Από την easyJet έως τη Schroders: Γιατί οι ξένοι επενδυτές εξαγοράζουν βρετανικές εταιρείες
Shutterstock
Shutterstock
Invezz

Από την easyJet έως τη Schroders: Γιατί οι ξένοι επενδυτές εξαγοράζουν βρετανικές εταιρείες

Η προτεινόμενη εξαγορά της easyJet έναντι 5,5 δισ. λιρών από το αμερικανικό επενδυτικό fund Castlelake αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα του αυξανόμενου ενδιαφέροντος ξένων επενδυτών για εισηγμένες βρετανικές εταιρείες, καθώς οι χαμηλές αποτιμήσεις στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου τροφοδοτούν κύμα εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Η easyJet ανακοίνωσε ότι προτίθεται να αποδεχθεί τη βελτιωμένη πρόταση της Castlelake, λίγες εβδομάδες μετά τη συμφωνία της Tate & Lyle για εξαγορά από την αμερικανική Ingredion έναντι 2,7 δισ. λιρών. Προηγήθηκαν ακόμη η εξαγορά της Schroders από τη Nuveen έναντι 9,9 δισ. λιρών, η πώληση του κλάδου τροφίμων της Unilever στη McCormick έναντι 44,8 δισ. δολαρίων και η συμφωνία της Intertek με το επενδυτικό σχήμα EQT. Παράλληλα, η Segro απέρριψε πρόταση 12,6 δισ. λιρών από την αμερικανική Prologis, κρίνοντας ότι υποτιμούσε την αξία της, σύμφωνα με το Invezz. 

Σύμφωνα με το Reuters, η συνολική αξία των προσφορών εξαγοράς για βρετανικές εταιρείες έχει αυξηθεί πάνω από 210% από τις αρχές του έτους, ξεπερνώντας τα 231 δισ. δολάρια, γεγονός που θέτει τη Βρετανία σε τροχιά για την ισχυρότερη χρονιά εξαγορών στην ιστορία της. Οι ξένοι επενδυτές αντιστοιχούν πλέον στο 86% της συνολικής αξίας των συμφωνιών, με τους αμερικανικούς ομίλους να πραγματοποιούν περισσότερες από τις μισές προσφορές.

Οι διαχειριστές κεφαλαίων αποδίδουν το ενδιαφέρον αυτό κυρίως στη σημαντική διαφορά αποτιμήσεων μεταξύ των βρετανικών και των αμερικανικών μετοχών. Οι αμερικανικές μετοχές διαπραγματεύονται με δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) περίπου 26,5 φορές, έναντι περίπου 18 φορές για τις βρετανικές.

Αν και η χαμηλότερη αποτίμηση δικαιολογείται εν μέρει από τη βραδύτερη ανάπτυξη και τη μικρότερη παρουσία τεχνολογικών εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο, αρκετοί επενδυτές θεωρούν ότι η έκπτωση έχει γίνει υπερβολική. Όπως σημειώνει ο Μαρκ Έλις της Nutshell Asset Management, οι ξένοι αγοραστές αποκτούν διεθνώς ανταγωνιστικές και κερδοφόρες επιχειρήσεις σε τιμές που δύσκολα θα έβρισκαν αλλού.

Την ίδια στιγμή, η αγορά αρχικών δημόσιων εγγραφών (IPO) παραμένει υποτονική, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη σταδιακή συρρίκνωση του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου.

Παρά τις ανησυχίες, ορισμένοι αναλυτές βλέπουν ευκαιρίες στις χαμηλές αποτιμήσεις. Σύμφωνα με την AJ Bell, οι βρετανικές μετοχές προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου και υψηλότερες μερισματικές αποδόσεις, με τον δείκτη FTSE 100 να εμφανίζει αναμενόμενη μερισματική απόδοση 3,2%, έναντι περίπου 2,1% για τον αμερικανικό δείκτη S&P 500.