Ο κινεζικός εκβιασμός στην British Steel πνίγει το Ηνωμένο Βασίλειο
Shutterstock
Shutterstock

Ο κινεζικός εκβιασμός στην British Steel πνίγει το Ηνωμένο Βασίλειο

Η πρόσφατη έκθεση του Εθνικού Οργανισμού Οικονομικού Ελέγχου (National Audit Office / NAO) του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά για τις δαπάνες στήριξης της British Steel έχει προκαλέσει σεισμό τόσο στους οικονομικούς, όσο και στους πολιτικούς κύκλους του Λονδίνου. Με το κόστος του πακέτου υποστήριξης και διάσωσης διαρκείας να υπερβαίνει τα £375 εκατ. μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών, η περίπτωση της British Steel αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο δαπανηρά και αβέβαια στοιχήματα της βρετανικής βιομηχανικής πολιτικής των τελευταίων ετών.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απαντώντας στις ερωτήσεις της αντιπολίτευσης ανέφερε ότι η κυβέρνηση μέσα στο 2025, προστάτευσε χιλιάδες θέσεις εργασίας διασώζοντας τη British Steel από την πλήρη κατάρρευση και ότι είναι αποφασισμένη να στηρίξει τη βρετανική χαλυβουργία, σήμερα  και για τις μελλοντικές γενιές. Παράλληλα δεσμεύτηκε ότι θα ενημερώνει το κοινοβούλιο για την πορεία της British Steel κάθε τέσσερις εβδομάδες, για το πακέτο στήριξης αλλά και για τις συζητήσεις με την ιδιοκτήτρια εταιρεία Jingye ώστε να βρεθεί μια πραγματιστική και ρεαλιστική λύση για το μακροπρόθεσμο μέλλον της.

Ποια είναι η British Steel και ποια η Jingye;

Η British Steel Corporation ιδρύθηκε το 1967 από την κυβέρνηση των Εργατικών, επί πρωθυπουργίας Χάρολντ Γουίλσον. Ο στόχος της ίδρυσης της, ήταν η ενοποίηση των 14 μεγαλύτερων ιδιωτικών χαλυβουργιών της χώρας, οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και έλλειψη επενδύσεων. Με την ίδρυσή της, η British Steel έγινε ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χάλυβα στον κόσμο, απασχολώντας περίπου 270.000 εργαζόμενους.

Η δεκαετία του '70 έφερε την παγκόσμια οικονομική ύφεση και τον έντονο ανταγωνισμό από την Ασία. Η εταιρεία άρχισε να καταγράφει τεράστιες ζημιές. Υπό την κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ ξεκίνησε ένα σκληρό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, μέσα στο γενικότερα κλίμα των ιδιωτικοποιήσεων και των αναδιατάξεων στο χώρο της χαλυβουργίας και των ανθρακωρυχείων. Πολλά εργοστάσια έκλεισαν και το εργατικό δυναμικό μειώθηκε δραματικά από 166.000 το 1980 σε 52.000 το 1988, προκειμένου η εταιρεία να γυρίσει σελίδα να γίνει κερδοφόρα. Η British Steel ιδιωτικοποιείται το 1988 και γίνεται British Steel plc. Το 1999, συγχωνεύεται με την ολλανδική Koninklijke Hoogovens για να δημιουργηθεί ο όμιλος Corus. Ο οποίος με τη σειρά του εξαγοράζεται από τον ινδικό κολοσσό Tata Steel έναντι £6,2 δισ., σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο το τέλος του βρετανικού ελέγχου στη μεγάλη χαλυβουργία.

Το 2016 η Tata Steel λόγω των συσσωρευμένων ζημιών πουλάει το μεγαλύτερο τμήμα της εταιρείας έναντι £1, στην Greybull Capital. Ωστόσο παρά την αρχική αισιοδοξία, η εταιρεία καταρρέει οικονομικά και τίθεται σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης το 2019. Τον Μάρτιο του 2020 εμφανίζεται ως «λευκός ιππότης» ο κινεζικός όμιλος Jingye Group ο οποίος εξαγοράζει την British Steel έναντι £50 εκατ., υποσχόμενος επενδύσεις ύψους £1,2 δισ. για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και διασώζοντας έτσι, το εμβληματικό εργοστάσιο στο Scunthorpe. 

Ο όμιλος Jingye Group είναι ένας από τους μεγαλύτερους ιδιωτικούς βιομηχανικούς κολοσσούς της Κίνας, με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή χάλυβα, αλλά και με σημαντική παρουσία σε άλλους κλάδους, όπως χημικά, φάρμακα, τουρισμό, ξενοδοχεία, real estate, logistics και 3D printing.

Το 2025, η Jingye ανακοίνωσε ότι η British Steel έχανε περίπου £700.000 την ημέρα λόγω του κόστους ενέργειας και των περιβαλλοντικών δασμών. Τον Μάρτιο του 2025, η βρετανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει οικονομικά, με δάνεια και άμεση στήριξη που ξεπέρασαν τα £370 εκατ. για να αποτρέψει το κλείσιμο των υψικαμίνων στο Scunthorpe.

