Ο πόλεμος στο Ιράν επαναφέρει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, δοκιμάζοντας την ετοιμότητα των κεντρικών τραπεζών απέναντι σε ένα νέο ενεργειακό σοκ. Το βασικό ερώτημα είναι αν επαναλαμβάνεται το σκηνικό του 2022, όταν ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 10,6% μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σημειώνει σε ανάλυσή της η Handelsblatt, υπενθυμίζοντας ότι η Κριστίν Λαγκάρντ διαμηνύει ότι δεν θα επιτραπεί ανάλογη εξέλιξη, ενώ ο Μπόρις Βούισιτς υποστηρίζει ότι «τα μαθήματα έχουν ληφθεί».
Παρά τις εμφανείς ομοιότητες, το σημερινό περιβάλλον παρουσιάζει και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις:
Πρώτον, το ενεργειακό σοκ είναι εκ νέου καθοριστικό: η τιμή του Brent πλησιάζει τα 100 δολάρια, ενώ το φυσικό αέριο καταγράφει σημαντικές αυξήσεις. Ωστόσο, σε αντίθεση με το 2022, ο πληθωρισμός ξεκινά κοντά στον στόχο του 2%, γεγονός που περιορίζει την ένταση των πιέσεων. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, αν και παραμένουν επιμέρους στενότητες με επιπτώσεις σε κρίσιμους κλάδους.
Δεύτερον, η «μνήμη» του πληθωρισμού λειτουργεί πλέον ως καταλύτης. Καταναλωτές και επιχειρήσεις αντιδρούν ταχύτερα σε αυξήσεις τιμών, ενώ ενισχύονται οι προσδοκίες για μισθολογικές προσαρμογές. Οι κεντρικοί τραπεζίτες ανησυχούν ιδιαίτερα για τις δευτερογενείς επιπτώσεις, που μπορούν να παγιώσουν τον πληθωρισμό. Όπως επισημαίνει η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, η μετάδοση ενός ενεργειακού σοκ στις τιμές καταναλωτή μπορεί να είναι ταχύτερη από ό,τι είχε εκτιμηθεί.
Τρίτον, το μάθημα της καθυστερημένης αντίδρασης το 2022 έχει οδηγήσει σε διαφορετική προσέγγιση. Τότε, η ΕΚΤ αύξησε επιθετικά τα επιτόκια όταν ο πληθωρισμός είχε ήδη εκτροχιαστεί. Σήμερα, το βασικό επιτόκιο βρίσκεται ήδη σε ουδέτερο επίπεδο, ενώ η σταδιακή συρρίκνωση του ισολογισμού συμβάλλει σε πιο αυστηρή νομισματική στάση.
Τέταρτον, η στρατηγική έχει αναθεωρηθεί σε βάθος. Η ΕΚΤ εγκαταλείπει τις προκαθορισμένες δεσμεύσεις και υιοθετεί ευέλικτη, συνεδρίαση-με-συνεδρίαση αξιολόγηση των δεδομένων. Οι κρίσεις προσφοράς αντιμετωπίζονται πλέον ως δυνητικά μόνιμες πηγές πληθωρισμού, με προδιάθεση για ταχύτερη παρέμβαση εφόσον απαιτηθεί.
Πέμπτον, το δίλημμα της νομισματικής πολιτικής παραμένει οξύ. Η πιθανότητα αυξήσεων επιτοκίων βρίσκεται στο τραπέζι, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, καθώς η ΕΚΤ ισορροπεί μεταξύ πληθωριστικών κινδύνων και ασθενούς ανάπτυξης. Ορισμένοι εκτιμούν ότι περιορισμένες αυξήσεις θα μπορούσαν να ακολουθηθούν από μειώσεις τα επόμενα χρόνια.
Συνολικά, η ΕΚΤ εμφανίζεται πιο προετοιμασμένη και ευέλικτη σε σχέση με το 2022. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και η πρόκληση διαχείρισης ενός νέου ενεργειακού σοκ χωρίς εκτροχιασμό της οικονομίας εξακολουθεί να δοκιμάζει τα όρια της νομισματικής πολιτικής.
