Την ικανοποίησή τους για την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης σχετικά με τα δάνεια του νόμου Κατσέλη εκφράζουν παράγοντες της αγοράς διαχείρισης απαιτήσεων, αποδίδοντας παράλληλα εύσημα στις πρωτοβουλίες του υπουργείου Δικαιοσύνης που επιταχύνουν τις δικαστικές διαδικασίες και διευκολύνουν τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, οι δύο αυτές παρεμβάσεις ενισχύουν τη λειτουργία του κλάδου, περιορίζουν την αβεβαιότητα που είχε δημιουργηθεί μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου και διαμορφώνουν ένα περισσότερο προβλέψιμο πλαίσιο για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, προς όφελος τόσο των επενδυτών όσο και της ευρύτερης οικονομίας.
Οι αλλαγές στη Δικαιοσύνη
Παράγοντες της αγοράς χαρακτηρίζουν ως ιδιαίτερα σημαντικές τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζει το υπουργείο Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας ότι αντιμετωπίζουν μία από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας: τους μεγάλους χρόνους απονομής της Δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρουν, η επιτάχυνση της έκδοσης διαταγών πληρωμής, η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και η εκκαθάριση μεγάλου αριθμού εκκρεμών υποθέσεων αναμένεται να μειώσουν αισθητά τους χρόνους αναμονής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι διαδικασίες που μέχρι πρότινος απαιτούσαν ακόμη και 2 χρόνια εκτιμάται ότι θα ολοκληρώνονται πλέον μέσα σε περίπου 20 ημέρες, επιταχύνοντας τόσο τις αναδιαρθρώσεις όσο και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν αφορούν αποκλειστικά τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, αλλά το σύνολο της οικονομίας, καθώς η ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης μειώνει το κόστος για επιχειρήσεις και πολίτες, ενισχύει την αποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών και δημιουργεί ένα πιο φιλικό περιβάλλον για επενδύσεις.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Σε ό,τι αφορά τη νομοθετική ρύθμιση για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη, οι τελευταίες εκτιμήσεις της αγοράς συγκλίνουν στο ότι ο οικονομικός αντίκτυπος είναι αισθητά χαμηλότερος από τις αρχικές προβλέψεις.
Ειδικότερα, το κόστος για τις τιτλοποιήσεις που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Ηρακλής» εκτιμάται πλέον κοντά στα 400 εκατ. ευρώ, έναντι αρχικών εκτιμήσεων που έφταναν ακόμη και το 1,1 δισ. ευρώ, ενώ οι κρατικές εγγυήσεις δεν αναμένεται να επηρεαστούν.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι δεν αναμένεται ουσιαστική αναθεώρηση των επιχειρηματικών σχεδίων των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, καθώς η βασική οικονομική επίπτωση αφορά πρωτίστως τους επενδυτές που κατέχουν τις τιτλοποιήσεις και όχι τις ίδιες τις εταιρείες διαχείρισης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η ρύθμιση μπορεί να έχει και θετική επίδραση στις ανακτήσεις, καθώς η ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκεκριμένης κατηγορίας δανειοληπτών αναμένεται να περιορίσει τον κίνδυνο νέων αθετήσεων ρυθμίσεων και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη εισπραξιμότητα των χαρτοφυλακίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν, τέλος, στο γεγονός ότι η νομοθετική παρέμβαση ακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα την απόφαση του Αρείου Πάγου, εξέλιξη που -όπως σημειώνουν- αποκατέστησε γρήγορα τη βεβαιότητα γύρω από το ισχύον πλαίσιο.
Όπως εξηγούν, για τους επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί στις ελληνικές τιτλοποιήσεις, η σταθερότητα των κανόνων αποτελεί βασικό παράγοντα αξιολόγησης της αγοράς, καθώς επιτρέπει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και περιορίζει την αβεβαιότητα.
Ο εξωδικαστικός
Σημαντική αλλαγή καταγράφεται, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, και στον τρόπο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με τις συναινετικές λύσεις να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος.
Εκτιμάται ότι πλέον μία στις δύο υποθέσεις επιλύεται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, εξέλιξη που αποδίδεται τόσο στη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου όσο και στην αυξημένη διάθεση πιστωτών και οφειλετών να καταλήγουν σε βιώσιμες ρυθμίσεις αντί να οδηγούνται σε πολυετείς δικαστικές αντιπαραθέσεις.
Το προεκλογικό περιβάλλον
Παρά το γεγονός ότι η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο, παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι δεν έχει καταγραφεί μεταβολή στο επενδυτικό κλίμα ούτε αλλαγή στον επιχειρηματικό σχεδιασμό των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Όπως σημειώνουν, οι εταιρείες του κλάδου συνεχίζουν να υλοποιούν τα επιχειρησιακά τους σχέδια με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τους στόχους των τιτλοποιήσεων, χωρίς να ενσωματώνουν διαφορετικά πολιτικά σενάρια ή προσδοκίες για νέες παρεμβάσεις.
