Στασιμότητα ή double-dip;

Στασιμότητα ή double-dip;

Του Παναγιώτη Γκλαβίνη*

Διάβασα προσεκτικά την τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία αυτή τη φορά ξεπέρασε κάθε προηγούμενο σε πληρότητα και τεκμηρίωση. Έμεινα, όμως, με ένα ερωτηματικό: οδεύουμε, άραγε, σε στασιμότητα ή σε double dip;

Η Έκθεση διαπιστώνει κατ' αρχάς ότι, «πριν από την υφεσιακή υποτροπή από το 3ο τρίμηνο του 2015, η ελληνική οικονομία είχε καταγράψει για 6 συνεχόμενα τρίμηνα θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης», την ίδια στιγμή που «το 1ο τρίμηνο του 2016  αποτελεί το τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο όπου η ελληνική οικονομία καταγράφει αρνητικό ρυθμό μεγέθυνσης του τριμηνιαίου ΑΕΠ σε ετήσια βάση». Κατά το τρίμηνο αυτό, μάλιστα, «όλες οι συνιστώσες του ΑΕΠ σημείωσαν πτώση σε ετήσια βάση» (σελ. 21). Η εικόνα αυτή δεν φαίνεται ν' αλλάζει ούτε το 2ο τρίμηνο του '16, ενώ όλοι πλέον προβλέπουν νέα ύφεση για φέτος σε σχέση με το μοιραίο για τη χώρα έτος 2015.

Η Έκθεση δεν κάνει προβλέψεις, πλην όμως καταγράφει τους κινδύνους από τους οποίους απειλείται η ελληνική οικονομία, καθώς και τους περιορισμούς για μια επιτυχημένη υλοποίηση των στόχων του τρίτου Μνημονίου (σελ. 16-20). Δείκτης επιτυχίας όλων, η ανάκαμψη. «Η έμφαση στην ανάπτυξη δεν είναι τέχνασμα, αλλά αναγκαιότητα» (σελ. 16). Πλην όμως, «σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η ανάκαμψη δεν είναι ορατή» (σελ. 17).

Αν και η Έκθεση περιγράφει εμμέσως πλην σαφώς μια αποκαλυπτική εικόνα σε περίπτωση επέλευσης των κινδύνων που επισημαίνει, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια κατάσταση δυνητικής στασιμότητας (secular stagnation). Στην κεντρική πολιτική, ο κ. Βενιζέλος έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για μια κατάσταση στασιμοχρεοκοπίας, από την οποία απειλείται, στην πραγματικότητα, η οικονομία μας.

Κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση της στασιμότητας ή στασιμοχρεοκοπίας είναι αισιόδοξο σενάριο, δεδομένων των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, η οποία μάλλον βρίσκεται στο χείλος ενός double-dip. Ήτοι, μιας νέας ύφεσης που ακολουθεί μια σύντομη περίοδο ανάκαμψης που βίωσε η χώρα το 2013-2014, μετά από μια πολυετή ύφεση που γνώρισε από τα μέσα του 2008 μέχρι τις αρχές του 2013.

 

Πρόκειται για το γνωστό στους οικονομολόγους W. Όπως φαίνεται από το ανωτέρω διάγραμμα της ΕΛΣΤΑΤ που παραθέτει η Έκθεση, η οικονομία μας έκανε μια μεγάλη βουτιά στην ύφεση, η οποία άρχισε πριν ξεσπάσει η κρίση χρέους το 2009-2010, για να συνεχιστεί μέχρι και την ψήφιση του Δευτέρου Μνημονίου στις αρχές του 2012, οπότε και έκανε rebound (V), για να ανακάμψει έκτοτε σταθερά, μέχρι που βγήκε σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης στα μέσα του 2013. Το έτος αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως έτος σταθεροποίησης της οικονομίας, η οποία από την επόμενη χρονιά ανέκαμπτε με δυναμική εκτόξευσης, η οποία –λόγω κεκτημένης ταχύτητας– καταγράφηκε και το 1ο εξάμηνο του 2015, όταν πλέον δεχόταν τα καταιγιστικά πυρά της «τρελής διαπραγμάτευσης» που τη σωριάσανε στο έδαφος.

Έτσι, από το καλοκαίρι του 2015 μέχρι σήμερα, η οικονομία κάνει νέα βουτιά στην ύφεση και το ερώτημα πλέον που τίθεται είναι εάν η βουτιά αυτή θα εξελιχθεί σε double-dip (V + V = W), ή αν η οικονομία μας θα μπορέσει γρήγορα να ανακάμψει, εις τρόπον ώστε οι σχετικά μικροί μέχρι τώρα ρυθμοί συρρίκνωσης του ΑΕΠ που εμφανίστηκαν στο μεταξύ, να μην εξελιχθούν σε νέα, βαθιά ύφεση.

