Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να προσφέρει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία στα κράτη - μέλη που επηρεάζονται από τη συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση, εξαιρώντας ορισμένες «πράσινες» επενδύσεις από τους κανόνες που διέπουν τις δημόσιες δαπάνες, σύμφωνα με τρεις διπλωμάτες της ΕΕ που μίλησαν στο Politico.
Η πρωτοβουλία θεωρείται σημαντική νίκη για την Ισπανία και την Ιταλία, οι οποίες είχαν ασκήσει πιέσεις προς τις Βρυξέλλες ζητώντας πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους, λόγω των Στενών του Ορμούζ.
Η Κομισιόν αναμένεται να παρουσιάσει το σχέδιο στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμμόρφωσης των κρατών -μελών με το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ. Σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 3% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος θα πρέπει να κινείται κοντά στο 60% του ΑΕΠ.
Η προβλεπόμενη εξαίρεση δεν θα αφορά επιδοτήσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση των αυξημένων τιμών ενέργειας. Αντίθετα, θα καλύπτει επενδύσεις που πραγματοποιούνται από τον Φεβρουάριο και μετά, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Σε αυτές περιλαμβάνονται έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εγκαταστάσεις ηλιακής ενέργειας και παραγωγή μπαταριών.
Σύμφωνα με έναν από τους διπλωμάτες, η εξαίρεση θα αφορά επενδύσεις έως το 0,6% του ΑΕΠ σε ορίζοντα τριετίας, μέχρι το 2028, με ανώτατο όριο δαπανών 0,3% του ΑΕΠ ανά έτος. Το μέτρο θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για τις πλέον επιβαρυμένες οικονομίες, επιτρέποντάς τους να στηρίξουν πολίτες και επιχειρήσεις απέναντι στις αυξημένες ενεργειακές δαπάνες.
Για να επωφεληθούν από τη ρύθμιση, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να υποβάλουν σχετικό αίτημα, το οποίο θα πρέπει να εγκριθεί από το Συμβούλιο της ΕΕ με ειδική πλειοψηφία.
Η Κομισιόν υποβάθμισε την περασμένη εβδομάδα τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη στην ΕΕ, επικαλούμενη τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ιταλία, βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα της στήριξης των καταναλωτών χωρίς να παραβιάσουν τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Στην επιστολή της, η Μελόνι πρότεινε την επέκταση της υφιστάμενης «ρήτρας διαφυγής» που ισχύει για τις αμυντικές δαπάνες - οι οποίες εξαιρούνται έως ποσοστού 1,5% του ΑΕΠ - ώστε να καλύπτει και δαπάνες ή επενδύσεις που σχετίζονται με την ενέργεια.