Έτσι ενώ η νομική ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων της British Steel παραμένει στα χέρια της Jingye Group, από τον Απρίλιο του 2025, η βρετανική κυβέρνηση ανέλαβε τον ουσιαστικό έλεγχο των λειτουργιών της British Steel μέσω έκτακτης νομοθεσίας γνωστής ως Steel Industry Special Measures Act 2025. Το κράτος καλύπτει πλέον τα λειτουργικά έξοδα, όπως μισθούς, αγορές πρώτων υλών, ενεργειακό κόστος κ.λπ. με τη μορφή δανείων και επιδοτήσεων. Καθώς η κινεζική Jingye είχε απειλήσει να κλείσει τις μονάδες λόγω υψηλού κόστους λειτουργίας και ζημιών. 

Παράλληλα διεξάγονται συνεχείς διαπραγματεύσεις  για τη μεταβίβαση της κυριότητας σε πρώτη φάση στο βρετανικό δημόσιο, με την κινεζική ιδιοκτησία να ζητά αποζημίωση και την κυβέρνηση να προσπαθεί να βρει μια βιώσιμη ιδιωτική λύση. Σύμφωνα με πληροφορίες,  η βρετανική κυβέρνηση φέρεται να προχώρησε σε πρόταση εξαγοράς - ουσιαστικά  επανακρατικοποίησης - της British Steel ύψους £50-£100 εκατομμυρίων για να αποκτήσει εκ νέου τον πλήρη μετοχικό έλεγχο από τους Κινέζους. Οι πληροφορίες αναφέρουν  ότι ο κινεζικός όμιλος απέρριψε την πρόταση, ζητώντας έως και £1 δισεκατομμύριο για να αποχωρήσει, παρά το γεγονός ότι η εμβληματική μονάδα στο Scunthorpe λειτουργεί με ημερήσιες ζημίες £1,3 εκατ. και παραμένει « όρθια» με τη βοήθεια των κρατικών ενισχύσεων. 

Πέραν του «κινεζικού εκβιασμού», που εδράζεται στην άνευ κόστους για την κινεζική πλευρά λειτουργία της εταιρείας, η βρετανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ζοφερή οικονομική πραγματικότητα. 

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει από τα υψηλότερα κόστη βιομηχανικής ενέργειας στην Ευρώπη. Η παραγωγή χάλυβα είναι μια ενεργοβόρα διαδικασία, και οι διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, καθιστούν τις βρετανικές υψικαμίνους μη ανταγωνιστικές έναντι των κινεζικών ή ινδικών κολοσσών.

Η British Steel βρίσκεται υπό «περιβαλλοντική πίεση» για να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές υψικαμίνους, γνωστές ως blast furnaces, με ηλεκτρικούς κλιβάνους. Μια αντικατάσταση που απαιτεί κάποια δισεκατομμύρια £ σε επενδύσεις κεφαλαίου, δηλαδή capex, τις οποίες η εταιρεία αδυνατεί να καλύψει μόνη της.

Τέλος η υπερπροσφορά φθηνού χάλυβα από την Ασία πιέζει τα περιθώρια κέρδους, καθιστώντας τις μονάδες με υψηλό λειτουργικό κόστος (opex) εξαιρετικά ευάλωτες.

Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση, δεν μπορεί να αφήσει την British Steel να καταρρεύσει. Είναι η κλασσική περίπτωση «too big to fail», διότι δεν είναι απλά ένας εργοδότης 4.000 εργαζομένων στο Scunthorpe. Είναι ο βασικός προμηθευτής της Network Rail, δηλαδή του δικτύου  σιδηροτροχιών της χώρας, αλλά και κρίσιμος κρίκος στην εφοδιαστική αλυσίδα της βρετανικής άμυνας και των κατασκευών. 

Σε περίπτωση που η British Steel «βάλει λουκέτο», τότε το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να εισάγει το 100% των δομικών προϊόντων χάλυβα, επιδεινώνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα το κόστος των επιδομάτων ανεργίας και η οικονομική ερήμωση της περιφέρειας του Lincolnshire θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το κόστος της τρέχουσας επιδότησης.

Το μεγάλο πρόβλημα σύμφωνα με το National Audit Office, είναι η έλλειψη ελέγχου στις επιδοτούμενες δαπάνες, που σημαίνει ότι το κράτος λειτουργεί σαν μια «λευκή επιταγή», προς μια ιδιωτική επιχείρηση που ανήκει στον κινεζικό όμιλο Jingye, χωρίς να εξασφαλίζει ανταλλάγματα ή εγγυήσεις για το μέλλον της British Steel. Που σημαίνει ότι Κινέζοι κάνουν ό, τι θέλουν χωρίς διαύγεια και διαφάνεια, με λεφτά τρίτων, αυτό που ονομάζουμε «other people’s money». Και οι «τρίτοι» στη συγκεκριμένοι περίπτωση, είναι οι Βρετανοί φορολογούμενοι.