Οι επενδύσεις-μαμούθ των αμερικανικών τεχνολογικών ομίλων στην Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζουν να μεταβάλλουν το χρηματοοικονομικό τους προφίλ και να δημιουργούν νέους κινδύνους για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις τους, προειδοποιεί η Moody’s.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι έξι μεγάλοι όμιλοι που παρακολουθεί —Microsoft, Amazon, Alphabet, Meta, Oracle και CoreWeave— επιταχύνουν τις δαπάνες για κέντρα δεδομένων, εξειδικευμένα τσιπ και ενεργοβόρες υποδομές. Οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες των hyperscalers εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 785 δισ. δολάρια το 2026 και θα πλησιάσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2027.
Η στροφή αυτή σηματοδοτεί σημαντική αλλαγή για τη Silicon Valley. Το παραδοσιακό μοντέλο λογισμικού απαιτούσε σχετικά περιορισμένες επενδύσεις σε πάγια και εξασφάλιζε υψηλά περιθώρια κέρδους. Αντίθετα, η ανάπτυξη της γενετικής Τεχνητής Νοημοσύνης προϋποθέτει τεράστιες αρχικές δαπάνες, ενώ τα σχετικά έσοδα αναμένονται σε βάθος χρόνου.
Για να χρηματοδοτήσουν την επέκταση, οι εταιρείες προσφεύγουν περισσότερο σε δανεισμό, εκδόσεις τίτλων και συμφωνίες εκτός ισολογισμού. Ο άμεσος δανεισμός των έξι ομίλων υπολογίζεται σε περίπου 460 δισ. δολάρια, ενώ οι υποχρεώσεις από μακροχρόνιες μισθώσεις κέντρων δεδομένων φτάνουν τα 1,2 τρισ. δολάρια. Η Moody’s αντιμετωπίζει αυτές τις δεσμεύσεις ως μορφή χρέους, καθώς συνεπάγονται μεγάλες μελλοντικές πληρωμές.
Πρόσθετο σημείο προβληματισμού αποτελεί το «κυκλικό» οικοσύστημα της αγοράς: οι Big Tech επενδύουν σε εταιρείες όπως η OpenAI και η Anthropic, οι οποίες στη συνέχεια αγοράζουν υπηρεσίες cloud από τους ίδιους ομίλους. Η αλληλεξάρτηση αυτή ενισχύει τη συγκέντρωση κινδύνου γύρω από κοινές προβλέψεις για τη μελλοντική ζήτηση.
Οι Microsoft, Alphabet, Amazon και Meta εξακολουθούν να διαθέτουν ιδιαίτερα ισχυρούς ισολογισμούς, επομένως δεν θεωρείται πιθανή μια άμεση υποβάθμισή τους. Μεγαλύτερη πίεση δέχονται η Oracle και η CoreWeave, λόγω χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης και αυξημένης εξάρτησης από εξωτερική χρηματοδότηση.
Παρά τις ανησυχίες, οι προοπτικές του κλάδου παραμένουν θετικές. Ωστόσο, οι επενδυτές θα εξετάζουν πλέον αυστηρότερα κατά πόσο οι κολοσσιαίες δαπάνες μπορούν να αποφέρουν επαρκείς και διατηρήσιμες αποδόσεις.
