Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα θυμίζει λίγο πυραμίδα. Οι σημερινοί συνταξιούχοι που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας λαμβάνουν τη σύνταξη τους, αφενός από τις εισφορές των εργαζομένων που βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας και αφετέρου από τους φόρους που καταβάλουν οι φορολογούμενοι. Και το πρόβλημα είναι ότι η μεν βάση της πυραμίδας «αραιώνει» επικίνδυνα λόγω του δημογραφικού, η δε φορολογική επιβάρυνση αυξάνει επικίνδυνα.
Η υπογεννητικότητα, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η διαρκής πίεση στα δημόσια οικονομικά αναγκάζουν πολλές χώρες να αναζητούν νέα μοντέλα και τρόπους για τη χρηματοδότηση των συντάξεων. Ανάμεσα στα συστήματα που προσελκύουν το μεγαλύτερο διεθνές ενδιαφέρον βρίσκεται αυτό της Αυστραλίας. Το οποίο εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες αποτελεί σημείο αναφοράς για οικονομολόγους, ασφαλιστικούς οργανισμούς και κυβερνήσεις.
Σε αντίθεση με το ελληνικό μοντέλο, το οποίο βασίζεται όπως προαναφέραμε κυρίως στην αναδιανεμητική αρχή, δηλαδή οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων να χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, η Αυστραλία έχει υιοθετήσει ένα υβριδικό σύστημα. Η κρατική σύνταξη λειτουργεί σαν ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του συνταξιοδοτικού εισοδήματος προέρχεται από ατομικές αποταμιεύσεις που επενδύονται για δεκαετίες μέσω ενός συστήματος που ονομάζεται Superannuation. Ενός όρου που θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως «υποχρεωτική κεφαλαιοποιητική συνταξιοδοτική αποταμίευση μέσω των εργοδοτών».
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα αποθεματικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια παγκοσμίως, με περιουσιακά στοιχεία που υπερβαίνουν τα AU$4 τρισ. (αυστραλιανά δολάρια), καθιστώντας τα αυστραλιανά συνταξιοδοτικά ταμεία σημαντικούς θεσμικούς επενδυτές στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών.
Η φιλοσοφία του αυστραλιανού συνταξιοδοτικού συστήματος βασίζεται σε τρεις πυλώνες, οι οποίοι λειτουργούν συμπληρωματικά, ο ένας στον άλλον.
Ο πρώτος είναι το «Age Pension», δηλαδή η κρατική σύνταξη γήρατος, που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τη γενική φορολογία και όχι από ασφαλιστικές εισφορές.
Ο δεύτερος είναι το «Superannuation», δηλαδή το υποχρεωτικό κεφαλαιοποιητικό σύστημα συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, μέσω του οποίου κάθε εργαζόμενος αποκτά έναν προσωπικό επενδυτικό λογαριασμό.
Και ο τρίτος πυλώνας αφορά την ιδιωτική αποταμίευση, δηλαδή τις προαιρετικές επενδύσεις των εργαζομένων σε μετοχές, ομόλογα, τραπεζικές καταθέσεις, ακίνητα, αμοιβαία κεφάλαια και άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα που εκδίδουν οι θεσμικοί επενδυτές.
Η συνδυαστική λειτουργία αυτών των τριών πυλώνων / μηχανισμών επιτρέπει στην πλειονότητα των Αυστραλών να διατηρεί ένα υψηλό επίπεδο εισοδήματος μετά τη συνταξιοδότηση.
Ο πρώτος μηχανισμός συνταξιοδότησης, το «Age Pension» είναι η κρατική σύνταξη που χορηγείται με κοινωνικά κριτήρια. Το «Age Pension» δεν είναι αντίστοιχο της ελληνικής εθνικής σύνταξης. Ούτε αποτελεί δικαίωμα που αποκτάται αποκλειστικά μέσω της εργασίας. Αποτελεί μια κοινωνική παροχή, η οποία χορηγείται μόνο σε όσους πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια ηλικίας, διαμονής και οικονομικής κατάστασης.
Σήμερα, το όριο ηλικίας για τη χορήγηση του «Age Pension» έχει διαμορφωθεί στα 67 έτη. Ενώ ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ζήσει για σημαντικό χρονικό διάστημα στην Αυστραλία ως μόνιμος κάτοικος. Η χορήγηση της σύνταξης εξαρτάται από δύο βασικά κριτήρια. Το πρώτο είναι το «Income Test», δηλαδή ο έλεγχος των εισοδημάτων και το δεύτερο είναι το «Assets Test», δηλαδή αξιολόγηση του ύψους της συνολικής περιουσίας.
Όσο μεγαλύτερα είναι τα εισοδήματα ή το ύψος της περιουσίας του αιτούντος, τόσο μειώνεται η κρατική σύνταξη, μέχρι και την πλήρη διακοπή της. Με αυτόν τον τρόπο, το «Age Pension» λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής, από τα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους, παρέχοντας προστασία κυρίως στους οικονομικά ασθενέστερους.
Ο δεύτερος μηχανισμός συνταξιοδότησης, το «Superannuation», αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία 40 χρόνια στην Αυστραλία. Υιοθετήθηκε το 1992, όταν θεσπίστηκε η υποχρεωτική εργοδοτική εισφορά στο σύστημα «Superannuation».
