Οι επενδυτές έχουν συνηθίσει να διαβάζουν τα πολύπλοκα και συχνά αρνητικά γεγονότα τα τελευταία χρόνια, μέσα από διπλές αναγνώσεις. Με αποτέλεσμα κάθε βύθιση των τιμών να αποτελεί είτε μια ευκαιρία μαζικών ρευστοποιήσεων, είτε μια ευκαιρία επανατοποθετήσεων σε χαμηλότερα επίπεδα τιμών. Το περίφημο «buy the dip».
Η παρακολούθηση των εναλλαγών των ενδοσυνεδριακών προσήμων, των εναλλαγών της βραχυχρόνιας τάσης και η προσπάθεια ανίχνευσης της πιο μακροχρόνιας τάσης, συνθέτουν τη δύσκολη καθημερινότητα των επενδυτών.
Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, τα tweets του Αμερικανού προέδρου, οι ανακοινώσεις της Τεχεράνης και οι ειδήσεις από τα μέτωπα των εχθροπραξιών έδιναν τον τόνο, κατευθύνοντας τις εισροές και εκροές των επενδυτικών κεφαλαίων. Σήμερα, μετά την έναρξη της εκεχειρίας τα πράγματα παραμένουν δύσκολα, αλλά ίσως και να γίνονται δυσκολότερα για τους επενδυτές. Παρά τα ευχολόγια περί της αποδοχής των 10 σημείων – προτάσεων της Τεχεράνης, από την Αμερικανική πλευρά, κυριάρχησε ο ρεαλισμός. Ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ από τους Φρουρούς της Επανάστασης, η συνέχιση του προγράμματος του εμπλουτισμού του ουρανίου και οι απαιτήσεις για καταβολή αποζημιώσεων από την πλευρά των ΗΠΑ, οδήγησαν σε αδιέξοδο.
Και έτσι χάνονται και τα κλασσικά επενδυτικά χρονικά πλαίσια. Αφού οι επενδυτές έχουν να αντιμετωπίσουν το απολύτως «άμεσο» που μπορεί να είναι ένα tweet ή μια πολεμική πράξη. Έχουν να αντιμετωπίσουν κάτι το «βραχυπρόθεσμο», όπως είναι οι διαπραγματεύσεις για τους όρους της εκεχειρίας. Κάτι πιο «μακροπρόθεσμο», όπως η επίτευξη ή μη της τελικής εκεχειρίας. Αλλά και κάτι «πραγματικά μακροπρόθεσμο» όπως είναι ο τρόπος της λήξης του πολέμου. Και τέλος την επιστροφή στη νέα οικονομική πραγματικότητα που θα προσδιορίζεται από τα συσσωρευμένα «τραύματα» που θα έχει αφήσει πίσω του, ο πόλεμος.
Έτσι πέρα από τα σήματα «buy» και «sell» που θα δίνουν οι αγορές σε καθημερινή βάση, ανταποκρινόμενες όπως προαναφέραμε στις «ειδήσεις» που βγαίνουν και στα τεχνικά σημεία των ταλαντωτών και της διαγραμματικής ανάλυσης, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα πιο σύνθετο περιβάλλον για την επόμενη - έστω και λίγο πιο μακρινή - ημέρα.
Μέσα από αυτή την οπτική, τα βραχυπρόθεσμα «στοιχήματα» θα δώσουν τη θέση τους στην αντιμετώπιση των δεδομένων της νέας πραγματικότητας, που αργά ή γρήγορα οι οικονομίες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν.
Με τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών να βρίσκεται στις 2.270 μονάδες και να τεστάρει τις νέες στηρίξεις του και τις νέες αντιστάσεις του, η μεγάλη εικόνα δείχνει να μεταβάλλεται ταχύτερα από όσο περίμεναν οι περισσότεροι. Ο Γιάννης Στουρνάρας στην έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025, παρουσίασε ένα επιβαρυμένο ισοζύγιο ευκαιριών και κινδύνων. Με το περιβάλλον να αλλάζει «επί τα χείρω».
Η μεταβολή αυτή, έτσι όπως την περιέγραψε ο διοικητής της ΤτΕ, δεν θα είναι αδιάφορη για τους επενδυτές αφού θα περάσει και στους ισολογισμούς των εισηγμένων εταιρειών, καθώς και στα αποτελέσματα χρήσεως.
Η υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο +1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης σαν αποτέλεσμα της αβεβαιότητας και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα, είναι το πρώτο νέο δεδομένο. Η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι η Ευρωζώνη που θα βρίσκεται στο +0,9%, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης, ωστόσο θα καταγράψει επιβράδυνση.
Οι αρχικές εκτιμήσεις για περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μέσα στο 2026, φαίνεται πως θα διαψευσθούν εξαιτίας της αναζωπύρωσης των πιέσεων πάνω στα πάσης φύσεως κόστη, από τις διεθνείς αγορές υδρογονανθράκων. Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Παράλληλα οι εξελίξεις στο μέτωπο του ελλείμματος του ισοζυγίου εμπορικών συναλλαγών, δύσκολα θα είναι θετικές. Διότι η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση του κόστους των εισαγωγών αγαθών και προϊόντων καθώς και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων, αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.
Στην έκθεση της ΤτΕ σημειώνεται ότι η τραπεζική επέκταση θα συνεχιστεί, ίσως με χαμηλότερους ρυθμούς λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας και ανησυχίας. Η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια αποτελούν τον «υπ’ αριθμόν 1» παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης και την ποιότητα των χαρακτηριστικών των τραπεζικών δανειακών χαρτοφυλακίων.
Η Ελλάδα, αλλά και ταυτόχρονα ολόκληρη η Ευρωζώνη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, επηρεάζεται δυσανάλογα από τις αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, οι οποίες συμπιέζουν το πραγματικό εισόδημα, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και περιορίζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Ένας συνδυασμός που δεν οδηγεί και στο καλύτερο και θετικότερο αποτέλεσμα.
Επομένως, οι βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις των επενδυτών είναι λογικό να άπτονται των καθημερινών εξελίξεων στον δρόμο προς την εκεχειρία. Οι πιο μακροπρόθεσμες είναι λογικό να αγγίζουν τις εκτιμήσεις ως προς τη λήξη του πολέμου. Ωστόσο, κάπου εκεί θα πρέπει να υπεισέρχεται και η εικόνα της Ελλάδας, καθώς και οι επιπτώσεις του πολέμου πάνω στην ελληνική οικονομία. Η έκβαση του πολέμου είναι ίσως το σημερινό μεγάλο χρηματιστηριακό στοίχημα. Ωστόσο, η πορεία των εισηγμένων εταιρειών μέσα στο εγχώριο οικονομικό περιβάλλον του 2026, θα έπρεπε να αποτελεί τη βασική παράμετρο του επενδυτικού πονταρίσματος.
Σε ένα περιβάλλον, που αφενός θα βρει μπροστά του πιθανότατα ακόμα και τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την πλευρά της EKT, όπως αναφέρει σε ανάλυση της η Credit Agricole, και αφετέρου θα έχει να συγκριθεί αναπόφευκτα, με την εξαιρετική και απαιτητική κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών για το 2025.
