Από τι είναι φτιαγμένες οι πόλεις

Από τι είναι φτιαγμένες οι πόλεις

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Μιλήσαμε σε δύο σημειώματα στη σειρά, αυτό και αυτό, για το πόσο εύκολα συνηθίζουμε το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, και για το πώς γινόμαστε ένα μαζί του και ακολουθούμε τις τύχες του, χωρίς καν να είμαστε σε θέση να το καταλάβουμε: αν αξίζει, θέλουμε ακόμη περισσότερο από αυτό? αν καταρρέει, καταρρέουμε και εμείς μαζί του. Μιλήσαμε ακόμη για τη σταδιακή φθορά δύο πόλεων: αργή και πολυετή στην περίπτωση της Αθήνας, μα που εντάθηκε δραματικά από τα γεγονότα που προκάλεσε η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, και αλματώδη στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, που δεν άντεξε καν μία δεύτερη θητεία του Μπουτάρη — τόσο ήταν, τόσο μπορούσε.

Η μαρτυρία (και το μαρτύριο…) του κέντρου τόσο της μίας όσο και της άλλης πόλης είναι χαρακτηριστική. Βοά. Οι άνθρωποι, όσοι έμειναν και θέλουν να δουλέψουν, εννοώ, και να δουν την πόλη τους να ανθεί —δεν έχω χώρο για τους άλλους, ούτε για έναν από τους άλλους—, ζουν με τα ψέματα. Ναι, έχει και τα καλά της και η μία και η άλλη πόλη. Ένα νεοκλασικό εκεί, ένα ίδρυμα παρέκει, μια παραλία, ένα Μέγαρο, μια Βιβλιοθήκη, πέντε κλασικά στέκια, δυο πάρκα, κάποιες όμορφες γωνιές. Έχουν. Και λειτουργούν όπως ο προαυλισμός των κρατουμένων, και το επισκεπτήριό τους. Με άλλα λόγια: δεν μας φτάνουν. Κι αν μας έφταναν, θα ήμασταν εγκληματίες. Ή, ακόμη χειρότερα: για φτύσιμο.

Πριν προχωρήσω όμως στο «κυρίως θέμα» του σημερινού σημειώματος, επιτρέψτε μου να πω δύο μόνο παραπάνω λόγια ως προς αυτό που υπαινίσσομαι συνεχώς από προχθές: ότι, «αν αξίζει, θέλουμε ακόμη περισσότερο από αυτό».

Τι σημαίνει; Σημαίνει το εξής.

Όταν πρωτοήρθαμε στην Πράγα πριν από σχεδόν δύο χρόνια, μου έκαναν εντύπωση πολλά, πάρα πολλά πράγματα. Ας πούμε, αυτό το εξωφρενικό ότι δεν χρειάζεται να κοιτάξεις και από τις δύο μεριές ενός μονοδρόμου αν θέλεις να περάσεις απέναντι. Κανείς ποτέ δεν θα διανοηθεί να πάει ανάποδα σε μονόδρομο, ακόμη κι αν έχει πιει πριν πιάσει το τιμόνι. (Γιατί κάποιοι πίνουν και οδηγούν. Πολλοί από αυτούς συλλαμβάνονται μετά από λίγο. Παρακολουθώ συστηματικά το Δελτίο τής εδώ Δημοτικής Αστυνομίας, είναι ένα από τα χόμπι μου. Η αυστηρότητα και η προσήλωση στους τύπους με την οποία λειτουργούν οι άνδρες και οι γυναίκες της δεν θεωρείται αυστηρότητα, και σίγουρα όχι προσήλωση στους τύπους, αλλά ιερά και καλά αμειβόμενη υποχρέωση έναντι του συνόλου). Ή, για να μείνουμε στα της κυκλοφορίας, μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι στις διαβάσεις των πεζών τα αμάξια κοκαλώνουν και ότι… υποχρεούσαι να περάσεις απέναντι ακόμη και αν το μετάνιωσες στο μεταξύ — αλλιώς οι οδηγοί θα περιμένουν εκεί μέχρι να ασπρίσουν. Ή, η τήρηση του χρονοδιαγράμματος από τα τραμ, τα λεωφορεία και το μετρό: λειτουργούν στην εντέλεια, σαν το ρολόι του Καντ. Δεν μπορείς να πεις ότι καθυστέρησε το τραμ αν αργήσεις στο ραντεβού σου. Τα τραμ δεν καθυστερούν, ποτέ. Αν μάλιστα για κάποιον απίθανο λόγο φτάσουν ένα λεπτό πιο πριν στην επόμενη στάση, θα μείνουν εκεί ένα λεπτό. Ακριβώς. Και μετά θα ξαναξεκινήσουν. Δεν έχει καταγραφεί περιστατικό καθυστέρησης κάποιου οχήματος της δημόσιας συγκοινωνίας, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν καταγράφονται σεισμοί εδώ.

