Αγορές: Τι συμβαίνει με τα ομόλογα

Αγορές: Τι συμβαίνει με τα ομόλογα

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές κινήσεις στις παγκόσμιες αγορές αμέσως μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν ήταν η συνεχής άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, με τα αμερικανικά να πρωταγωνιστούν. Δύο από τα πιο βασικά ομόλογα, τα διετή και τα δεκαετή, είδαν τις αποδόσεις τους να αυξάνονται συνεχώς κάθε μέρα για τέσσερις σχεδόν εβδομάδες, για την ακρίβεια μέχρι το τέλος της περασμένης εβδομάδας.

Στα ομόλογα διετούς διάρκειας, η απόδοση ανέβηκε σε αυτό το διάστημα σχεδόν κατά πενήντα μονάδες βάσης, δηλαδή 0,50%, και πλησίασε το 3,90% ενώ πριν την έναρξη των εχθροπραξιών ήταν κάτω από 3,40%. Όπως διαβάζαμε σε χθεσινό άρθρο του Bloomberg, καθώς ο Μάρτιος τελείωσε, αυτή η άνοδος στις αποδόσεις είναι η μεγαλύτερη μηνιαία από τον Οκτώβριο του 2024.

Στην περίπτωση του ομολόγου δεκαετούς διάρκειας, το οποίο θεωρείται ο πιο σημαντικός κρατικός δανειακός τίτλος στον κόσμο, οι αποδόσεις ανέβηκαν από περίπου 4% που ήταν κατά την έναρξη του πολέμου, μέχρι σχεδόν το 4,48%. Δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να καταλάβουμε την αιτία της ανόδου των αποδόσεων.

Από την έναρξη του πολέμου και μέχρι τώρα, η τιμή των δύο βασικών ποικιλιών αργού πετρελαίου έχει ανεβεί κατά σχεδόν 60%, ενώ για ορισμένες ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στην Ασία η άνοδος είναι αρκετά πιο σημαντική. Πολύ σημαντική είναι η άνοδος και στην τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη και την Ασία, με το ευρωπαϊκό συμβόλαιο TTF να έχει ανεβεί περισσότερο από 70%.

Σημαντική είναι η άνοδος των τιμών και για τα προϊόντα διύλισης του πετρελαίου. Στην μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, την αμερικανική, η μέση τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 33% τουλάχιστον και από τα 3 δολάρια/γαλόνι που ήταν πριν τον πόλεμο χθες ξεπέρασε και τα 4. Στην περίπτωση του ντίζελ, το κόστος του οποίου είναι πολύ πιο σημαντικό για την οικονομία από αυτό της βενζίνης, η ποσοστιαία αύξηση της τιμής είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Γνωστά σε όλους μας είναι και άλλα παρόμοια παραδείγματα όπως αυτό με τα αζωτούχα λιπάσματα, των οποίων η τιμή έχει εκτοξευθεί καθώς μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής προέρχεται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου αλλά και αυτό του μεταφορικού κόστους, με τους ναύλους σε πάρα πολλές θαλάσσιες διαδρομές να βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ανατιμήσεων, οι επενδυτές στις αγορές ομολόγων άρχισαν να προεξοφλούν την σημαντική αύξηση του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες και να αναπροσαρμόζουν τις εκτιμήσεις τους για την εξέλιξη των επιτοκίων αναφοράς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Εκεί που υπήρχαν σημαντικές προσδοκίες για ουσιαστική μείωση των επιτοκίων στις ΗΠΑ μέσα στο 2026, μέσα σε λίγες εβδομάδες εξανεμίστηκαν. Ελάχιστοι ελπίζουν πλέον σε έστω και μία κίνηση μείωσης ενώ αρκετοί άρχισαν να μιλούν και για αναγκαστικές αυξήσεις επιτοκίων λόγω του πληθωρισμού. Η άνοδος των αποδόσεων δεν περιορίστηκε στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Στην Γερμανία, το αντίστοιχο δεκαετές ομόλογο απέδιδε περίπου 2,70% στην αρχή του Μαρτίου και την περασμένη εβδομάδα άγγιξε το 3,10%. Στο αντίστοιχο κρατικό ομόλογο του Ηνωμένου Βασιλείου η άνοδος ήταν ακόμα μεγαλύτερη, καθώς από περίπου 4,30%, πριν μερικές ημέρες άγγιξε σχεδόν το 5%.

Κάτι παρόμοιο παρατηρήθηκε σε όλες τις παγκόσμιες αγορές κρατικών ομολόγων, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία σε πολλούς αναλυτές και παρατηρητές. Είναι γνωστό πως το πολύ μεγάλο ύψος του δανεισμού σε πλήθος δυτικών χωρών καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη κάθε άνοδο των επιτοκίων, καθώς ανεβάζει πολύ το κόστος εξυπηρέτησης και αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους. 

Από τα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας όμως, και παρά το γεγονός πως το αργό πετρέλαιο παρέμενε σε πολύ υψηλά επίπεδα και οι χρηματιστηριακές αγορές δεν πήγαιναν καλά, η συνεχής άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στις ΗΠΑ και τις υπόλοιπες δυτικές χώρες έχει δώσει την θέση της σε μία σταδιακή υποχώρηση.

Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου έπεσε από το 4,48% στο 4,31% (χθες αργά το απόγευμα) και αυτή του διετούς από 3,90% υποχώρησε κάτω από το 3,80%, ενώ παρόμοιες κινήσεις είδαμε και στους κρατικούς δανειακούς τίτλους άλλων κρατών.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής της υποχώρησης σημειώθηκε προχθές Δευτέρα, όταν ο διοικητής της Fed εξέφρασε, κατά την διάρκεια ομιλίας του, την άποψη πως ο πληθωρισμός βρίσκεται ακόμα υπό έλεγχο. Για την ακρίβεια, ο Τζέι Πάουελ είπε ότι πέρα από τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες της σημαντικής ανόδου του ενεργειακού κόστους και των άλλων παρενεργειών του πολέμου, οι εκτιμήσεις για την πορεία του πληθωρισμού σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα παραμένουν εντός των επιθυμητών και ανεκτών ορίων.

Στην ουσία, ο Πάουελ διέλυσε προσωρινά τους φόβους για άνοδο των επιτοκίων από την Fed, προσθέτοντας όμως πως η Κεντρική Τράπεζα θα παρακολουθεί στενά την κατάσταση και αν χρειαστεί θα επέμβει. Η υποχώρηση των αποδόσεων δεν σχετίζεται όμως μόνο με τον διοικητή της Fed.

Είχε αρχίσει την προηγούμενη εβδομάδα και ήρθε σαν αποτέλεσμα της μετατόπισης των επενδυτικών ανησυχιών από τον πληθωρισμό σε ένα ενδεχόμενο αδυνάτισμα της οικονομίας. Όπως δήλωσε στο Bloomberg ο στρατηγικός αναλυτής Andrew Ticehurst της Nomura Australia, «ενώ αρχικά η έμφαση δόθηκε στις πληθωριστικές συνέπειες του πολέμου στην Μέση Ανατολή, πιστεύω πως τώρα οι αγορές έχουν αρχίσει να ασχολούνται με τους κινδύνους για επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Όπως φαίνεται, πολλοί επενδυτές αρχίζουν να εκτιμούν πως όσο παρατείνεται ο πόλεμος και συνεχίζεται η αναταραχή στην ενεργειακή αγορά, τόσο πιθανότερο γίνεται το ενδεχόμενο να δούμε πολύ σύντομα την οικονομική ανάπτυξη να υποχωρεί. Αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται πολύ πιο πιθανό αρχικά στην Ανατολική Ασία, όπου ήδη έχουν ληφθεί μέτρα περιορισμού της χρήσης ενέργειας και καυσίμων, κάτι που εξ ορισμού έχει αρνητικές συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη.

Πιο δυτικά στην Ασία, είναι σίγουρο πως η οικονομική δραστηριότητα ήδη δέχεται σοβαρό πλήγμα σε όλες τις χώρες του Περσικού Κόλπου ενώ παράπλευρες απώλειες σχετικές με την τουριστική και την αεροπορική βιομηχανία έχουν γίνει ήδη αισθητές και αλλού. 

Θα μπορούσε κανείς να πει πως ο ένας φόβος, αυτός του πληθωρισμού, έχει αρχίσει να δίνει την θέση του σε έναν άλλο, εξίσου σοβαρό, δηλαδή αυτόν της οικονομικής στασιμότητας και ίσως και ύφεσης.

Αν ο πόλεμος δεν λήξει γρήγορα και με τρόπο που θα επιτρέψει την όσο πιο σύντομη εξομάλυνση της κατάστασης στα στενά του Ορμούζ και γενικότερα την αγορά ενέργειας, τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα στην αγορά ομολόγων, καθώς είναι πιθανόν να ενισχύονται την ίδια στιγμή και οι δύο φόβοι.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που δήλωσε χθες στο Bloomberg, ο Win Tin, επικεφαλής οικονομολόγος της Bank of Nassau 1982 Ltd: «Η αγορά εξακολουθεί να κινείται από τους φόβους για τον πληθωρισμό που συνεπάγονται υψηλότερα επιτόκια στους φόβους για οικονομική στασιμότητα που φέρνουν χαμηλότερα», ο οποίος πρόσθεσε πως «Αυτό είναι το πρόβλημα με τον στασιμοπληθωρισμό (stagflation), καθώς δεν υπάρχει εύκολη λύση από πλευράς νομισματικής πολιτικής.

Έτσι, νομίζω πως οι αγορές δυσκολεύονται να καταλάβουν σε ποιόν κίνδυνο θα πρέπει να εστιάσουν, στο κομμάτι “stag” ή στο κομμάτι “flation”». 

Δεν αποκλείεται να είναι λίγο υπερβολική η εκτίμηση του οικονομολόγου της τράπεζας από τις Μπαχάμες, τουλάχιστον για αυτή την χρονική στιγμή. Θα πάψει να είναι όμως αν δεν αρχίσει γρήγορα η επιστροφή στην ομαλότητα. Και το “stag” και το “flation” είναι καλό να μείνουν μακριά μας.