field_kentriki_fotografia
Νίκος Χρυσός: Κάθε βιβλίο δεν περικλείει απλώς μια ιστορία, αλλά έναν κόσμο κι ένας κόσμος δεν χωρά σε μια φράση ή σε δυο

«Κάθε βιβλίο είναι μια νέα περιπέτεια, αμφισβητεί τις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητες στις οποίες με οδήγησε το προηγούμενο. Κατά τη διάρκεια της σύνθεσής του δεν έχω παρά μόνο ερωτήματα και απορίες. Γράφοντας ένα βιβλίο ξανανακαλύπτω τον κόσμο (δεν ξέρω αν θα είχα διάθεση ή κουράγιο να γράψω, αν είχα καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα για την τέχνη ή τη ζωή).»

Αποκαλύπτει ο Νίκος Χρυσός στο Liberal.gr και με αυτό το σκεπτικό έγραψε «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» αλλά και την «Καινούργια μέρα» του που τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) 2019, το Βραβείο Λογοτεχνικού Περιοδικού "Κλεψύδρα" αλλά και με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο που προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα.

«Η ακόρεστη δίψα μας για ιστορίες είναι η πραγματική μου εμμονή. Ο τρόπος που οι αφηγήσεις μάς καθορίζουν και μας διαμορφώνουν. Καθένας μας, μέσα κι έξω από τα βιβλία είναι φορέας αφηγήσεων. Η επαναφήγηση και του παραμικρού περιστατικού της ζωής δρα πολλαπλασιαστικά στην ένταση και στη σημασία του. Στην πραγματικότητα δεν είναι μια εμμονή αλλά μια αφορμή για να αναστοχάζομαι διαρκώς την ανθρώπινη περιπέτεια.»

Θα υποστηρίζει μιλώντας για τις συγγραφικές εμμονές και το λογοτεχνικό του αντικείμενο. Όσο για το επόμενο μυθιστόρημά του, όπως θα πει, δεν περιγράφεται έτσι σε μια δυο γραμμές: «Γράφω μια ιστορία που δεν έχει ξεδιπλώσει ακόμα τις διαστάσεις της και γι’ αυτό είναι δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτήν. Ένας άντρας φιλοξενείται σε ένα διαμέρισμα σε μια πόλη που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ πριν κι εκεί ανακαλύπτει τα ίχνη μιας απρόσμενης παρουσίας. Ένας άλλος άντρας, τραυματισμένος από τις συνέπειες της φυσικής φθοράς του, αναζητά γιατρειά. Η ιστορία αρχίζει όταν τα δυο αυτά πρόσωπα συναντιούνται. Λέω καμιά φορά, αστειευόμενος, σε φίλους που με ρωτάν για την υπόθεση των προηγούμενων βιβλίων μου, πως αν μπορούσα να τα διηγηθώ σε δυο προτάσεις δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να τα γράψω. Κάθε βιβλίο δεν περικλείει απλώς μια ιστορία, αλλά έναν κόσμο κι ένας κόσμος δεν χωρά σε μια φράση ή σε δυο.»

Η κουβέντα που ακολουθεί είναι χαρακτηριστική και αρκούντως αποκαλυπτική για πολλά.

