Το ιαπωνικό γεν κάτω από την πίεση των τιμών ενέργειας που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και το φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα 2,3 τρισ. δολαρίων που παρουσίασε η Πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι χωρίς όμως να προσδιορίσει τις πηγές χρηματοδότησης του, υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδό του έναντι του δολαρίου από το 1986 την Τρίτη, διατηρώντας τους επενδυτές σε εγρήγορση για πιθανή παρέμβαση από τις ιαπωνικές αρχές.
(σ.σ:Την Τετάρτη υποχώρησε εκ νέου πάνω από τα 162,5 δολάρια, σηματοδοτώντας το χαμηλότερο επίπεδό του εδώ και τέσσερις δεκαετίες).
Πράγματι η υπουργός Οικονομικών της Ιαπωνίας, Σατσούκι Καταγιάμα, δήλωσε την Τρίτη ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα κατά των υπερβολικών κινήσεων των νομισμάτων. Πολύ σημαντικό επίσης είναι ότι η υπουργός θα προβεί στην όποια απόφαση κατόπιν συνεννόησης με τις ΗΠΑ. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Αυτό περιλαμβάνει τη λήψη αποφασιστικών μέτρων, όπως επιβεβαιώθηκε μεταξύ Ιαπωνίας και ΗΠΑ».
Αλλά και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου Μινόρου Κιχάρα αν και αρνήθηκε να σχολιάσει την αδυναμία του γιεν, δήλωσε σε τακτική συνέντευξη Τύπου την Τρίτη ότι η ιαπωνική κυβέρνηση θα εργαστεί για να οικοδομήσει μια οικονομία λιγότερο ευάλωτη στην αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών, παραμένοντας παράλληλα έτοιμη να παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος εάν χρειαστεί.
Η παρέμβαση λοιπόν είναι σχεδόν βέβαιη, αλλά όχι και η αλλαγή τάσης με την επικεφαλής επενδύσεων της Nomura για τη Βόρεια Ασία, Τζούλια Γουάνγκ να εκτιμά ότι αν και η Ιαπωνία θα μπορούσε να παρέμβει στην αγορά συναλλάγματος, οι ευρύτερες προοπτικές του γιεν παραμένουν αδύναμες.
Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλες διαφορές επιτοκίων και πραγματικών αποδόσεων μεταξύ Ιαπωνίας και ΗΠΑ συνεχίζουν να ευνοούν τις συναλλαγές carry trade, στις οποίες οι επενδυτές δανείζονται φθηνά σε γιεν και επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης απόδοσης αλλού, ασκώντας καθοδική πίεση στο ιαπωνικό νόμισμα.
Για πολλούς αναλυτές, όσο υπάρχουν αυτοί οι συντελεστές στο τραπέζι, μια παρέμβαση είναι απίθανο να αλλάξει την μακροπρόθεσμη κατεύθυνση του νομίσματος.
Υπενθυμίζουμε ότι μεταξύ Απριλίου και Μαΐου η Ιαπωνία διέθεσε πάνω από 11,7 τρισ. γιεν -72,8 δισ. δολάρια- σε συναλλαγματικά αποθέματα για να στηρίξει το νόμισμα.
Στις 30 Απριλίου, το γεν ανατιμήθηκε απότομα στα 156,6 έναντι του δολαρίου από 160,39, πυροδοτώντας εικασίες ότι το Τόκιο είχε εισέλθει στην αγορά. Το νόμισμα ανατιμήθηκε περίπου στα 155 την επόμενη ημέρα, προτού συνεχίσει εν κατακλείδι την πτώση του.
Ούτε το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε πρόσφατα το βασικό επιτόκιο στο 1% , το υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μπόρεσε να κάνει τη διαφορά.
Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης έγινε καθώς η Ιαπωνία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις, εν μέρει από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ΗΠΑ- Ιράν.
Παρά ταύτα η επίδραση στο γιεν ήταν βραχύβια, ενώ και οι αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν απότομα στο άκρο των υπερ-μακροπρόθεσμων ομολόγων, με την απόδοση των 40ετών ομολόγων να φτάνει το 3,85% και την απόδοση του 30ετούς ομολόγου το 3,967%.
Ο κίνδυνος για τις αγορές
Η συνεχιζόμενη αδυναμία του ιαπωνικού γιεν αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες συστημικές απειλές για τα παγκόσμια χρηματιστήρια λόγω του κινδύνου μιας βίαιης αναστροφής του carry trade, κατά το οποίο επενδυτές και hedge funds δανείζονται τεράστια ποσά σε γιεν με σχεδόν μηδενικά επιτόκια από την Ιαπωνία, και τα μετατρέπουν σε δολάρια ή ευρώ προκειμένου να τα επενδύσουν σε στοιχεία υψηλού ρίσκου, όπως οι τεχνολογικές μετοχές, ομόλογα ή κρυπτονομίσματα.
