Δεν είναι ειρήνη αν το Ισραήλ μένει εκτεθειμένο

Δεν είναι ειρήνη αν το Ισραήλ μένει εκτεθειμένο

Το αμερικανοϊρανικό MOU ίσως κλείνει προσωρινά το μέτωπο του Ορμούζ και μειώνει τον κίνδυνο άμεσης ανάφλεξης· δεν αρκεί όμως για να ονομαστεί ειρήνη, αν αφήνει άθικτους τους μηχανισμούς με τους οποίους η Τεχεράνη ασκεί πίεση στο Ισραήλ.

Η ειρήνη ως λάθος λέξη

Η Μέση Ανατολή έχει γνωρίσει πολλές «ειρηνευτικές» φόρμουλες που δεν έλυσαν συγκρούσεις, αλλά απλώς πάγωσαν κινδύνους — κάτι ανάλογο μοιάζει να ισχύει και τώρα. Το αμερικανοϊρανικό μνημόνιο κατανόησης (MOU), όπως περιγράφεται από αμερικανικές, ιρανικές και μεσολαβητικές πηγές, θυμίζει περισσότερο μηχανισμό διαχείρισης μιας επικίνδυνης παύσης παρά τελική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Αν μειώνει την άμεση πιθανότητα πολέμου, αν βοηθά να ξανανοίξει ο Ορμούζ και αν δημιουργεί χώρο για πυρηνικές συνομιλίες, είναι χρήσιμο. Δεν αρκεί όμως για να ονομαστεί ειρήνη, εφόσον το Ισραήλ παραμένει αντιμέτωπο με το ιρανικό στρατηγικό βάθος, τη Χεζμπολάχ, τις πληρεξούσιες οργανώσεις και την πυρηνική αμφισημία — και με το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να κερδίσει χρόνο, χρήμα και νομιμοποίηση χωρίς επαληθεύσιμη αλλαγή συμπεριφοράς.

Εδώ χάνεται συχνά το βασικό σημείο: η συζήτηση μετατοπίζεται σχεδόν αυτόματα από το πεδίο της αποτροπής σε εκείνο της αποκλιμάκωσης. Για την Ουάσιγκτον, η αποκλιμάκωση είναι ορθολογική προτεραιότητα: λιγότερο στρατιωτικό ρίσκο, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, ελευθερία κινήσεων αλλού. Για το Ισραήλ, η ίδια συμφωνία κρίνεται με σκληρότερο μέτρο: όχι από το αν πέφτει το Brent, αλλά από το αν περιορίζονται πραγματικά οι δυνατότητες του Ιράν να απειλεί το ισραηλινό έδαφος, άμεσα ή διά των συμμάχων του.

Τι φαίνεται να κάνει το MOU

Έως το πρωί της 16ης Ιουνίου 2026, το MOU έχει υπογραφεί ψηφιακά — κατά την αμερικανική εκδοχή — από τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Τζέι Ντι Βανς και τον Ιρανό πρόεδρο της Βουλής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ. Το πλήρες κείμενο δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα και παραμένει, κατά τους ίδιους τους Αμερικανούς, πολύ γενικό· επίσημη τελετή υπογραφής προγραμματίζεται για την Παρασκευή 19 Ιουνίου στην Ελβετία. Πρόκειται, επομένως, για ανάλυση όχι μιας επαληθευμένης συνθήκης αλλά δημόσιων περιγραφών ενός προκαταρκτικού πλαισίου.

Σύμφωνα με το Reuters, το πλαίσιο επεκτείνει για άλλες 60 ημέρες μια εύθραυστη εκεχειρία, προβλέπει σταδιακή επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και μεταθέτει στη δεύτερη φάση τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και τις κυρώσεις. Ο Βανς δήλωσε ότι δεν θα υπάρξει άμεση μεταφορά χρημάτων στην Τεχεράνη απλώς και μόνο επειδή υπεγράφη το MOU, και ότι οποιαδήποτε ουσιαστική χαλάρωση των κυρώσεων θα εξαρτηθεί από επαληθεύσιμα βήματα: εξάλειψη του αποθέματος υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου και αποδοχή καθεστώτος επαλήθευσης.

