Για πολλά χρόνια, πολλοί Ευρωπαίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος του Ισραήλ με τη Χαμάς ήταν μια μακρινή υπόθεση. Κάτι που αφορά τη Μέση Ανατολή, κάτι ξένο προς τη δική μας καθημερινότητα. Θεωρήσαμε ότι μπορούσαμε να παρακολουθούμε από ασφαλή απόσταση, να κάνουμε ηθικά μαθήματα και να συνεχίζουμε τη ζωή μας σαν να μη μας αφορά τίποτα. Κάναμε λάθος. Γιατί αυτό που συνέβη πρόσφατα στο Μπέλφαστ δεν συνέβη στη Γάζα. Συνέβη στην Ευρώπη. Και ο άνθρωπος που συνελήφθη πρόσφατα στην Ελλάδα για τις φερόμενες σχέσεις του με τη Χαμάς δεν συνελήφθη στη Ράφα. Συνελήφθη στη χώρα μας. Η αλήθεια είναι απλή και σκληρή ταυτόχρονα: το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον μακριά μας. Βρίσκεται δίπλα μας.
Εδώ και είκοσι χρόνια, η Ευρώπη ζει μέσα σε μια τεράστια αυταπάτη. Μετά το Παρίσι, το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες, τη Νίκαια και το Βερολίνο ακούγαμε πάντα την ίδια καθησυχαστική φράση: «Μεμονωμένο περιστατικό». Πόσα ακόμη «μεμονωμένα περιστατικά» χρειάζονται για να παραδεχθούμε ότι υπάρχει πρόβλημα; Η μεγαλύτερη τραγωδία, όμως, δεν είναι μόνο οι επιθέσεις. Είναι η άρνηση να τις ονομάσουμε. Η Δύση έφτασε στο σημείο να φοβάται περισσότερο μήπως χαρακτηριστεί «ρατσιστική» ή «ισλαμοφοβική» παρά μήπως χάσει την ελευθερία της. Να φοβάται περισσότερο τις λέξεις παρά την πραγματικότητα. Η 7η Οκτωβρίου του 2023 θα έπρεπε να είχε αφυπνίσει οριστικά ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα. Άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί, οικογένειες εξοντώθηκαν μέσα στα σπίτια τους, γυναίκες βιάστηκαν, παιδιά και ηλικιωμένοι απήχθησαν. Και όμως, αντί να απομονωθούν οι δολοφόνοι, σε πολλές δυτικές κοινωνίες ακολούθησε μια πρωτοφανής έκρηξη αντισημιτισμού.
Στη Γαλλία, στη Βρετανία, στη Γερμανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι αντισημιτικές επιθέσεις εκτοξεύθηκαν. Συναγωγές φυλάσσονται από ένοπλες δυνάμεις ασφαλείας. Εβραίοι φοιτητές φοβούνται να εκφράσουν δημόσια την ταυτότητά τους. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, άνθρωποι αποφεύγουν να φορέσουν ένα κιπά ή ένα αστέρι του Δαβίδ. Και ας μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση. Οι συναγωγές, τα σχολεία, τα κοινοτικά κτίρια και οι εκδηλώσεις των εβραϊκών κοινοτήτων της χώρας μας φυλάσσονται εδώ και χρόνια από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Όχι επειδή οι Έλληνες Εβραίοι απειλούν κάποιον, αλλά επειδή κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι Έλληνες Εβραίοι πρέπει να πληρώνουν το τίμημα για γεγονότα που συμβαίνουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να προκαλεί ντροπή σε κάθε δημοκρατική κοινωνία.
