Υποχρεωτική διαμεσολάβηση: Ραντεβού... στις καλένδες ή ευκαιρία;

Υποχρεωτική διαμεσολάβηση: Ραντεβού... στις καλένδες ή ευκαιρία;

του Χάρη Μεϊδάνη*

Μετά την πρόσφατη γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου για την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης, ανακοίνωσε ότι η θέση σε ισχύ των σχετικών διατάξεων του πρόσφατου νόμου για τη διαμεσολάβηση, θα αναβληθεί για τις 16.9.2019.

Εκ πρώτης όψεως η αναβολή είναι εύλογη. Η διοικητική ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε (μη δεσμευτική) γνωμοδότησή της γνωμοδότησε ότι οι διατάξεις περί υποχρεωτικότητας αποτελούν κώλυμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, καθώς επιβάλουν σημαντικές δαπάνες στο «προστάδιο» της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης. Συνεπώς, καταλήγει η διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προστίθεται ένα ακόμη στάδιο στη διαδικασία με επιπλέον κόστος, κατά τρόπον ώστε να κωλύονται (λόγω αυτού του επιπλέον κόστους) τα μέρη από την προσφυγή στη Δικαιοσύνη.

Ανεξαρτήτως από τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει για τη θέση αυτή η οποία άλλωστε διατυπώθηκε με οριακή πλειοψηφία (21 προς 17), ο νόμος για τη διαμεσολάβηση είναι όντως προβληματικός. Ιδίως για το ζήτημα της υποχρεωτικότητας τα προβλήματά του είναι τεράστια. Ενέταξε στην υποχρεωτικότητα υποθέσεις όπως οι διαφορές από αυτοκίνητα και οι χρηματιστηριακές ή οι διαφορές από σήματα, χωρίς κάποιο σαφές κριτήριο. Μάλιστα, κατά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία της διαμεσολάβησης άποψη, στη διαμεσολάβηση γενικώς και πολύ περισσότερο στην υποχρεωτική, πρέπει να επιλύονται διαφορές στις οποίες προέχει η διατήρηση της σχέσης των μερών.

Αυτό διότι η διαμεσολάβηση έχει έναν συμβιβαστικό ή ακόμη και φιλικό χαρακτήρα που επιτρέπει στα μέρη να βρουν τα ίδια τη λύση στη διαφορά τους με την βοήθεια ενός τρίτου, του διαμεσολαβητή. Αντιθέτως δεν έχει νόημα σε περιπτώσεις όπως τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα που οδηγούν σε διαφορές με βάση το στοιχείο της τυχαιότητας, αφού αφορούν πρόσωπα που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους κατά πάσα πιθανότητα και επίσης δεν θα ξαναβρεθούν μαζί στο μέλλον. Άρα η διατήρηση της ανύπαρκτης σχέσης δεν νοείται και η επιλογή υποχρεωτικής υπαγωγής στη διαμεσολάβηση ξενίζει. Πέραν αυτού, οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία προϋποθέτει να είναι δυνατό το υπάρχον σώμα διαμεσολαβητών να είναι επαρκές αριθμητικά και ποιοτικά για την επίλυση ομάδας διαφορών. Τέλος, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί υποκατάστατο της Δικαιοσύνης, αλλά μία εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών που δεν αμφισβητεί το ρόλο της Δικαιοσύνης.

Η πρακτική της αξία είναι άλλη. Αντί μία διαφορά να επιλύεται αμιγώς νομικά, επιλύεται από τα ίδια τα μέρη με τη βοήθεια ενός ειδικού τρίτου προσώπου, με έμφαση στα συμφέροντα και τις ανάγκες των εμπλεκομένων. Γιαυτό και υποχρεωτικότητα δεν νοείται όταν εμφανίζεται μεγάλη ανισορροπία δυνάμεων, άλλο σφάλμα του πρόσφατου νόμου που ενέταξε και τέτοιες περιπτώσεις στις υποχρεωτικότητα.

Η αναβολή αυτή μπορεί να είναι ευκαιρία. Όχι για να παραπεμφθεί το θέμα της υποχρεωτικότητας στα καλένδες όπως αρκετοί επιθυμούν, αλλά για να αντιμετωπιστεί με τρόπο δημιουργικό. Αυτό σημαίνει να εξετάσουμε πώς η διαμεσολάβηση θα μπορέσει να αναπτυχθεί στη χώρα. Η υποχρεωτικότητα ορισμένων προσεκτικά επιλεγμένων περιπτώσεων (οικογενειακά στα οποία επιτρέπεται η ελεύθερη διάθεση δικαιώματος, αρκετά κληρονομικά, διαφορές εταίρων σε προσωπικές εταιρείες και διαφορές μεταξύ γειτόνων) όπου η διατήρηση της σχέσης έχει πρωτεύοντα ρόλο είναι απολύτως εύλογη. Μπορεί να δώσει λύσεις σε διαφορές με έντονο συναίσθημα και μεγάλη ένταση οι οποίες μπορεί να ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια τους εμπλεκόμενους. Επίσης οι λεγόμενες μικροδιαφορές (μέχρι 5.000 ευρώ) θα μπορούσαν λόγω μικρού αντικειμένου να μην απασχολούν τη Δικαιοσύνη. Ο φόβος δικηγόρων ότι θα απωλέσουν ύλη, είναι αν όχι αστήρικτος, υπερβολικός, όπως έχει δείξει η εμπειρία σε άλλες χώρες. Απλώς η ύλη θα διαφοροποιηθεί εν μέρει και θα προστεθεί σε αυτή η διαμεσολάβηση ως δραστηριότητα.

Είναι ένα κάποιο «ξεβόλεμα» για πολλούς. Όμως σε μία μεταβατική εποχή όπως η δική μας, η διατήρηση πολυετών συνηθειών και η άρνηση προσαρμογής είναι αδιανόητη, σχεδόν αυτοκαταστροφική. Επιπλέον ο ρόλος των δικαστών δεν αμφισβητείται από τη διαμεσολάβηση, όπως αρκετοί φοβούνται. Η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί «ιδιωτική δικαιοσύνη». Οι διαμεσολαβητές δεν είναι δικαστές, όπως δεν είναι και διαιτητές καθώς δεν εκδίδουν απόφαση. Είναι ουδέτεροι τρίτοι που διευκολύνουν τα μέρη να λύσουν τα ίδια τις διαφορές τους, με γνώμονα τα συμφέροντά τους. Και σε κάθε περίπτωση σε ένα υπερβεβαρυμένο σύστημα Δικαιοσύνης όπως το δικό μας, το να υπάρχουν ευκαιρίες περιορισμένης ελάφρυνσής του, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται θετικά από όλους. Όπως ο εισηγητής Αεροπαγίτης ανέφερε στο πλαίσιο της διοικητικής ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η διαμεσολάβηση δεν είναι Η λύση στα προβλήματα της Δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι και ανάθεμα. Με αυτό ως βασική σκέψη, είναι κρίσιμο όλοι οι παράγοντες της Δικαιοσύνης να επανεξετάσουν ψύχραιμα και όχι φοβικά το θέμα και να δημιουργηθεί ένα consensus περιορισμένης και λελογισμένης υποχρεωτικότητας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και το ζήτημα των εξόδων δεν θα είναι τόσο κεντρικό, όσο η διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου γνωμοδότησε με οριακή πλειοψηφία.


*Ο κ. Χάρης Μεϊδάνης Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής, Fellow του Chartered Institute of Arbitrators του Λονδίνου, Διαπιστευμένος διαμεσολαβητής.