Μέχρι πριν από λίγα μόλις χρόνια, όταν μιλούσαμε για πληθωρισμό, αναφερόμασταν κυρίως στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών, των τροφίμων ή των μισθών. Σήμερα, όμως, αναδύεται μια νέα μορφή πληθωρισμού, στενά συνδεδεμένη με την τεχνολογική επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Ο «Chipflation».
Ο όρος, που προέρχεται από τη λέξη «chip» και τη λέξη «inflation», χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα από διεθνή μέσα και αναλυτές της Wall Street, περιγράφει την ανοδική πίεση στις τιμές των ημιαγωγών (semiconductors), των μνημών DRAM και NAND, καθώς και όλων των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που απαιτούνται για τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων (data centers) της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο τις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Η εκρηκτική ανάπτυξη της Generative Artificial Intelligence / GenAI, δηλαδή της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης από το 2023 μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει μια πρωτοφανή ζήτηση για υπολογιστική ισχύ. Κάθε μεγάλο γλωσσικό μοντέλο απαιτεί χιλιάδες πανίσχυρους επεξεργαστές και τεράστιες ποσότητες μνήμης υψηλής ταχύτητας (HBM – High Bandwidth Memory).
Οι κολοσσοί της τεχνολογίας, όπως η Microsoft, η Amazon, η Google, η Meta και η Oracle, επενδύουν πλέον εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε νέα data centers. Η Nvidia έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή επεξεργαστών AI, ενώ οι κατασκευάστριες εταιρείες όπως η TSMC, η SK Hynix, η Samsung και η Micron αδυνατούν να αυξήσουν την παραγωγή τους με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η ζήτηση.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου κύκλου ανισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση. Η αγορά είχε γνωρίσει κάτι παρόμοιο κατά την διάρκεια της πανδημίας, όταν οι ελλείψεις ημιαγωγών είχαν παραλύσει την αυτοκινητοβιομηχανία και είχαν οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις τιμών.
Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Δεν πρόκειται για προσωρινή διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά για μια διαρθρωτική αλλαγή στη ζήτηση. Τα data centers τεχνητής νοημοσύνης απορροφούν δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες προηγμένων chips, αφήνοντας λιγότερη παραγωγική δυναμικότητα διαθέσιμη για άλλες χρήσεις. Οι κατασκευαστές αποκτούν έτσι αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη και μπορούν να μετακυλούν με άνεση το αυξημένο κόστος στους πελάτες τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Apple. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι, παρότι δεν σκοπεύει να αυξήσει τις τιμές των iPhone, δεν μπορεί πλέον να απορροφήσει την άνοδο του κόστους μνημών και αποθηκευτικών μέσων στους υπολογιστές Mac και στα iPad.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι αν ακόμη και η Apple, με την τεράστια αγοραστική της δύναμη και τις μακροχρόνιες σχέσεις με τους προμηθευτές της, αδυνατεί να αποφύγει τις αυξήσεις των τιμών, τότε οι μικρότεροι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική ένδειξη ότι ο «Chipflation» αρχίζει να περνά από τη βιομηχανία στους τελικούς καταναλωτές.
Ενδεικτικά είναι τα αποτελέσματα της Micron Technology. Η εταιρεία ανακοίνωσε παραγγελίες άνω των $22 δισ. για προηγμένες μνήμες HBM, οι οποίες προορίζονται σχεδόν αποκλειστικά για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Σαν αποτέλεσμα οι πελάτες έσπευσαν να «κλειδώσουν» παραγωγική δυναμικότητα για τα επόμενα χρόνια, φοβούμενοι ότι η προσφορά δεν θα επαρκεί.
Αυτό ακριβώς είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός πληθωριστικού κύκλου. Όταν οι αγοραστές προαγοράζουν προϊόντα όχι επειδή τα χρειάζονται άμεσα, αλλά επειδή αναμένουν ακόμη υψηλότερες τιμές στο μέλλον, τότε βρισκόμαστε ήδη εγκλωβισμένοι μέσα σε έναν πληθωριστικό κύκλο.
Όμως ο «Chipflation» δεν περιορίζεται στους υπολογιστές ή στα smartphones. Ή σε ένα στενό οικοσύστημα. Οι ημιαγωγοί αποτελούν πλέον βασικό συστατικό σχεδόν κάθε σύγχρονου προϊόντος. Όπως των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των βιομηχανικών ρομπότ, των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών, των ιατρικών συσκευών, των αμυντικών συστημάτων και των έξυπνων οικιακών συσκευών.