Συνέντευξη στο Νίκο Χρυσό

-Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Όταν ξεκινώ να γράφω μια ιστορία, μελετώ τη βασική συνθήκη και τους χαρακτήρες, καταγράφοντας σε τετράδια – ιδέες, φράσεις και επεισόδια της πλοκής. Όσο διαρκεί αυτή η περίοδος γράφω οπουδήποτε, στο γραφείο, στον καναπέ, στο κρεβάτι, στον δρόμο, σε λεωφορεία και τρένα, σε καφενεία, σε παραλίες· συλλέγω το υλικό που θα αξιοποιήσω αργότερα – αρκετό από το υλικό αυτό καταλήγει, φυσικά, στα σκουπίδια. Όταν αρχίζω να συνθέτω το βιβλίο χρειάζομαι συγκέντρωση και μια σχετική τάξη, χρειάζομαι επίσης τα εργαλεία μου, λεξικά, άτλαντες, εγκυκλοπαίδειες. Δουλεύω συνήθως τα βράδια, ξεκινώ λίγο πριν ή λίγο μετά τα μεσάνυχτα και γράφω για τρεις περίπου ώρες (θα ήθελα να είχα περισσότερο χρόνο αλλά δεν το επιτρέπει η δουλειά μου – από την άλλη, η καθημερινή συναναστροφή με τους επισκέπτες του παλαιοβιβλιοπωλείου δίνει διαρκώς αφορμές για νέες ιστορίες). Κατά τη διάρκεια της επόμενης μέρας ξανακοιτάζω όσα έχω γράψει, διορθώνω, σημειώνω παρατηρήσεις ή ιδέες που θα μου φανούν χρήσιμες στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Η συνθετική δουλειά γίνεται ωστόσο τα βράδια. Μου αρέσουν εκείνες οι ώρες, η πόλη ησυχάζει, οι καθημερινές έγνοιες ξεχνιούνται για λίγο. Όταν δεν γράφω, διαβάζω – οι ιστορίες ζωντανεύουν με μεγαλύτερη ένταση εκείνες τις ώρες.

-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Κάθε ιστορία υποβάλλει τους δικούς της κανόνες. Προτιμώ να μην έχω ένα αυστηρό πλάνο, όσο όμως προχωρά η διαδικασία της σύνθεσης, δημιουργείται μοιραία ένα σχέδιο, το οποίο σταδιακά μου επιβάλλεται. Εξαρτάται, βέβαια, και από το είδος της ιστορίας. Σε ένα διήγημα, το υλικό καταλαμβάνει μικρότερη έκταση και δεν χρειάζεται την ίδια οργάνωση που απαιτείται σ’ ένα μυθιστόρημα – το μυθιστόρημα συναρτά έναν κόσμο, οφείλεις να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή την ιστορία, τη γεωγραφία του, τις φωνές των χαρακτήρων, ένα πολύπλοκο δίκτυο δράσεων και αντιδράσεων. Αυτό βέβαια σημαίνει πως επανέρχομαι τακτικά στις προηγούμενες σελίδες και τις επεξεργάζομαι δεύτερη και τρίτη φορά.

Δεν ξέρω αν θα είχα το κουράγιο να γράψω μια ιστορία αν ήξερα την αρχή και το τέλος της, αν γνώριζα και το παραμικρό επεισόδιο. Αν είχα συνθέσει ένα τόσο αναλυτικό πλάνο της, θα έχανα μάλλον κάθε ενδιαφέρον να τη γράψω.

-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Δεν έχω κάποιο σχετικό περιστατικό να σας διηγηθώ. Υπάρχει πάντως κάτι παράξενο και αλλόκοτο στην ίδια τη διαδικασία της γραφής. Συνομιλείς με χάρτινους χαρακτήρες, «βιώνεις» τις περιπέτειες και τα δράματά τους, το ανοίκειο συχνά καθίσταται οικείο. Χρειάστηκα οκτώ χρόνια για να ολοκληρώσω την Καινούργια μέρα. Η θλίψη που βίωσα τελειώνοντας το βιβλίο και αποχαιρετώντας τους ήρωές του είναι από τα πιο παράξενα πράγματα που μου έχουν συμβεί. Το πένθος είχε την ένταση που προκαλεί η απώλεια αγαπημένων προσώπων. Όταν αναλογίζομαι αυτή την περίοδο μου φαίνεται πραγματικά αλλόκοτη.

-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Η ακόρεστη δίψα μας για ιστορίες είναι η πραγματική μου εμμονή. Ο τρόπος που οι αφηγήσεις μάς καθορίζουν και μας διαμορφώνουν. Καθένας μας, μέσα κι έξω από τα βιβλία είναι φορέας αφηγήσεων. Η επαναφήγηση και του παραμικρού περιστατικού της ζωής δρα πολλαπλασιαστικά στην ένταση και στη σημασία του. Στην πραγματικότητα δεν είναι μια εμμονή αλλά μια αφορμή για να αναστοχάζομαι διαρκώς την ανθρώπινη περιπέτεια.