Και όμως, ο αντισημιτισμός του 21ου αιώνα δεν εμφανίζεται πλέον με στολές και σβάστικες. Πολύ συχνά μεταμφιέζεται σε «αντισιωνισμό», ντύνεται με το λεξιλόγιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παρουσιάζεται ως προοδευτική ευαισθησία. Η κριτική προς οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι απολύτως θεμιτή. Η συλλογική, όμως, ενοχοποίηση εκατομμυρίων Εβραίων σε ολόκληρο τον κόσμο δεν αποτελεί πολιτική κριτική. Αποτελεί αντισημιτισμό. Δυστυχώς, ούτε η Ελλάδα έχει μείνει ανεπηρέαστη. Είδαμε πανεπιστήμια να μετατρέπονται σε χώρους αναπαραγωγής μίσους. Είδαμε ανθρώπους να εξιδανικεύουν μια τρομοκρατική οργάνωση που στις 7 Οκτωβρίου κατέγραψε η ίδια τα εγκλήματά της και τα πανηγύρισε δημόσια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάθε καλοκαίρι εμφανίζονται οι γνωστοί επαγγελματίες της επανάστασης. Οι αυτοανακηρυγμένοι υπερασπιστές της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιοι τουρίστες είναι ευπρόσδεκτοι στην Ελλάδα και ποιοι όχι. Έτσι βλέπουμε οργανωμένες προσπάθειες σε λιμάνια και νησιά ώστε να εμποδιστεί η αποβίβαση Ισραηλινών τουριστών. Όχι στρατιωτών. Όχι υπουργών. Απλών οικογενειών, παιδιών, ανθρώπων που επέλεξαν να κάνουν διακοπές στη χώρα μας. Οι ίδιοι άνθρωποι που μιλούν καθημερινά για πολυπολιτισμικότητα, ανεκτικότητα και ανθρώπινα δικαιώματα, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να στοχοποιούν ανθρώπους αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνικότητάς τους.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι ίδιοι που απαιτούν – και σωστά – να μην ταυτίζονται οι μουσουλμάνοι με τους φανατικούς, δεν διστάζουν οι ίδιοι να ταυτίζουν συλλογικά κάθε Ισραηλινό πολίτη με τις αποφάσεις της κυβέρνησής του. Τα διπλά πρότυπα δεν ήταν ποτέ ένδειξη ανθρωπισμού. Αν αύριο κάποιος ζητούσε να απαγορευθεί η αποβίβαση Ρώσων τουριστών λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, Ιρανών τουριστών λόγω του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης ή Τούρκων τουριστών λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής της Κύπρου, θα μιλούσαμε – και σωστά – για συλλογική ευθύνη, διακρίσεις και επικίνδυνο εθνικισμό. Όταν όμως πρόκειται για Ισραηλινούς, ξαφνικά η συλλογική τιμωρία βαφτίζεται «ακτιβισμός» και η στοχοποίηση ανθρώπων αποκλειστικά λόγω της εθνικότητάς τους παρουσιάζεται ως ηθική στάση. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή. Η συλλογική τιμωρία ανθρώπων λόγω της καταγωγής ή της εθνικότητάς τους είχε πάντοτε ένα όνομα. Και το όνομα αυτό δεν αλλάζει επειδή συνοδεύεται από αριστερά συνθήματα.
Το πιο παράδοξο, όμως, είναι άλλο. Ένα μέρος της δυτικής Αριστεράς και τμήμα της διανόησης έχει καταλήξει να υπερασπίζεται δυνάμεις που θα φυλάκιζαν τους ίδιους αν ζούσαν στα καθεστώτα που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ξεπλένουν. Υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γυναικών αλλά σιωπούν για τους Ταλιμπάν. Υπερασπίζονται τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ αλλά διαδηλώνουν δίπλα σε οργανώσεις που θα ποινικοποιούσαν την ίδια την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων. Υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου αλλά αποφεύγουν να ασκήσουν κριτική σε θεοκρατικά καθεστώτα που φυλακίζουν, βασανίζουν και εκτελούν αντιφρονούντες. Η ηθική τους πυξίδα μοιάζει να λειτουργεί μόνο προς μία κατεύθυνση. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αυτολογοκρισία της ίδιας της Δύσης. Πολλοί πολιτικοί, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι και διανοούμενοι γνωρίζουν ότι υπάρχει πρόβλημα. Αλλά φοβούνται να το περιγράψουν. Φοβούνται μήπως χαρακτηριστούν «ισλαμοφοβικοί». Και έτσι προτιμούν να επιτίθενται σε όσους επισημαίνουν τον κίνδυνο αντί να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τον κίνδυνο.