Θα μπορούσα να μιλάω επί μερικές χιλιάδες λέξεις για όλα αυτά (τη συγκοινωνία, την καθαριότητα, την απουσία αδέσποτων ζώων, την αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας που έχεις στην πόλη κλπ. κλπ.), αλλά δεν έχουμε χρόνο και δεν είναι το θέμα μας αυτό. Το θέμα μας είναι πως, μολονότι πρόπερσι κατά 100% και πέρυσι κατά 90% ήμουν μαγεμένος από όλα αυτά, φέτος δεν μου κάνουν καμία εντύπωση. Απολύτως καμία. Τα συνήθισα. Θέλω παραπάνω. Πολλά παραπάνω. Αν δω πεταμένη γόπα κάτω, εξεγείρομαι. Αν δω ακαθαρσίες σκύλου, πράγμα που συμβαίνει από καμιά φορά, νιώθω ότι είμαι στην Καμπούλ, ή στην Προξένου Κορομηλά. Δυο πεταμένα πλαστικά μπουκάλια από αναψυκτικά μέσα σε ένα παρτέρι μού χαλάνε τη διάθεση.

Και, ναι. Το Διαμέρισμά μας εδώ, που στέλνει συνεργεία να ελέγξουν τα πάρκα, διαπίστωσε ότι νεαροί που κάνουν πάρτι κάτω από μία γέφυρα τώρα τελευταία αφήνουν σκουπίδια εκεί. Ανέβασε και μερικές φωτογραφίες. Η μία από αυτές έδειχνε ένα κουτάκι από μπίρα. Ένα κουτάκι. Ω του εγκλήματος. Και έγραφε η δημοσίευση ότι προχώρησε ο Δήμαρχος σε διάβημα προς τη Δημοτική Αστυνομία για περισσότερες περιπολίες στα πάρκα. Ξαναλέω, ζήτησαν τη συνδρομή της Αστυνομίας. Κάτι που σε μας θα ήταν casus beli και θα 'χαμε ηρωικά μπάχαλα πάλι της εξεγερμένης νεολαίας…

Θα το ξαναπώ κι αυτό άλλη μία: ούτε εμένα (πια) μου φτάνουν τα καλά της πόλης, που είμαι χθεσινός (μάλιστα, έχω γίνει πλέον και έντονα επικριτικός απέναντι σε όσα στραβά διακρίνω), ούτε, πόσο δε μάλλον, των ντόπιων — και δη των Αρχών. Και ξέρετε γιατί; Θα σας πω γιατί. Γιατί η Πράγα, μία μικρή πόλη (είναι όσο η Θεσσαλονίκη) με πολύπαθη ιστορία, πολλές φορές κατακτημένη, καμένη, με διώξεις και προγραφές κατοίκων της —τραγικές ιστορίες, όλο άρωμα προπολεμικής Ευρώπης—, με σαράντα χρόνια χούντα, με φτώχεια αβυσσαλέα και με στομωμένη κουλτούρα, η Πράγα λοιπόν μ' αυτά και μ' αυτά έφτασε να είναι η 6η πιο πλούσια ζώνη της Ευρώπης. Τα ενοίκια των σοβαρών κατοικιών είναι στον Θεό. Οι επενδύσεις ξεπερνούν κάθε δυνατότητα άμεσης απορρόφησης. Οι ξένες εταιρίες παρακαλάνε για χώρο και συνεργάτες. Οι μισθοί των καλά καταρτισμένων στελεχών είναι ήδη υψηλοί. Η ανεργία είναι 0%. Και η ανάπτυξη θα συνεχιστεί για τα επόμενα πολλά χρόνια, ακόμη και αν χτυπήσει όλη τη Δύση άλλη μία οικονομική κρίση στο μεταξύ. (Πράγμα διόλου απίθανο).

Γιατί όλα αυτά που κάνουν μία πόλη πόλη (αυτά που κάνουν μία πόλη πόλη είναι οι άνθρωποι που χτίζουν σπίτια και μαγαζιά κολλητά το ένα στο άλλο, και οι νόμοι τους: οι νόμοι είναι του ανθρώπου, δεν είναι του Γιαραμπή), όλα αυτά που κάνουν μία πόλη πόλη προσθέτουν στη δυνατότητα και την υποχρέωση του ανθρώπου να είναι ευτυχής. Και να κάνει αυτό που θέλει να κάνει. (Και που δεν μας πέφτει λόγος τι σημαίνει αυτό για τον καθένα).

Αυτό σημαίνει λοιπόν το «αν αξίζει το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, θέλουμε ακόμη περισσότερο από αυτό».

Ακόμη κι εγώ, που μεγάλωσα στην τριτοκοσμική Χαριλάου, που πέρασα ένα τέταρτο του αιώνα στα μίζερα Εξάρχεια με τις πολιτοφυλακές τους και που έζησα πέντε χρόνια στο θλιβερό κέντρο της Θεσσαλονίκης, που σου πιάνεται η καρδιά να το βλέπεις και να το ζεις, ακόμα κι εγώ σηκώνω το φρύδι αν δω πεταμένο τσιγάρο στον δρόμο ή αν δεν είναι κόντρα ξυρισμένος ο οδηγός τής Uber: λες και είχα και στο χωριό μου.

Όμως φάγαμε τον χώρο σήμερα. Να με συμπαθάτε. Αύριο η συνέχεια και το τέλος αυτής της σειράς σημειωμάτων για τις πόλεις. Που την κάνουμε, και ελπίζω να είναι προφανές αυτό, ενόψει των Αυτοδιοικητικών Εκλογών που πλησιάζουν. Εκλογών που μπορεί να γεννήσουν τέρατα, ειδικά στην άτυχη πόλη που αγαπώ όσο καμιά άλλη — τη Θεσσαλονίκη.

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]