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Παρατηρώντας την πραγματικότητα γεννιούνται διαρκώς ιδέες για ιστορίες, οι περισσότερες από αυτές ξεχνιούνται ή παραμένουν προσχέδια στα χαρτιά. Κάθε τόσο μια εικόνα, μια φράση, ένα επεισόδιο επιστρέφει και με στοιχειώνει – αποφασίζω τότε να διερευνήσω τις διαστάσεις του. Έτσι περίπου ξεκινά να γράφεται ένα βιβλίο. Την περίοδο αυτή γράφω ένα μυθιστόρημα και η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να μιλώ για τη διαδικασία της γραφής. Κάθε βιβλίο είναι μια νέα περιπέτεια, αμφισβητεί τις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητες στις οποίες με οδήγησε το προηγούμενο. Κατά τη διάρκεια της σύνθεσής του δεν έχω παρά μόνο ερωτήματα και απορίες. Γράφοντας ένα βιβλίο ξανανακαλύπτω τον κόσμο (δεν ξέρω αν θα είχα διάθεση ή κουράγιο να γράψω, αν είχα καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα για την τέχνη ή τη ζωή).

- Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Μου αρέσει όταν οι χαρακτήρες των βιβλίων μου με εκπλήσσουν, χρειάζεται δηλαδή να είναι «ζωντανοί», να «αναπνέουν», να κουβαλούν τις αντιφάσεις που κουβαλάμε όλοι μας. Αν και ακούγεται κοινότοπο, αφελές ή ίσως υπερβολικό, νομίζω πως οι ηρωίδες και οι ήρωες με διαλέγουν, δεν τους διαλέγω.

-Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;

Μια παραμελημένη κούκλα, της μητέρας ή της αδερφής μου, έγινε κάποτε η αφορμή να γραφτούν δυο χαρακτήρες, μια άστεγη γυναίκα, και η κούκλα της. Αυτό συνέβη πριν πολλά χρόνια, γράφοντας ένα έργο, μαζί με δυο καλούς φίλους, τον συγγραφέα Λευτέρη Γιαννακουδάκη και τον ποιητή Σπύρο Τσοτάκο, για τη θεατρική ομάδα του Βιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το έργο, με τίτλο Aeterna Veritas, παίχτηκε στην Αθήνα και στην Πάτρα και η κούκλα υποδυόταν βέβαια τον εαυτό της. Αυτή η κούκλα, η Αντιγόνη, έγινε έτσι κομμάτι της προσωπικής μου μυθολογίας, απέκτησε, κατά κάποιο τρόπο, καινούργια ζωή και με συντροφεύει ακόμα. Το ίδιο και οι δυο καλοί φίλοι με τους οποίους μοιράστηκα εκείνη την περιπέτεια.

-Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;

Ανατρέχοντας στα παιδικά μου χρόνια, δεν θυμάμαι το πρώτο βιβλίο που μου έκανε εντύπωση, θυμάμαι όμως πάντα την εντύπωση που μου προκαλούσε κάθε βιβλίο. Η μυστική δύναμή του να με ταξιδεύει, να μου αποκαλύπτει κόσμους και ανθρώπους που δεν θα είχα αλλιώς την ευκαιρία να γνωρίσω. Ο Βερν ήταν από τους μεγάλους γητευτές των παιδικών μου χρόνων, όχι μονάχα με τις συναρπαστικές περιπέτειές του, αλλά και με τα κοινωνικά έργα του. Θυμάμαι την εντύπωση που μου προκάλεσε Ο Μικρός Ιρλανδός. Θυμάμαι ακόμα τη συγκίνηση που ένιωσα διαβάζοντας για πρώτη φορά, δώδεκα χρονών, το «Μαραμπού» του Καββαδία. Ο τρόπος που η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής είχε «χωρέσει» σε λίγους στίχους με συνάρπασε.

-Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;

Επιστρέφω συχνά στα βιβλία που αγαπώ. Κάποτε διάβαζα τακτικά τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη – παρότι διαδραματίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μου θύμιζε την Κρήτη των παιδικών μου χρόνων, όχι τόσο η τραχύτητα των κύριων χαρακτήρων, όσο η γλυκύτητα των δευτεραγωνιστών και η γοητεία του τόπου. Διαβάζω τακτικά τη Βάρδια του Καββαδία – ο πατέρας μου ήταν ναυτικός κι έτσι με συνδέουν προσωπικές μνήμες και ζωντανές αφηγήσεις με αυτό το βιβλίο. Κρατώ πάντα δίπλα στο κρεβάτι μου μου Το Κουτσό, του Κορτάσαρ και Το Βιβλίο της άμμου, του Μπόρχες, επιδέχονται αμέτρητες αναγνώσεις και παραμένουν πάντα γοητευτικά. Δεν υπάρχει ωστόσο ένα βιβλίο που μου άλλαξε τη ζωή, η ζωή μου έγινε και παραμένει συναρπαστική χάρη σε κάθε βιβλίο που πιάνω στα χέρια μου.

-Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;

Δεν θα είχε νόημα να αρχίσω να παραθέτω ονόματα. Η σχέση μας με τους συγγραφείς που αγαπάμε είναι μια προσωπική σχέση, θυμίζει πολύ τη σχέση μας με τους ανθρώπους που επιλέξαμε να μας συντροφεύουν, χαρακτηρίζεται συχνά από αντιφάσεις ή έστω δυσνόητες συνάφειες, θα χρειαζόταν για παράδειγμα πολύς χρόνος για να εξηγήσω τι με συνδέει με τον Σκαρίμπα και τον Ιζζό, με τον Μητσάκη και τον Μπολάνιο, με τον Σαραντάρη και τον Σινόπουλο.

-Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;

Όταν γράφω είμαι απορροφημένος στην ιστορία και δεν αντιλαμβάνομαι τα εξωτερικά ερεθίσματα. Μπορώ λοιπόν να γράφω, ενώ γύρω μου οι άνθρωποι συζητούν ή φωνάζουν, ενώ παίζει η τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, οτιδήποτε και να συμβαίνει παραμένω ανεπηρέαστος. Όσο όμως το βιβλίο πλησιάζει προς στο τέλος, όταν πρέπει να γίνει η τελική επεξεργασία, τότε χρειάζομαι ησυχία. Η περίοδος αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη, αφού πρέπει να κοιτάξω το κείμενο με άλλα μάτια και να δω αν πραγματικά μεταδίδει, όχι μόνο την ιστορία, αλλά και τη δυναμική της, την ατμόσφαιρά της· αν τελικά ανασυνθέτει την εντύπωση της ζωντανής ζωής, όχι μια φωτογραφική αποτύπωση της, αλλά ένα αφαιρετικό σχήμα που ανακαλεί τη ζωή, όπως για παράδειγμα ένα πορτραίτο του Μπουζιάνη ή του Τζακομέττι.

-Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;

Γράφω μια ιστορία που δεν έχει ξεδιπλώσει ακόμα τις διαστάσεις της και γι’ αυτό είναι δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτήν. Ένας άντρας φιλοξενείται σε ένα διαμέρισμα σε μια πόλη που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ πριν κι εκεί ανακαλύπτει τα ίχνη μιας απρόσμενης παρουσίας. Ένας άλλος άντρας, τραυματισμένος από τις συνέπειες της φυσικής φθοράς του, αναζητά γιατρειά. Η ιστορία αρχίζει όταν τα δυο αυτά πρόσωπα συναντιούνται. Λέω καμιά φορά, αστειευόμενος, σε φίλους που με ρωτάν για την υπόθεση των προηγούμενων βιβλίων μου, πως αν μπορούσα να τα διηγηθώ σε δυο προτάσεις δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να τα γράψω. Κάθε βιβλίο δεν περικλείει απλώς μια ιστορία, αλλά έναν κόσμο κι ένας κόσμος δεν χωρά σε μια φράση ή σε δυο.

[Το εργαστήρι του συγγραφέα]