Η σύνοδος του ΝΑΤΟ και το νέο γεωπολιτικό στοίχημα της Τουρκίας
Γ. Ατσαλάκης

Η σύνοδος του ΝΑΤΟ και το νέο γεωπολιτικό στοίχημα της Τουρκίας

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 Ιουλίου ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη από μια ακόμη συνάντηση των κρατών-μελών της Συμμαχίας. Πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τις αμυντικές δαπάνες και τη ρωσική απειλή, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα βαθύτερο γεωπολιτικό ερώτημα: επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αναθέσουν μεγαλύτερη περιφερειακή ευθύνη στην Τουρκία για τη διαχείριση της Μέσης Ανατολής;

Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα κάποια επίσημη απόφαση που να επιβεβαιώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο, μια σειρά εξελίξεων των τελευταίων ετών, το τεράστιο χρέος και το έλλειμμα της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, η εσωτερική διαμάχη που τείνει σε διχασμό και άλλων παραγόντων, δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον στο πλαίσιο εξοικονόμησης δαπανών (π.χ. οι χώρες του ΝΑΤΟ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες) εξετάζει πλέον ένα διαφορετικό μοντέλο περιφερειακής ισορροπίας.

Οι ΗΠΑ αναζητούν έναν νέο περιφερειακό πυλώνα στη Μέση Ανατολή. Στον οποίο ίσως η Τουρκία να διεκδικεί ρόλο με την συμμαχία των τουρκόφωνων κρατών. Οι ΗΠΑ θέλουν να ετοιμαστούν για ένα νέο γεωπολιτικό κίνδυνο έλλειψης ημιαγωγών. Η Ταϊβάν δεν είναι απλώς ένα νησί που αμφισβητείται από την Κίνα. Είναι το σημαντικότερο σημείο συμφόρησης της ψηφιακής οικονομίας. Εάν τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημείο από το οποίο περνά η ενέργεια του βιομηχανικού κόσμου, η Ταϊβάν αποτελεί το σημείο από το οποίο περνά η «υπολογιστική ενέργεια» του ψηφιακού κόσμου. Στον 21ο αιώνα ο στρατηγικός πόρος αλλάζει ξανά. Δεν είναι πλέον το πετρέλαιο. Είναι οι προηγμένοι ημιαγωγοί που παράγονται κυρίως στην Ταϊβάν.

Η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε φάση αναπροσαρμογής. Μετά από δύο δεκαετίες στρατιωτικών επεμβάσεων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, η Ουάσιγκτον δείχνει ολοένα και λιγότερο διατεθειμένη να αναλαμβάνει άμεσα το κόστος της περιφερειακής διαχείρισης. Η μεταφορά μεγαλύτερης ευθύνης σε ισχυρούς περιφερειακούς συμμάχους δεν αποτελεί καινούργια ιδέα. Εκείνο που αλλάζει σήμερα είναι ίσως η ταυτότητα του πιθανότερου υποψηφίου.

Για μεγάλο διάστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριζαν την περιφερειακή τους πολιτική σε τρεις βασικούς άξονες: το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τις μοναρχίες του Κόλπου. Όμως οι εξελίξεις μετά την Αραβική Άνοιξη, ο πόλεμος στη Συρία, η σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ αραβικών κρατών και Ιράν, καθώς και η αυξανόμενη στρατιωτική και βιομηχανική ισχύς της Τουρκίας δημιούργησαν ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η Τουρκία είναι μια από τις αναθεωρητικές χώρες που σκέφτονται να αναβιώσουν την Οθωμανική τους επιρροή. Επί μακρόν στερεί το πλούτο από τον λαό της και τον μετατρέπει σε επιθετικούς στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Ως μια χερσαία δύναμη χάνει ισχύ όσο το εμπόριο και η ενέργεια διέρχεται από τις θάλασσες και όχι από την στεριά.

Θεωρεί τις χώρες (τις θαλάσσιες χώρες) που πλουτίζουν από το ελεύθερο θαλάσσιο εμπόριο ως ανταγωνιστές. Δεν θέλει ελεύθερους θαλάσσιους διαδρόμους για αυτό αμφισβητεί το θαλάσσιο δίκαιο. Δεν θέλει ένα κόσμο με κανόνες που όλοι αμοιβαία θα κερδίζουν από το εμπόριο και τη διπλωματία. Αντιθέτως θέλει ένα κόσμο κατακερματισμένο όπου με τη στρατιωτική της ισχύ θα ασκεί επιρροή  και θα ελέγχει τους εμπορικούς διαδρόμους χωρίς να την ενοχλεί κάποια μεγάλη δύναμη. Συνεργάζεται με άλλες χώρες που έχουν τις ίδιες αναθεωρητικές επιδιώξεις οι οποίες  είναι και αυτές χερσαίες δυνάμεις αλλά έχουν και ανελεύθερα καθεστώτα, όπως Ιράν, Ρωσία, Κίνα κλπ. 