Ας είμαστε απολύτως ξεκάθαροι. Η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων είναι ειρηνικοί άνθρωποι και οι πρώτοι που υποφέρουν είναι συχνά οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι. Το πρόβλημα είναι ο ισλαμοφασισμός. Όπως ο ναζισμός δεν εξέφραζε όλους τους Γερμανούς, έτσι και ο ισλαμοφασισμός δεν εκφράζει όλους τους μουσουλμάνους. Αλλά η Ιστορία μάς έχει διδάξει κάτι πολύ σημαντικό: δεν χρειάζονται πλειοψηφίες για να προκληθούν μεγάλες καταστροφές. Χρειάζονται μόνο μικρές, αποφασισμένες και φανατισμένες μειοψηφίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα το Ισραήλ έχει καταδικαστεί και συζητηθεί σε ορισμένα δυτικά κοινοβούλια περισσότερο από χώρες όπως το Ιράν, η Συρία, η Βόρεια Κορέα ή η Κίνα. Ο Βρετανός λόρδος Ian Austin επισήμανε πρόσφατα ότι το βρετανικό Κοινοβούλιο έχει αφιερώσει δυσανάλογο χρόνο στο Ισραήλ, παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η ίδια η Βρετανία και παρά τις δεκάδες διεθνείς κρίσεις που συγκλονίζουν τον κόσμο. Η κριτική είναι θεμιτή. Η εμμονή, όμως, δεν είναι κριτική. Γιατί γεννάται εύλογα ένα ερώτημα: γιατί το μοναδικό εβραϊκό κράτος στον κόσμο αντιμετωπίζεται με μέτρα και σταθμά που δεν εφαρμόζονται σχεδόν σε κανέναν άλλο; Γιατί η Συρία δεν προκαλεί την ίδια εμμονή; Γιατί το Ιράν δεν προκαλεί την ίδια εμμονή; Γιατί οι Ταλιμπάν δεν προκαλούν την ίδια εμμονή; Γιατί η Κίνα ή η Βόρεια Κορέα δεν προκαλούν την ίδια εμμονή; Γιατί η Τουρκία, που εξακολουθεί να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος εδώ και μισό αιώνα, δεν προκαλεί την ίδια εμμονή; Όταν το μοναδικό εβραϊκό κράτος μετατρέπεται σε μόνιμο κατηγορούμενο ανεξαρτήτως γεγονότων και όταν του αποδίδεται μια μοναδική κακία που δεν αποδίδεται σε κανέναν άλλον, τότε εμφανίζονται ακριβώς τα τρία χαρακτηριστικά που ο Natan Sharansky περιέγραψε ως τη σύγχρονη μορφή του αντισημιτισμού: δαιμονοποίηση, διπλά πρότυπα και απονομιμοποίηση (demonization, double standards and delegitimization).
Το Ισραήλ δεν ζητά από την Ευρώπη να πολεμήσει για λογαριασμό του. Ζητά απλώς να καταλάβει ότι εκείνοι που πανηγύρισαν για τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου δεν μισούν μόνο τους Εβραίους. Μισούν την ίδια την ιδέα της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας των γυναικών, της ανεκτικότητας και τελικά τον ίδιο τον δυτικό τρόπο ζωής. Και όποιος πιστεύει ότι, αφού τελειώσουν με το Ισραήλ, θα αφήσουν ήσυχη την Ευρώπη, απλώς δεν έχει διαβάσει ούτε την ιδεολογία τους ούτε την Ιστορία. Η Ευρώπη έχει ξανακάνει το ίδιο λάθος. Τη δεκαετία του 1930, πολλοί πίστευαν ότι ο Χίτλερ μπορούσε να κατευναστεί. Ότι οι παραχωρήσεις θα εξασφάλιζαν την ειρήνη. Η Ιστορία απέδειξε το αντίθετο. Ο κατευνασμός δεν απέτρεψε τη σύγκρουση. Απλώς την καθυστέρησε και αύξησε το κόστος της.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης να μην είναι οι εχθροί της. Όλοι οι πολιτισμοί είχαν και έχουν εχθρούς. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος των ελίτ της μοιάζει να έχει πάψει να πιστεύει ότι ο δικός της πολιτισμός αξίζει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και ίσως το πιο τραγικό παράδοξο της εποχής μας είναι ότι η Δύση δεν απειλείται μόνο από τους εχθρούς της. Απειλείται και από εκείνους που, μέσα στην ιδεολογική τους τύφλωση, έχουν καταλήξει να λειτουργούν ως χρήσιμοι ηλίθιοι των πιο σκοτεινών και αντιδραστικών δυνάμεων του πλανήτη. Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι χρήσιμοι ηλίθιοι αντιλαμβάνονται συνήθως τον ρόλο τους τελευταίοι. Μέχρι τότε, όμως, το κόστος το πληρώνουν όλοι οι υπόλοιποι. Και ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν η Ευρώπη θα ξυπνήσει, αλλά αν θα ξυπνήσει εγκαίρως. Γιατί οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν επειδή οι εχθροί τους είναι ισχυροί. Συνήθως καταρρέουν επειδή αρνήθηκαν για πολύ καιρό να παραδεχθούν ότι οι εχθροί υπάρχουν. Και τότε, δυστυχώς, είναι ήδη αργά.
*Ο Ηλίας Πέσσαχ είναι Αναπλ. Καθηγητής Αιματολογίας