Οπότε εφόσον οι τιμές των chips συνεχίσουν να αυξάνονται, η επίδραση θα διαχυθεί σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα. Και οι επιχειρήσεις θα μετακυλήσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τον δομικό πληθωρισμό.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες προκλήσεις και ένα πρόσθετο πονοκέφαλο για τις κεντρικές τράπεζες. Μέχρι σήμερα, οι νομισματικές αρχές επικεντρώνονταν κυρίως στις τιμές της ενέργειας και των υπηρεσιών. Ο Chipflation, όμως, αποτελεί έναν πληθωρισμό που οφείλεται στη μείωση της προσφοράς. Δεν οφείλεται δηλαδή μόνο στην υπερβολική κατανάλωση, αλλά κυρίως στην περιορισμένη παραγωγική ικανότητα ενός εξαιρετικά εξειδικευμένου βιομηχανικού κλάδου.
Κατά συνέπεια, η αύξηση των επιτοκίων δύσκολα μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα. Αντιθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος να περιορίσει τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής, επιτείνοντας ακόμη περισσότερο τις ελλείψεις.
Ωστόσο υπάρχουν και ωφελημένοι από τη εμφάνιση αυτού του φαινομένου. Και οι βασικοί ωφελημένοι από τον Chipflation είναι οι εταιρείες που βρίσκονται στην κορυφή της αλυσίδας παραγωγής τσιπ. Η Nvidia απολαμβάνει πρωτοφανή ζήτηση για τους επεξεργαστές AI, ενώ η TSMC λειτουργεί σχεδόν στο όριο της παραγωγικής της δυναμικότητας.
Αντίστοιχα, οι Micron, SK Hynix και Samsung αποκτούν ιδιαίτερη τιμολογιακή ισχύ στις προηγμένες μνήμες, γεγονός που ενισχύει τα περιθώρια της κερδοφορίας τους.
Παράλληλα, μεγάλες εταιρείες εξοπλισμού όπως η ASML και η Applied Materials επωφελούνται από τις επενδύσεις σε νέα εργοστάσια παραγωγής chips.
Η Wall Street, ωστόσο, αρχίζει να ανησυχεί ότι η υπερβολική συγκέντρωση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει μια νέα «φούσκα» κεφαλαιουχικών δαπανών. Εάν οι εταιρείες συνεχίσουν να επενδύουν με τον σημερινό ρυθμό, και η εμπορική αξιοποίηση της AI αποδειχθεί βραδύτερη από τις αυξημένες προσδοκίες, τότε η αγορά ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα μέσα στα επόμενα χρόνια. Όπου τότε θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η ζήτηση για εφαρμογές ΑΙ θα είναι χαμηλότερη της αντίστοιχης προσφοράς.
Σε αυτή την περίπτωση, ο σημερινός Chipflation θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν νέο κύκλο υπερπροσφοράς και πτώσης τιμών, όπως έχει συμβεί επανειλημμένα στο παρελθόν στη βιομηχανία ημιαγωγών.
Ο «Chipflation» αποτελεί ίσως το πρώτο μεγάλο πληθωριστικό φαινόμενο της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης. Η εκρηκτική ζήτηση για επεξεργαστές, μνήμες και υποδομές AI μεταβάλλει τις ισορροπίες στην παγκόσμια βιομηχανία και ενισχύει σημαντικά τη διαπραγματευτική δύναμη των κατασκευαστών chips.
Η παραδοχή της Apple ότι δεν μπορεί πλέον να απορροφήσει το αυξημένο κόστος μνημών και αποθηκευτικών μέσων, καθώς και οι ιστορικές παραγγελίες της Micron, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι η νέα αυτή μορφή πληθωρισμού έχει ήδη ξεκινήσει.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές είναι το εάν πρόκειται για μια παροδική συνέπεια της επενδυτικής έκρηξης στην AI ή για μια νέα, μακροχρόνια πραγματικότητα που θα επηρεάσει τις τιμές της τεχνολογίας, τον παγκόσμιο πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική για ολόκληρη την επόμενη δεκαετία.
Με δυο λόγια ο «Chipflation» είναι δίχως υπερβολή ο νέος άγνωστος παράγοντας της παγκόσμιας οικονομίας.