Έτσι, κάθε εργοδότης καταβάλλει υποχρεωτικά ποσοστό του μισθού του εργαζομένου σε έναν προσωπικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σταδιακά μέσα στα χρόνια και πλέον αντιστοιχεί στο 12% του μισθού, ενισχύοντας σημαντικά τις μελλοντικές αποταμιεύσεις των εργαζομένων.
Οι εισφορές δεν χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των σημερινών συντάξεων, όπως συμβαίνει στα αναδιανεμητικά συστήματα. Αντιθέτως, επενδύονται από επαγγελματίες διαχειριστές κεφαλαίων σε διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια που περιλαμβάνουν μετοχές, κρατικά και εταιρικά ομόλογα, ακίνητα, αμοιβαία κεφάλαια, ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, έργα υποδομών με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άλλα επενδυτικά προϊόντα.
Η φιλοσοφία πίσω από το «Superannuation» είναι απλή. Όσο περισσότερα χρόνια παραμένουν επενδεδυμένα τα κεφάλαια, τόσο μεγαλύτερη είναι η απόδοση από τη συσσώρευση τόκων, μερισμάτων και εν γένει των αποδόσεων.
Και ο τρίτος μηχανισμός συνταξιοδότησης είναι ο προσωπικός λογαριασμός της ατομικής αποταμίευσης του κάθε εργαζόμενου. Αυτό μπορεί να είναι οι επενδύσεις στο χρηματιστήριο, η αγορά ακινήτων ή οι επιπλέον εθελοντικές εισφορές στον λογαριασμό «Superannuation». Η κυβέρνηση ενθαρρύνει ενεργά τους εργαζόμενους να ενισχύουν αυτόν τον τρίτο προσωπικό πυλώνα, παρέχοντας φορολογικές απαλλαγές, έτσι ώστε οι σημερινοί εργαζόμενοι και αυριανοί συνταξιούχοι να μην βασίζονται αποκλειστικά στο κρατικό επίδομα.
Τα χρήματα που βρίσκονται στον προσωπικό λογαριασμό του «Superannuation», μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά μετά τη συνταξιοδότηση και την επίτευξη της προβλεπόμενης ηλικίας πρόσβασης, με ορισμένες εξαιρέσεις που αφορούν σοβαρή αναπηρία, ανίατες ασθένειες ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις. Παράλληλα, κατά τη συνταξιοδότηση, ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει είτε την καταβολή εφάπαξ ποσού, είτε τη μετατροπή του κεφαλαίου σε τακτικό μηνιαίο εισόδημα μέσω ειδικών συνταξιοδοτικών προϊόντων.
Το αυστραλιανό μοντέλο παρουσιάζει τα ακόλουθα τρία σημαντικά πλεονεκτήματα.
Περιορίζει τη δημοσιονομική επιβάρυνση του κράτους, καθώς μεγάλο μέρος των συντάξεων χρηματοδοτείται από ιδιωτικές αποταμιεύσεις και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παράλληλα, δημιουργεί τεράστια επενδυτικά κεφάλαια που στηρίζουν την ανάπτυξη της οικονομίας, χρηματοδοτώντας επιχειρήσεις, υποδομές, ενεργειακά έργα και τεχνολογικές επενδύσεις.
Επιπλέον, κάθε εργαζόμενος γνωρίζει ότι οι εισφορές του συγκεντρώνονται στον προσωπικό του λογαριασμό και δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη άλλων ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Τι μπορεί να διδαχθεί η Ελλάδα από το συνταξιοδοτικό σύστημα της Αυστραλίας, που συνδυάζει κοινωνική πρόνοια, βιωσιμότητα και ατομική ευθύνη;
Η αυστραλιανή εμπειρία αναδεικνύει τη σημασία της μακροχρόνιας αποταμίευσης, της επαγγελματικής διαχείρισης των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και της συμπληρωματικότητας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού πυλώνα. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης, το αυστραλιανό συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορεί να συνδυαστεί η κοινωνική προστασία με την κεφαλαιοποίηση, διασφαλίζοντας αφενός αξιοπρεπές εισόδημα για τους συνταξιούχους και αφετέρου μεγαλύτερη δημοσιονομική βιωσιμότητα για το κράτος.
Με δυο λόγια η επιτυχία της Αυστραλίας έγκειται στο γεγονός ότι δεν βασίζεται στην περίφημη «αλληλεγγύη των γενεών», όπως τα παλαιά αναδιανεμητικά συστήματα, όπου οι ενεργοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις συντάξεις των παλαιότερων, αλλά στην ατομική αποταμίευση.
Με αυτόν τον τρόπο η Αυστραλία δημιούργησε μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές κεφαλαίων παγκοσμίως, η οποία όχι μόνο χρηματοδοτεί τη συνταξιοδότηση των πολιτών, αλλά τροφοδοτεί και την ίδια την οικονομία της χώρας με επενδυτικά κεφάλαια. Το σύστημα ενθαρρύνει τη χρηματοοικονομική παιδεία και την υπευθυνότητα, μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε επενδυτή.