 Δεν λειτουργεί πλέον ως μια απλή περιφερειακή δύναμη. Εξελίσσεται στον κεντρικό κόμβο ενός ευρύτερου γεωπολιτικού δικτύου που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Νότιο Καύκασο, το Πακιστάν, το Κατάρ, το Κέρας της Αφρικής και τη Μέση Ανατολή. Διεκδικεί ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και απειλεί την χώρα μας. Παράλληλα, επιχειρεί να διαμορφώσει έναν άτυπο συνασπισμό με τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Αίγυπτο, το λεγόμενο σχήμα των «Μεγάλων Τεσσάρων», το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε νέο πόλο ισχύος στον μουσουλμανικό κόσμο.

Η πιθανότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τον πρόσφατο πόλεμο γύρω από το Ιράν. Παρά τις πανηγυρικές δηλώσεις και από τις δύο πλευρές, το πρόσφατο μνημόνιο κατανόησης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί οριστική διπλωματική λύση. Αντίθετα, μοιάζει περισσότερο με μια προσωρινή ανάπαυλα, η οποία επιτρέπει και στις δύο πλευρές να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους πριν από τον επόμενο γύρο αντιπαράθεσης. Τέτοιοι πόλεμοι σταματούν όταν το κόστος δεν είναι πλέον αποδεκτό και από τις δυο πλευρές. 

Το ίδιο το περιεχόμενο του μνημονίου είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Στην ουσία πρόκειται για μια συμφωνία ώστε να ξεκινήσουν συνομιλίες σχετικά με ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης, το οποίο ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί. Το Ιράν δεν έχει κανένα κίνητρο να εγκαταλείψει το σημαντικότερο διαπραγματευτικό του πλεονέκτημα, δηλαδή το πυρηνικό του πρόγραμμα, χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα. Παράλληλα, οι προσδοκίες περί άμεσης εισροής εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων επενδύσεων δεν φαίνεται να στηρίζονται σε πραγματικά οικονομικά δεδομένα.

Η διεθνής αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως χώρα υψηλού πολιτικού και επενδυτικού κινδύνου. Κανένας μεγάλος επενδυτής δεν δεσμεύει εύκολα κεφάλαια σε έργα υποδομών όταν εξακολουθούν να υφίστανται κυρώσεις, θεσμική αβεβαιότητα και γεωπολιτικός κίνδυνος. Έτσι, οι αναφορές σε μελλοντικές επενδύσεις λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο παρά ως άμεσα υλοποιήσιμο οικονομικό σχέδιο.

Αυτό σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να χρειάζονται έναν αξιόπιστο περιφερειακό εταίρο. Το Ισραήλ ασφαλώς αποτελεί τον σημαντικότερο στρατηγικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Ωστόσο, η ίδια η ισραηλινή στρατηγική φαίνεται να μεταβάλλεται. Μετά τον πόλεμο με το Ιράν, το Τελ Αβίβ διαπιστώνει ότι δεν αρκεί πλέον η αντιμετώπιση μόνο της Τεχεράνης. Η άνοδος της Τουρκίας δημιουργεί μια δεύτερη μεγάλη στρατηγική πρόκληση. Ήδη, το Ισραήλ θεωρεί πλέον την Τουρκία σχεδόν υπαρξιακή απειλή και επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασίας με την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γαλλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ινδία και μέσω του μελλοντικού Ινδικού δρόμου του μεταξιού (IMEC).

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται το μεγάλο δίλημμα της αμερικανικής πολιτικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αγνοήσουν το Ισραήλ. Ταυτόχρονα όμως δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν και την Τουρκία.

Η Άγκυρα διαθέτει σήμερα τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, σημαντική παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αυξανόμενη επιρροή στον Νότιο Καύκασο, παρουσία στη Συρία, ενεργό ρόλο στη Λιβύη και ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στην Κεντρική Ασία. Παράλληλα, η Τουρκία αποτελεί έναν από τους βασικούς ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία. 

Από γεωοικονομική άποψη, αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο κόσμος εισέρχεται πλέον σε μια νέα εποχή όπου η ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς ή ενεργειακά αποθέματα. Καθορίζεται από την ικανότητα μιας χώρας να προστατεύει εμπορικές ροές, ενεργειακούς διαδρόμους, υποθαλάσσια καλώδια, αλυσίδες εφοδιασμού και κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές.

Το Στενό του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα, η Ταϊβάν, τα δίκτυα φυσικού αερίου, οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν πλέον τμήματα του ίδιου γεωοικονομικού παζλ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προβλεψιμότητα μετατρέπεται στο σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η χώρα που μπορεί να εγγυηθεί σταθερές εμπορικές και ενεργειακές ροές προσελκύει επενδύσεις. Η χώρα που προστατεύει τις θαλάσσιες οδούς αποκτά γεωπολιτική αξία. Η χώρα που θεωρείται αξιόπιστη ενσωματώνεται ευκολότερα στα διεθνή δίκτυα τεχνολογίας, χρηματοδότησης και παραγωγής. Αντίθετα, μια χώρα που παράγει διαρκή αβεβαιότητα μπορεί να προκαλεί φόβο, αλλά δύσκολα μπορεί να αποτελέσει μακροχρόνιο οικονομικό εταίρο. Αυτό ακριβώς φαίνεται να αναζητεί σήμερα η Ουάσιγκτον.