Ωστόσο, εδώ αρχίζουν οι αντιφάσεις. Από ιρανικής πλευράς, όπως μετέδωσαν Reuters και AP, κυκλοφορεί ευρύτερη ανάγνωση: προσωρινή άρση ή αναστολή πετρελαϊκών κυρώσεων, δέσμευση μη επιβολής νέων, απελευθέρωση έως 25 δισ. δολαρίων παγωμένων πόρων, ακόμη και συζήτηση για ταμείο ανοικοδόμησης 300 δισ. δολαρίων — ποσό που Αμερικανός αξιωματούχος συνέδεσε «με την απόδοση», αλλά που ο ίδιος ο Τραμπ διέψευσε δημοσίως. Από αμερικανικής πλευράς, τέτοιες εκδοχές είτε διαψεύδονται ως άμεσες εκταμιεύσεις είτε παραπέμπονται σε αυστηρά υπό όρους δεύτερη φάση. Δεν είναι απόκλιση στα περιθώρια, αλλά διαφορά στρατηγικής σημασίας: ποιος δίνει τι, πότε και με ποιο αντάλλαγμα.

Γιατί το Ισραήλ βλέπει άλλο χάρτη απειλών

Από ισραηλινή σκοπιά, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν σταματούν προσωρινά να πυροβολούν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη, αλλά αν μένει όρθια η περιφερειακή μηχανική απειλής του Ιράν — και εδώ η εικόνα δεν καθησυχάζει. Το Reuters σημειώνει ότι τα ζητήματα με τα οποία η Ουάσιγκτον και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δικαιολογούσαν τον πόλεμο —η διακοπή της στήριξης σε πληρεξούσιες οργανώσεις και ο περιορισμός του πυραυλικού προγράμματος— δεν φαίνεται να βρίσκονται στον πυρήνα της επόμενης φάσης. Αν ισχύει αυτό, η συμφωνία μπορεί να περιορίζει την ένταση στο θαλάσσιο και αμερικανοϊρανικό επίπεδο, χωρίς να αγγίζει επαρκώς τους μηχανισμούς πίεσης που για το Ισραήλ είναι υπαρξιακοί.

Το INSS (Institute for National Security Studies) έχει επισημάνει ότι ο πυρήνας της ιρανικής αποτρεπτικής αντίληψης δεν βρίσκεται μόνο στο πυρηνικό ενδεχόμενο, αλλά στο συνδυασμένο πλέγμα πυραύλων, ναυτικής απειλής και σιιτικών πολιτοφυλακών, με σημαντικότερη τη Χεζμπολάχ. Παράλληλα, το CSIS (Center for Strategic and International Studies) τονίζει ότι η σύγκρουση έχει για το Ιράν —και κατ’ επέκταση για το Ισραήλ που βρίσκεται στο βεληνεκές του— υπαρξιακό χαρακτήρα που δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τις ΗΠΑ, οι οποίες επιδιώκουν έξοδο από τον πόλεμο. Οι μεσαίου βεληνεκούς βαλλιστικοί πύραυλοι και το δίκτυο proxies, ειδικά η Χεζμπολάχ, παραμένουν για το Ισραήλ κατεξοχήν υπαρξιακή απειλή.

Το Ισραήλ έχει προφανές συμφέρον στη σταθερότητα — αλλά σταθερότητα που το δεσμεύει περισσότερο απ’ όσο το Ιράν δεν είναι σταθερότητα· είναι αναβολή με δυσμενείς όρους. Ένας ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος χαρακτήρισε ανωνύμως στο Reuters την προκαταρκτική συμφωνία «terrible for Israel», προσθέτοντας ότι κανείς στην ηγεσία —από τον πρωθυπουργό ως τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου— δεν τη βλέπει διαφορετικά· ενώ ο Νετανιάχου επέμεινε δημόσια ότι το Ισραήλ δεν θα αποχωρήσει από τον νότιο Λίβανο και θα διατηρήσει το δικαίωμα απάντησης σε επιθέσεις της Χεζμπολάχ.

