα προβλέπει ενίσχυση της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο με πρόσθετα συστήματα αεράμυνας, αναχαίτισης και μέσα μεγάλου βεληνεκούς.
Για τους Ευρωπαίους ηγέτες, η συγκεκριμένη διατύπωση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο επειδή καταγράφηκε η αμερικανική υπογραφή κάτω από ένα κείμενο που επαναβεβαιώνει την υποστήριξη προς την Ουκρανία, αλλά και επειδή το ίδιο το ανακοινωθέν συνέδεσε ευθέως τη νέα δυναμική με τη συμφωνία για το Ιράν και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη αυτή δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για περαιτέρω δράση έναντι της Ρωσίας.
Η γαλλική διπλωματία επένδυσε ιδιαίτερα σε αυτή τη δυναμική. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν παρουσίασε την σύνοδο της G7 ως μια στιγμή «στρατηγικής αφύπνισης», υποστηρίζοντας ότι οι μεγάλες δημοκρατίες επέλεξαν να δράσουν συντονισμένα τόσο για την Ουκρανία όσο και για τη Μέση Ανατολή. Η γαλλική προεδρία επιδίωξε να αξιοποιήσει τη συγκυρία όχι μόνο για τη διαχείριση των δύο πολέμων, αλλά και για την ανάδειξη ευρύτερων ζητημάτων που αφορούν τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες, την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, την ενεργειακή ασφάλεια και φυσικά τη σχέση με την Κίνα.
Υπό αυτή την έννοια, το Εβιάν λειτούργησε, όπως διακρίνουν οι αναλυτές, και ως πρόβα για ευρύτερες διεθνείς διεργασίες που θα ακολουθήσουν, με τη συμμετοχή ηγετών από τη Σαουδική Αραβία, την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Νότια Κορέα, την Αίγυπτο και την Κένυα να προσδίδει στη σύνοδο χαρακτήρα που υπερέβαινε τα στενά όρια της G7. Η παρουσία αυτών των χωρών αντανακλά την προσπάθεια των δυτικών δυνάμεων να προσαρμόσουν τους θεσμούς τους σε ένα πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις.