Για ουκ ολίγους αναλυτές η ακραία υποτίμηση του ιαπωνικού νομίσματος λειτουργεί ως «ωρολογιακή βόμβα» για τις διεθνείς αγορές, καθώς εάν το γιεν αρχίσει να ενισχύεται απότομα —είτε λόγω επιθετικών παρεμβάσεων της Κυβέρνησης της Ιαπωνίας είτε λόγω αύξησης επιτοκίων από την Bank of Japan (BoJ)— το κόστος αποπληρωμής των δανείων αυτών θα αυξηθεί ραγδαία.
Ένα τέτοιο σενάριο θα έχει σαν αποτέλεσμα μια σειρά αλυσιδωτών ρευστοποιήσεων. Βλέπετε, για να κλείσουν τις θέσεις τους χωρίς τεράστιες απώλειες οι επενδυτές, θα αναγκαστούν να πουλήσουν μαζικά μετοχές ώστε να αγοράσουν γιεν και να ξεπληρώσουν τα δάνεια.
Μια παρόμοια, βίαιη αναστροφή τον Ιούλιο/Αύγουστο του 2024 είχε προκαλέσει πτώση άνω του 10% στον δείκτη S&P 500 μέσα σε λίγες ημέρες.
Το σενάριο αυτό δεν έχει λίγες πιθανότητες. Ήδη η ιαπωνική κυβέρνηση και η Υπουργός Οικονομικών προειδοποιούν συνεχώς για «αποφασιστική δράση». Το υπερβολικά αδύναμο γιεν εκτινάσσει το κόστος εισαγωγής ενέργειας για την Ιαπωνία, πιέζει την εγχώρια κατανάλωση, απειλεί την κερδοφορία των ιαπωνικών επιχειρήσεων που δεν εξάγουν και αυξάνει τον πολιτικό κίνδυνο. Μια ξαφνική, μαζική αγορά γιεν λοιπόν από την κεντρική τράπεζα είναι ίσως προ των πυλών και δεν αποκλείεται να προκαλέσει υψηλή μεταβλητότητα στις αγορές συναλλάγματος και μετοχών.
Τώρα όσον αφορά το σενάριο η BoJ να αναγκαστεί να αμυνθεί επιθετικά υπέρ του γιεν και να αρχίσει να πουλάει αμερικανικά κρατικά ομόλογα από τα τεράστια αποθεματικά της για να αντλήσει δολάρια, πιστεύουμε ότι δεν θα γίνει χωρίς συνεννόηση με τις ΗΠΑ.
Όπως και να έχει τα assets που έχουν δεχθεί τη μεγαλύτερη ροή κεφαλαίων από το carry trade όπως οι μετοχές τεχνολογίας και τα κρυπτονομίσματα θα πιεστούν. Επίσης θα πληγούν οι εξαγωγικές εταιρείες της Ιαπωνίας καθώς ευνοούνται από το αδύναμο γιεν.
Γιατί η αγορά αγνοεί τον κίνδυνο
Θα αναρωτηθεί στο σημείο αυτό κανείς: Μήπως οι διαχειριστές κεφαλαίων έχουν ήδη εντοπίσει τον κίνδυνο και «μαζεύονται»;
Kι όμως…
Το carry trade στο ιαπωνικό γιεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο φουλ, με τις καθαρές θέσεις των κερδοσκόπων εναντίον του νομίσματος να έχουν αγγίξει πρόσφατα υψηλά 9 ετών. Αντί οι διαχειριστές κεφαλαίων να το αποφεύγουν, συνεχίζουν να ρισκάρουν επιθετικά, ορμώμενοι από δύο παράγοντες.
Ο πρώτος είναι το χάσμα των επιτοκίων μεταξύ ΗΠΑ-Ιαπωνίας το οποίο παραμένει τεράστιο. Παρά το γεγονός ότι BoJ προχώρησε πρόσφατα σε αύξηση επιτοκίων στο 1% , εντούτοις η Fed διατηρεί τα δικά της επιτόκια κοντά στο 3,75%. Μια διαφορά της τάξης των 275 μονάδων βάσης λοιπόν συνεχίζει να προσφέρει τεράστια, εγγυημένα κέρδη στους επενδυτές.
Ο δεύτερος είναι η αποτυχία των πρόσφατων παρεμβάσεων. Το Τόκιο ξόδεψε πρόσφατα πάνω από 73 δισ. δολάρια για να στηρίξει το γιεν, όμως το νόμισμα υποχώρησε στα χαμηλά επίπεδα που είχε να δει από το 1986.
Ως εκ τούτου, οι traders βλέπουν ότι οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα και συνεχίζουν να «σορτάρουν» το γιεν χωρίς φόβο.
Βέβαια οι πιο συντηρητικοί διαχειριστές, βλέπουν τον κίνδυνο και έχουν αρχίσει να μειώνουν την έκθεσή τους. Γνωρίζοντας τι συνέβη στο μίνι κραχ του Αυγούστου του 2024, προτιμούν είτε να κλειδώνουν κέρδη είτε να στρέφονται σε εναλλακτικά νομίσματα χρηματοδότησης όπως το κινεζικό γουάν, θεωρώντας ότι το γιεν έχει πλέον αγγίξει τα ακραία όριά του.
Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