Το Ορμούζ δεν είναι Χάιφα

Για την Ουάσιγκτον και τις αγορές, η επιτυχία μετριέται πρώτα από ένα πράγμα: αν θα ξανακινηθούν ομαλά τα δεξαμενόπλοια από τον Ορμούζ. Η EIA (U.S. Energy Information Administration) υπενθυμίζει ότι το 2024 από το στενό περνούσαν περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως — περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων· ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προσθέτει ότι το 2025 διήλθε από εκεί περίπου το 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και περίπου το ένα πέμπτο του LNG. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι η ανακοίνωση του MOU πίεσε αμέσως το Brent: το Reuters κατέγραψε πτώση άνω του 4% και η Citi αναθεώρησε αισθητά χαμηλότερα τις προβλέψεις της.

Εδώ όμως κρύβεται η αναλυτική παγίδα: η ομαλοποίηση του Ορμούζ δεν ταυτίζεται με ομαλοποίηση της ισραηλινής ασφάλειας. Το Reuters σημειώνει ότι η ναυτιλιακή εμπιστοσύνη μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες και παραμένουν ερωτήματα για την παρουσία ναρκών. Το Atlantic Council προειδοποιεί ότι το MOU, με βάση τα μέχρι τώρα γνωστά, δεν λύνει τα θεμελιώδη ζητήματα ούτε του Ορμούζ ούτε των πυρηνικών παραχωρήσεων ούτε των οικονομικών κινήτρων προς το Ιράν. Για το Ισραήλ, το τεστ επιτυχίας βρίσκεται αλλού: αν η Χεζμπολάχ παραμένει ένοπλη στον βορρά, αν το Ιράν διατηρεί το δικαίωμα γρήγορης επανασυσσώρευσης ισχύος, αν πύραυλοι, drones και πληρεξούσιοι μένουν ως είχαν ή αποδυναμώνονται επαληθεύσιμα. Ο Ορμούζ και η Χάιφα δεν ανήκουν στον ίδιο στρατηγικό χάρτη: ο πρώτος μετρά την παγκόσμια ενεργειακή ομαλότητα, η δεύτερη αν το Ισραήλ εξακολουθεί να ζει υπό μόνιμη εξαναγκαστική απειλή.

Κυρώσεις, πυρηνική αβεβαιότητα και το μέτωπο του Λιβάνου

Το πιο επικίνδυνο σημείο κάθε τέτοιας συμφωνίας είναι η σειρά των ανταλλαγών. Η άρση κυρώσεων δεν είναι αφ’ εαυτής λάθος· μπορεί να είναι θεμιτό εργαλείο, αν ακολουθεί επαληθεύσιμη συμμόρφωση. Αν όμως είναι εμπροσθοβαρής, ασαφής ή πολιτικά δύσκολο να αναστραφεί, μετατρέπεται σε στρατηγική επιδότηση προς την Τεχεράνη. Το CSIS μιλά ρητά για τον κίνδυνο «hollow deal»: συμφωνία με σημαντικά κενά και παραχωρήσεις υπέρ του Ιράν, χωρίς την αυστηρή επιθεώρηση που απαιτεί η πραγματική συμμόρφωση. Η προειδοποίηση βαραίνει ακόμη περισσότερο όταν οι δύο πλευρές περιγράφουν ήδη διαφορετικά τι έχει συμφωνηθεί στο πεδίο των χρημάτων και των κυρώσεων.

Η πυρηνική διάσταση είναι σοβαρότερη. Η IAEA ανέφερε τον Φεβρουάριο του 2026 ότι το Ιράν είχε συσσωρεύσει, μέχρι τα μέσα Ιουνίου 2025, 440,9 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60% (εκ των οποίων είχε επαληθεύσει τα 432,9 κιλά), και ότι έκτοτε δεν μπορεί να επαληθεύσει μέγεθος, σύνθεση ή θέση του αποθέματος λόγω έλλειψης πρόσβασης· ότι η Τεχεράνη δεν εφάρμοζε το modified Code 3.1 ούτε το Additional Protocol· και ότι παρέμεναν άλυτες ανησυχίες για αδήλωτο πυρηνικό υλικό. Μια πολιτική διαβεβαίωση τύπου «το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο» δεν ισοδυναμεί με καθεστώς τεχνικά αξιόπιστης αποτροπής. Στη Μέση Ανατολή, η αποτροπή δεν χτίζεται σε φράσεις καλής πρόθεσης, αλλά σε επιθεωρήσεις, πρόσβαση, λογιστική του υλικού, σαφείς κόκκινες γραμμές και μηχανισμούς επιβολής.

Το ίδιο ισχύει για τον Λίβανο. Η Τεχεράνη επιμένει ότι το πλαίσιο καλύπτει και τον τερματισμό των επιχειρήσεων εκεί. Η Ουάσιγκτον αντιτείνει ότι η απόσυρση του Ισραήλ από τον νότιο Λίβανο δεν αποτελεί όρο και ότι το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα αυτοάμυνας απέναντι στη Χεζμπολάχ. Το χάσμα είναι ουσιώδες: αν το MOU μετατρέπει τη Χεζμπολάχ από οργανικό τμήμα της ιρανικής στρατηγικής σε υποσημείωση ενός αμερικανοϊρανικού συμβιβασμού, το βόρειο μέτωπο του Ισραήλ μένει άλυτο. Και το INSS σημειώνει ότι, παρότι η Χεζμπολάχ είναι ασθενέστερη, η απειλή δεν έχει εξαφανιστεί, οι πιθανότητες αφοπλισμού της παραμένουν μικρές και οι αναζωπυρώσεις θεωρούνται πιθανές.

Η απόκλιση — και τι θα έκανε τη συμφωνία σοβαρή

Το δίλημμα δεν είναι αν η Ουάσιγκτον «προδίδει» το Ισραήλ, αλλά ότι οι δύο χώρες δεν ζυγίζουν το ίδιο ρίσκο. Οι ΗΠΑ είναι παγκόσμια δύναμη με πολλαπλά μέτωπα και κίνητρο να αποφύγουν παρατεταμένο πόλεμο, να αποφορτίσουν τις αγορές ενέργειας και να μετατρέψουν μια επικίνδυνη δυναμική σε διαπραγμάτευση. Το Ισραήλ είναι μικρό κράτος που μετρά απειλές σε χιλιόμετρα, όχι σε ωκεανούς. Γι’ αυτό, όπως παρατηρεί το CSIS, μια συμφωνία που αρκεί για την Ουάσιγκτον —αντιμετωπίζει ναυτικές απειλές, επαναφέρει την πυρηνική συζήτηση— μπορεί να αποτυγχάνει για το Ισραήλ, αν αφήνει όρθιο το δίκτυο πυραύλων και proxies.

Χρειάζεται, επομένως, το σωστό μέτρο. Μια σοβαρή συμφωνία —από ισραηλινή, αλλά και ευρύτερα δυτική σκοπιά— θα έπρεπε να περιλαμβάνει σαφείς και χρονοδιαγραμμένες πυρηνικές δεσμεύσεις, παρεμβατικό μηχανισμό επαλήθευσης, ρητή αναστρεψιμότητα της χαλάρωσης των κυρώσεων, δυνατότητα snapback, καθορισμένες συνέπειες για παραβίαση και σαφή αντιμετώπιση του πλέγματος πυραύλων, drones, θαλάσσιων απειλών και στήριξης proxies. Πάνω απ’ όλα, θα έπρεπε να αναγνωρίζει εμπράκτως ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να κληθεί να απορροφήσει παθητικά επιθέσεις της Χεζμπολάχ ή άλλης ιρανικής προέκτασης, ενόσω η μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου πανηγυρίζει για την επανεκκίνηση των ροών πετρελαίου.

Το πρόβλημα δεν είναι η διπλωματία, αλλά η αδύναμη διπλωματία. Ένα προσωρινό MOU είναι χρήσιμο αν κερδίζει χρόνο χωρίς να χαρίζει στρατηγικό βάθος στην Τεχεράνη· γίνεται επικίνδυνο αν μετατρέπει την ιρανική πίεση σε δυτικές παραχωρήσεις, αφήνοντας το Ισραήλ να σηκώσει το υπόλοιπο της απειλής. Ειρήνη δεν είναι η σιωπή των όπλων για εξήντα ημέρες. Ειρήνη είναι η αποτροπή που πείθει τον επιτιθέμενο ότι η επόμενη παραβίαση θα κοστίσει περισσότερο απ’ όσο αξίζει. Αν το αμερικανοϊρανικό MOU δεν το διασφαλίζει αυτό για το Ισραήλ, τότε δεν είναι ακόμη ειρήνη· είναι μια παύση ανάμεσα σε δύο κινδύνους.

* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.

Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.