Έναν χρόνο μετά την επιβολή σαρωτικών εμπορικών δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον για την αναζωογόνηση της εγχώριας μεταποίησης διαψεύδονται.
Σύμφωνα με ανάλυση της Morgan Stanley, υπάρχουν «περιορισμένα στοιχεία» για πραγματικό επαναπατρισμό (reshoring) των επιχειρήσεων, καθώς η αμερικανική βιομηχανία επιλέγει να αναπροσανατολίσει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αντί να ανοικοδομήσει την παραγωγική της ικανότητα στο εσωτερικό.
Τα ευρήματα αυτά θέτουν σε αμφισβήτηση την οικονομική λογική των επιθετικών πολιτικών προστατευτισμού. Χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο που καταγράφει τη βιομηχανική παραγωγή σε συνάρτηση με τις εμπορικές ροές, οι οικονομολόγοι της Morgan Stanley αποκάλυψαν ότι η αμερικανική οικονομία έχει γίνει, στην πραγματικότητα, περισσότερο εξαρτημένη από τα ξένα αγαθά.
Η συνολική διείσδυση των εισαγωγών αυξήθηκε στο 33,6% τον Δεκέμβριο του 2025, από 32,8% το προηγούμενο έτος, ενώ η διείσδυση στα διαρκή αγαθά σκαρφάλωσε στο 43,5%.
Αναπροσανατολισμός εφοδιαστικής αλυσίδας έναντι κεφαλαιουχικών επενδύσεων
Ο χρηματιστηριακός οίκος σημείωσε ότι η μεταφορά παραγωγής στο εξωτερικό (offshoring) συνέχισε να ξεπερνά τον πιθανό επαναπατρισμό σε όρους όγκου. Το 2025, η εγχώρια παραγωγή επεκτάθηκε κατά μόλις 100 δισ. δολάρια (1,5%), ενώ οι εισαγωγές σημείωσαν άλμα 150 δισ. δολαρίων (5,3%).
«Ο επαναπατρισμός δεν είναι απλώς μια ανακατεύθυνση των εμπορικών ροών — απαιτεί την ανοικοδόμηση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τον χρόνο που απαιτείται για την επέκτασή της», ανέφερε η Morgan Stanley.
Τα μηχανήματα παρουσίασαν αμυδρά σημάδια επαναπατρισμού, αλλά η συνολική εγχώρια προσφορά αυξήθηκε μόλις κατά 1%, αφήνοντας ελάχιστο περιθώριο για την επέκταση του συνολικού κεφαλαιακού αποθέματος.
Όσον αφορά στους υπολογιστές και την Τεχνητή Νοημοσύνη η εξάρτηση από τις εισαγωγές εντάθηκε δραματικά. Οι εισαγωγές που συνδέονται με την ΤΝ ανήλθαν σε ετήσιο ρυθμό άνω των 550 δισ. δολαρίων —αποτελώντας περίπου το 17% των συνολικών εισαγωγών των ΗΠΑ— με την Ταϊβάν από μόνη της να αντιπροσωπεύει το 40%.
Τέλος, οι ξένες άμεσες επενδύσεις στον τομέα της μεταποίησης προς τις ΗΠΑ κυμάνθηκαν μεταξύ 110 και 125 δισ. δολαρίων, παραμένοντας πολύ χαμηλότερα από την κορύφωση του 2015, όταν είχαν ξεπεράσει τα 200 δισ. δολάρια.
Εκεί όπου οι δασμοί περιέκοψαν πράγματι τις εισαγωγές, οι εγχώριες επιπτώσεις ήταν ανάμικτες. Μετά την αύξηση των δασμών χάλυβα (Section 232) στο 50%, οι εισαγωγές σιδήρου και χάλυβα μειώθηκαν κατά 30,1%, ενώ η εγχώρια βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 6%.
Ωστόσο, η συνολική προσφορά συρρικνώθηκε, καθώς αντί να οδηγήσει σε αύξηση του όγκου παραγωγής, η προσαρμογή εκδηλώθηκε μέσω του πληθωρισμού και οι τιμές του αμερικανικού χάλυβα εκτοξεύθηκαν περίπου στο διπλάσιο των κινεζικών επιπέδων και πλέον επιβαρύνονται με premium 50% έναντι των ευρωπαϊκών.