Ο συνάδελφος κύριος Τσακαλώτος έχει επίγνωση του κινδύνου να μην ανακάμψει γρήγορα η οικονομία και να οδηγηθεί σε double-dip. Η Έκθεση αναφέρεται σε συνέντευξη που έδωσε πριν ένα μήνα, στην οποία δήλωσε πως «αν η οικονομία δεν επιστρέψει στην ανάπτυξη το αργότερο σε ένα χρόνο “θα έχουμε αποτύχει”. Μια νέα αποτυχία θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της χώρας.» (σελ. 16)

Ποιες θα ήταν τότε οι συνέπειες; Η στασιμοχρεοκοπία, όπως την αποκαλεί ο κ. Βενιζέλος, ή η δυνητική στασιμότητα, όπως την αποκαλούν οι συντάκτες της Έκθεσης; Για να έχουμε, ωστόσο, στασιμότητα, κάποιος θα πρέπει να μας κρατήσει πάνω απ' το νερό, όπως συμβαίνει τώρα που ο ESM καλύπτει με το νέο δάνειο τις υποχρεώσεις μας ίσα-ίσα για να μην πτωχεύσουμε. Όσο, λοιπόν, διαρκεί η εξωτερική στήριξη, μπορεί πράγματι να περιορίζονται οι τάσεις επιδείνωσης της υφεσιακής πορείας, την οποία φαίνεται ξεκάθαρα πως έχει πάρει η οικονομία εδώ και ένα χρόνο. Τι θα γίνει, όμως, μετά το 2018, αν δεν έχουμε καταφέρει στο μεταξύ να βγούμε στις αγορές, ώστε να χρηματοδοτούμαστε και πάλι με τρόπο βιώσιμο από αυτές;

Το ερώτημα αυτό φέρνει ένα άλλο, που δεν είναι μόνον οικονομικό, αλλά κυρίως θεσμικό. Διότι, το εάν θ' αντέξει η χώρα σε μια κατάσταση στασιμότητας είναι ένα μόνο θέμα. Το κύριο πρόβλημα είναι πόσο διατεθειμένοι είναι οι εταίροι μας να μας συντηρούν σε μια τέτοια κατάσταση. Και το πρόβλημα αυτό, δεν είναι του μέλλοντος, αλλά του παρόντος. Διότι, ως γνωστόν, οι αγορές προεξοφλούν πάντοτε τις εξελίξεις.

Αυτά εξηγούν και τις πρόσφατες κινήσεις πανικού της Κυβέρνησης, με τον εκλογικό νόμο, αλλά και την παρέλαση των Ευρωπαίων και Αμερικανών αξιωματούχων από τη χώρα μας τελευταία. Διότι όλοι όσοι συντέλεσαν στην κατάρτιση του Τρίτου Μνημονίου, τον Ιούλιο του 2015, και του Συμπληρωματικού Μνημονίου, τον Ιούνιο του 2016, διαπιστώνουν τώρα ότι ο «ασθενής» δεν αντέδρασε όπως προεξοφλούσαν και η ελληνική οικονομία οδεύει μάλλον προς ένα double-dip. Ο κρίσιμος όρος στην Έκθεση είναι η «υποτροπή» (σελ. 21), που περιγράφει στην πραγματικότητα την απαρχή μιας τέτοιας εξέλιξης.

Στο μεταξύ, ο μεγαλογιατρός που λέγεται ΔΝΤ, περιμένει υπομονετικά στη γωνία, μέχρις οι μαθητευόμενοι μάγοι, Έλληνες και Ευρωπαίοι, να κάνουν το αγροτικό τους στην Ελλάδα. Η πρότασή του για 25ετές moratorium στην εξυπηρέτηση του χρέους μας, σε συνδυασμό με την αποπληρωμή του από το 2040 μέχρι το 2080 με 1,5% επιτόκιο, είναι μια λύση που δεν φαίνεται ν' αντιμετωπίζει τη γάγγραινα με φαρμακευτική αγωγή… Κάτι που και οι Ευρωπαίοι έχουν αρχίσει να υποψιάζονται πως ίσως να χρειαστεί τελικά, από τη στιγμή που απαίτησαν το Υπερταμείο να έχει διάρκεια … 99 χρόνων! 

* Ο κ. Γκλαβίνης είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

Σχετικό είναι και το ακόλουθο άρθρο του κ. Γκλαβίνη, που δημοσιεύτηκε εδώ στο Liberal πριν ένα μήνα: «Αντί για μια “δίκαιη ανάπτυξη”, η χώρα θα βιώσει μια άδικη ύφεση».