Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, στο οποίο πλειοψηφούν οι συντηρητικοί δικαστές, απέρριψε σήμερα το αίτημα για περιορισμό της επιστολικής ψήφου, κρίνοντας ότι επιτρέπεται η καταμέτρηση των ψηφοδελτίων που παραλαμβάνονται μετά την ημέρα των εκλογών.
Η απόφαση αυτή θα επηρεάσει ενδεχομένως τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν αναγνώρισε ποτέ την ήττα του στις προεδρικές εκλογές του 2020 από τον Δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν και κατήγγειλε, χωρίς αποδείξεις, ότι διαπράχθηκε εκλογική απάτη, αντιτίθεται σθεναρά στην επιστολική ψήφο. Μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας, έκανε λόγο σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social για «τεράστια απώλεια για τα δικαιώματα των ψηφοφόρων».
Το ζήτημα που κλήθηκε να εξετάσει το Ανώτατο Δικαστήριο αφορούσε έναν νόμο του Μισισίπι, Πολιτείας που κυβερνάται από τους Ρεπουμπλικανούς. Ο συγκεκριμένος νόμος, παρόμοιος με εκείνους άλλων 30 Πολιτειών, επιτρέπει την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων που παραλαμβάνονται αρκετές ημέρες μετά την ψηφοφορία, υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν ταχυδρομική σφραγίδα με ημερομηνία, το αργότερο, την ημέρα των εκλογών.
«Οι ομοσπονδιακοί νόμοι για την ημέρα των εκλογών δεν ακυρώνουν τον νόμο του Μισισίπι», ανέφερε στο σκεπτικό της απόφασης η συντηρητική δικαστής Έιμι Κόνι Μπάρετ. Με το σκεπτικό αυτό συντάχθηκαν οι τρεις προοδευτικοί δικαστές και ο πρόεδρός του, ο συντηρητικός Τζον Ρόμπερτς.
«Το καθοριστικό στοιχείο μιας εκλογικής διαδικασίας ήταν πάντα η επιλογή του υποψηφίου από το εκλογικό σώμα», όμως αυτή η επιλογή «γίνεται όταν ολοκληρώνεται η ψηφοφορία, όχι όταν παραλαμβάνονται τα ψηφοδέλτια», πρόσθεσε.
Η Έιμι Κόνι Μπάρετ επικαλείται τον ομοσπονδιακό νόμο για την ψήφο των στρατιωτικών και των κατοίκων εξωτερικού, εξηγώντας ότι «ενώ ο νόμος αυτός ορίζει πότε πρέπει να ρίχνονται οι ψήφοι», οι πολιτειακοί νόμοι είναι αυτοί που υπαγορεύουν πότε θα πρέπει να παραλαμβάνονται.
Οι άλλοι τέσσερις συντηρητικοί δικαστές του Δικαστηρίου διαφώνησαν με την απόφαση εκφράζοντας φόβους για «αυξημένο κίνδυνο απάτης» που θα μπορούσε «να κλονίσει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των Αμερικανών στην ακεραιότητα των εκλογών της χώρας».
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο προσέφυγε κατά του νόμου του Μισισίπι, είχε δικαιωθεί από ένα Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι τα ψηφοδέλτια έπρεπε να παραληφθούν πριν κλείσουν οι κάλπες ώστε να προσμετρηθούν στα έγκυρα.
Γενικά, οι Ρεπουμπλικανοί, λένε ότι η επιστολική ψήφος, η οποία διαδόθηκε ευρέως μετά την πανδημία της Covid-19, ευνοεί την απάτη ή τροφοδοτεί υποψίες για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων.