Όχι, έναν νέο περιφερειακό ηγεμόνα, αλλά έναν περιφερειακό διαχειριστή. Μια δύναμη αρκετά ισχυρή ώστε να αναλαμβάνει μέρος του κόστους σταθεροποίησης της περιοχής, χωρίς όμως να αμφισβητεί άμεσα τη συνολική αμερικανική στρατηγική.

Η Τουρκία φαίνεται να διαθέτει αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Και υπόσχεται στις ΗΠΑ ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάσχεση της επιρροής της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν στην περιοχή. Παραμένει όμως ένα μεγάλο ερώτημα. Μπορεί μια τόσο ισχυρή Τουρκία να παραμείνει ταυτόχρονα πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα αμερικανικά συμφέροντα; Η απάντηση δεν είναι προφανής. Η Άγκυρα συνεχίζει να διατηρεί σχέσεις τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Κίνα, συμμετέχει σε πολλαπλά γεωπολιτικά σχήματα και επιδιώκει ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Από την άλλη πλευρά η κακή της οικονομική κατάσταση την κάνει ευάλωτη.

Αυτό σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δύσκολα θα επιδιώξουν μια πλήρη μεταβίβαση περιφερειακής ευθύνης. Πιθανότερο είναι να επιχειρήσουν μια προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ, διατηρώντας παράλληλα ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τις αραβικές μοναρχίες.

Η σύνοδος του ΝΑΤΟ της 7ης Ιουλίου δύσκολα θα ανακοινώσει επίσημα μια τέτοια στρατηγική. Είναι όμως πιθανό να αποκαλύψει τις κατευθύνσεις της. Αν η Τουρκία εμφανιστεί ως βασικός πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας, αν ενισχυθεί περαιτέρω η στρατιωτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αν επιβεβαιωθεί η συμμετοχή της σε νέους ενεργειακούς και μεταφορικούς διαδρόμους, τότε ίσως να δρομολογηθεί η σταδιακή ανάδειξή της σε βασικό περιφερειακό διαχειριστή. Όχι επειδή η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει τη Μέση Ανατολή. Αλλά επειδή η νέα γεωοικονομία απαιτεί διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της ισχύος.

Η εποχή κατά την οποία μία υπερδύναμη αναλάμβανε μόνη της την ασφάλεια ολόκληρων περιοχών φαίνεται να υποχωρεί. Στη θέση της διαμορφώνεται ένα πολυκεντρικό σύστημα, όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα βασίζονται ολοένα περισσότερο σε ισχυρούς περιφερειακούς εταίρους. Ίσως, λοιπόν το πραγματικό ερώτημα της συνόδου του ΝΑΤΟ να μην είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μεταβιβάσουν περιφερειακή ευθύνη στην Τουρκία. 

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Τουρκία είναι έτοιμη να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο χωρίς να ανατρέψει τις ίδιες τις ισορροπίες που καλείται να διαφυλάξει. Οικονομικά υπερεκτείνεται με υπερβολικές δημόσιες δαπάνες και συνεχή υποτίμηση της τουρκικής λίρας από την υπερβολική εκτύπωση χρήματος για να καλύπτει τις δαπάνες.  Χωρίς ενεργειακή ανεξαρτησία, χωρίς υψηλή τεχνολογία και χωρίς ισχυρό νόμισμα δεν μπορεί ένα κράτος να γίνει σημαντική δύναμη. Υπολογίζει όμως ότι εάν αναλάβει περιφερειακό ρόλο  θα αποκομίσει τα αντίστοιχα οικονομικά οφέλη για να ανακάμψει.

 Όλα αυτά υπό την απειλή των συνεπειών μιας σοβαρής κρίσης στην Ταϊβάν που θα ήταν πιθανότατα, μεγαλύτερες από εκείνες μιας νέας ενεργειακής κρίσης στον Περσικό Κόλπο. Δεν απαιτείται καν μια πλήρους κλίμακας στρατιωτική εισβολή. Ένας ναυτικός αποκλεισμός, μια κυβερνοεπίθεση, μια διακοπή λειτουργίας των λιμανιών ή ακόμη και η αμφιβολία ότι η TSMC θα συνεχίσει να παραδίδει τα προϊόντα της θα αρκούσε για να προκαλέσει παγκόσμιο σοκ. Τι θα αποφασίσουν οι ΗΠΑ και οι τυχόν σύμμαχοι τους, έχει μεγάλη σημασία για την διατήρηση της παγκόσμιας τάξης. Εάν ενισχυθούν αναθεωρητικές δυνάμεις όπως η Τουρκία, ίσως επί πλέον επανακάμψουν δριμύτερες χώρες όπως η Ρωσία και το Ιράν που έχουν ήδη δοκιμάσει το υψηλό κόστος της επιδίωξης αναθεωρητικών γεωπολιτικών στόχων.


* Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος – Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης