H περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων δεύτερου τριμήνου, με φόντο τη διόρθωση των μετοχών μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, την αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων και τον κίνδυνο επανεμφάνισης του πληθωρισμού, βρίσκει τους επενδυτές σε φάση αυξημένης ανησυχίας.
Η πρώτη γεύση της περιόδου εταιρικών αποτελεσμάτων ήλθε αυτή την εβδομάδα από την PepsiCo την Πέμπτη και την Delta Airlines την Παρασκευή. Την επόμενη εβδομάδα θα ανακοινώσουν αποτελέσματα οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, ανάμεσα τους η JPMorgan και η Goldman Sachs.
Ανάμεσα στα κύρια ερωτήματα που απασχολούν τους επενδυτές είναι το αν οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι πρόθυμες να δαπανούν μεγάλα ποσά για την τεχνητή νοημοσύνη και επίσης το αν οι καταναλωτές εξακολουθούν να ξοδεύουν αρκετά ώστε να στηρίζουν την κερδοφορία των επιχειρήσεων εκτός του κλάδου τεχνολογίας.
Τα συνολικά κέρδη των εισηγμένων του δείκτη S&P500 εκτιμάται ότι θα αυξηθούν πάνω από 24% σε σχέση με πέρυσι, φθάνοντας λίγο κάτω από τα $700 δισ., σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.
Πρόκειται για ελαφρώς βραδύτερο ρυθμό αύξησης σε σύγκριση με το σχεδόν 30% που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς. Ωστόσο, θα αποτελέσει την καλύτερη επίδοση κερδοφορίας στο πρώτο εξάμηνο από το 2020.
Το ενδιαφέρον στη περίοδο ανακοινώσεων δεύτερου τριμήνου θα κορυφωθεί αργότερα μέσα στον μήνα όταν η Alphabet, μητρική της Google, και η Meta Platforms (Facebook) θα ανοίξουν τον κύκλο αποτελεσμάτων των κολοσσών της χρηματιστηριακής αγοράς. Θα ακολουθήσουν σύντομα η Amazon, η Microsoft και η Apple, ενώ η Nvidia θα ολοκληρώσει την περίοδο ανακοινώσεων στα τέλη Αυγούστου.
Συνολικά, οι εταιρείες αυτές αναμένεται να δώσουν την απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τις δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη καθώς ο κλάδος τεχνολογίας εκτιμάται ότι θα συνεισφέρει σχεδόν τα δύο τρίτα της προβλεπόμενης συνολικής αύξησης των εταιρικών κερδών.
Η χρηματιστηριακή αγορά έχει ανάγκη από μεγαλύτερη σαφήνεια.
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες το επενδυτικό περιβάλλον ήταν αρκετά ευνοϊκό με τους αναλυτές να προβλέπουν θεαματική αύξηση της εταιρικής κερδοφορίας και τις μετοχές να καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά.
Τα μακροοικονομικά στοιχεία ξεπερνούσαν τις προσδοκίες και η αγορά εργασίας συνέχιζε να δείχνει αξιοσημείωτη αντοχή. Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει πλέον μεταβληθεί αισθητά.
Σήμερα, οι μετοχές εισέρχονται στην περίοδο εταιρικών αποτελεσμάτων υπό σαφώς μεγαλύτερη πίεση. Οι αγορές έχουν κλονιστεί από τη βίαιη διόρθωση των τεχνολογικών μετοχών αλλά και από το ενδεχόμενο κατάρρευσης των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, εξέλιξη που ενισχύει τις τιμές πετρελαίου και ασκεί πιέσεις στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Ο S&P500 καταγράφει πλέον απώλειες γύρω στο 2% από το ιστορικό υψηλό στις 2 Ιουνίου ενώ ο δείκτης Nasdaq Composite έχει υποχωρήσει μέχρι τη μέση της διαδρομής προς το όριο της τεχνικής διόρθωσης στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Ο κλάδος τεχνολογίας που τα τελευταία τρία χρόνια έχει συμβάλει καθοριστικά τόσο στην αύξηση των εταιρικών κερδών όσο και στην άνοδο της αγοράς βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με σημαντικές πιέσεις.
Ο κλαδικός δείκτης ημιαγωγών PHLX Semiconductor έχει υποχωρήσει 14% από το ιστορικό υψηλό στα τέλη Ιουνίου, ενώ κορυφαίες εταιρείες του κλάδου όπως η Micron Technology και η κρατικά υποστηριζόμενη Intel δείχνουν να έχουν εισέλθει σε καθεστώς bear market.
O δείκτης που παρακολουθεί τις λεγόμενες ᾽Υπέροχες 7᾽ χάνει γύρω στο 7% από το ιστορικό υψηλό στα τέλη Μαΐου.
Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν την πίεση στις αμερικανικές επιχειρήσεις καθώς τα αποτελέσματα τους καλούνται να δώσουν νέα ώθηση στις μετοχές, βγάζοντας τες από την πρόσφατη στασιμότητα, και να ενισχύσουν το επενδυτικό κλίμα στο δεύτερο εξάμηνο της χρονιάς.
