Από το Ορμούζ στην Ουκρανία: Η Ελλάδα απέναντι στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Shutterstock
Shutterstock

Από το Ορμούζ στην Ουκρανία: Η Ελλάδα απέναντι στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα

Η διεθνής ασφάλεια εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις δεν εξελίσσονται πλέον ανεξάρτητα, αλλά αλληλοεπηρεάζονται, δημιουργώντας ένα ενιαίο γεωπολιτικό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας, που διανύει ήδη το πέμπτο έτος του, και η συνεχής κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και των περιφερειακών τους συμμάχων αποτελούν δύο διαφορετικά θέατρα επιχειρήσεων με κοινές στρατηγικές επιπτώσεις. Δεν πρόκειται μόνο για δύο πολέμους. Πρόκειται για δύο μέτωπα ενός νέου ανταγωνισμού ισχύος που επηρεάζει την Ευρώπη, τη Μεσόγειο και φυσικά την Ελλάδα.

Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η διεθνής οικονομία λειτουργεί πλέον υπό καθεστώς μόνιμου γεωπολιτικού κινδύνου. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), η παγκόσμια ανάπτυξη για το 2026 εκτιμάται κοντά στο 3%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας. Παράλληλα, το SIPRI υπολογίζει ότι οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό. Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν τη στρατιωτική τους παρουσία τόσο στην Ανατολική Ευρώπη όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Κίνα αξιοποιεί το κενό για να ενισχύσει την οικονομική και τεχνολογική της επιρροή.

Στην Ουκρανία, παρά τις κατά καιρούς διπλωματικές πρωτοβουλίες, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Η Ρωσία συνεχίζει να επενδύει σε έναν πόλεμο φθοράς, χρησιμοποιώντας μαζικά πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βιομηχανική παραγωγή οπλικών συστημάτων. Η Ουκρανία εξακολουθεί να στηρίζεται στη δυτική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δεσμεύσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για στρατιωτική υποστήριξη, ανασυγκρότηση και οικονομική σταθεροποίηση. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη που προσαρμόζεται σταδιακά σε μια πραγματικότητα μακροχρόνιας αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Την ίδια στιγμή, η Μέση Ανατολή συνεχίζει να λειτουργεί ως ο σημαντικότερος γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής κρίσεων. Η αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν έχει μετατραπεί σε ένα περίπλοκο δίκτυο άμεσων και έμμεσων συγκρούσεων. Οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και οι πιέσεις στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν άμεσα το διεθνές εμπόριο. Περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου διακινείται μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και της Διώρυγας του Σουέζ.

Το κοινό στοιχείο των δύο συγκρούσεων είναι ότι καταδεικνύουν τη μετάβαση από τη μεταψυχροπολεμική εποχή σε μια περίοδο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Οι σύγχρονοι πόλεμοι διεξάγονται ταυτόχρονα στο πεδίο των επιχειρήσεων, στην οικονομία, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στις μεταφορές και στην πληροφορία.

Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά στο σημείο όπου οι δύο αυτές κρίσεις συναντώνται. Ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, αλλά και ως δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, καλείται να λειτουργήσει με στρατηγικό βάθος και διορατικότητα.

Η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην παρακολούθηση των εξελίξεων. Απαιτείται επένδυση στην αποτροπή, στην αμυντική βιομηχανία, στην κυβερνοασφάλεια, στην ενεργειακή ασφάλεια και στις κρίσιμες υποδομές.

Η ελληνόκτητη ναυτιλία εξακολουθεί να μεταφέρει περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου και περισσότερο από το 50% της ναυτιλιακής ικανότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα ή στον Περσικό Κόλπο μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής οικονομικής ασφάλειας.

Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα: το δίκτυο συνεργασιών που έχει αναπτύξει με την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και άλλους περιφερειακούς εταίρους.

Η Ελλάδα έχει επιλέξει διαχρονικά να στηρίζει την εξωτερική της πολιτική στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των διεθνών συνθηκών και του Δικαίου της Θάλασσας. Η συνέπεια αυτή αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου ο αναθεωρητισμός και η χρήση ισχύος αμφισβητούν βασικές αρχές της διεθνούς τάξης. Το ζητούμενο πλέον είναι η χώρα να μετατρέψει αυτή τη θεσμική αξιοπιστία σε ακόμη μεγαλύτερη διπλωματική, πολιτική και αποτρεπτική ισχύ, ενισχύοντας τις διεθνείς της συνεργασίες και προβάλλοντας με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις εθνικές της θέσεις.

Η νέα εποχή δεν θα χαρακτηρίζεται από την απουσία κρίσεων αλλά από τη διαρκή συνύπαρξή τους. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς η διαχείριση δύο πολέμων, αλλά η οικοδόμηση μιας Ελλάδας με στρατηγικό βάθος, ισχυρή αποτροπή και ενεργό διεθνή ρόλο. Σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα αποτελεί τη νέα κανονικότητα, η στρατηγική σκέψη αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και ισχύος.


* Ο Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι Διευθυντής, Strategy International (SI) Ltd και Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University – School of Politics and Diplomacy.