Την ώρα που οι πιθανότητες να αυξήσει ο Κέβιν Γουόρς τα επιτόκια την ερχόμενη Τετάρτη 29 Ιουλίου, σε εύρος 3,75%-4,00%, έχουν ανέλθει στο 34% και οι τιμές του πετρελαίου σκαρφαλώνουν πάνω από τα 95 δολάρια το βαρέλι, οι αποδόσεις των ομολόγων αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού στις αγορές.
Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός και λειτουργεί ως εξής: η άνοδος του πετρελαίου τροφοδοτεί τις πληθωριστικές προσδοκίες, αφού αυξάνει το κόστος των μεταφορών και της παραγωγής. Οι επενδυτές πιστεύουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή θα τα αυξήσουν. Η προοπτική αυτή δίνει ώθηση στις αποδόσεις των ομολόγων, αυξάνει το κόστος δανεισμού και ασκεί πιέσεις στις μετοχές.
Σύμφωνα με στοιχεία του Dow Jones, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου παραμένει για 12 διαδοχικές συνεδριάσεις (έκλεισε στο 5,147% την Τετάρτη) υψηλότερα από το 5%, σηματοδοτώντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια σερί παραμονής πάνω από το ψυχολογικό αυτό επίπεδο, από το 2007.
Οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται ανοδικά γιατί οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερο risk premium απέναντι στον επίμονο πληθωρισμό, τον γεωπολιτικό κίνδυνο, την ενεργειακή κρίση, τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα και τις τρομακτικές ανάγκες έκδοσης νέου και αναχρηματοδότησης παλαιού χρέους.
Να ξεκαθαρίσουμε αρχικά ότι δεν υπάρχει κάποιο «ταβάνι» στις αποδόσεις των ομολόγων, πάνω από το οποίο ξεσπάει κρίση. Υπάρχουν όμως ψυχολογικά όρια, όπως το 5% στους πιο μακροπρόθεσμους τίτλους, που σηματοδοτούν ότι το αμερικανικό δημόσιο και οι αμερικανικές επιχειρήσεις πληρώνουν υπερβολικά περισσότερα για να δανειστούν, γεγονός που επηρεάζει τις μετοχές και γενικότερα τις κεφαλαιακές ροές στις αγορές.
Αν έπρεπε να… ζήσουμε με κάποιο όριο θα λέγαμε ότι οι αναλυτές τρομάζουν στην ιδέα να κινηθεί η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς προς το 5,5% (4,67% σήμερα) και του 30ετούς προς το 5,5%-6% (5,15% σήμερα). Τρομάζουν επίσης στην ιδέα να παραμείνουν οι αποδόσεις υψηλές για εβδομάδες ή μήνες.
Όσο παραμένουν ψηλά οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο «ρυθμίζουν» και άλλα κομμάτια των αγορών. Αφενός γιατί αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης για το αμερικανικό δημόσιο και αφετέρου γιατί οι επενδυτές μπορούν να «παρκάρουν» τα χρήματά τους με απόδοση 5% και πολύ χαμηλό κίνδυνο.
Αμερικανικό χρέος: Η εκτίναξη του αμερικανικού χρέους αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τις παγκόσμιες αγορές και την οικονομία. Σύμφωνα με το γραφείο προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το αμερικανικό δημόσιο καλείται να αυξήσει τον καθαρό νέο δανεισμό κατά 1,9-2 τρισ. δολάρια ετησίως, για να καλύψει το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, προκύπτει σύμφωνα με τη Fed, από τις ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους. Αυτές ξεπερνούν τα 8 τρισ. δολάρια μόνο για το 2026 και το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των τίτλων είχε εκδοθεί σε περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων. Σήμερα, λοιπόν, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ πρέπει να αναχρηματοδοτήσει το χρέος με επιτόκια 3,5%-5% με αποτέλεσμα η καθαρή δαπάνη για τόκους να ξεπερνά τα 1 τρισ. δολάρια.
Είναι σαφές πως όσο οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν το 4,5%-5,15%, κάθε νέα έκδοση αυξάνει τον «λογαριασμό» και κατ’ επέκταση τις ανησυχίες των επενδυτών για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού χρέους.
Μάλιστα, από τα πρακτικά της αρμόδιας επιτροπής TBAC (Treasury Borrowing Advisory Committee), του υπουργείου, προκύπτει ότι για την περίοδο 2027-2028 υπάρχει χρηματοδοτικό κενό της τάξης των 1,3 τρισ. δολαρίων, καθώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες αυξάνονται σημαντικά. Πρόκειται για ποσό που πρέπει να καλυφθεί με νέες εκδόσεις σε περιβάλλον πολύ υψηλών επιτοκίων.
Μετοχές: Ο τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Όταν τα ομόλογα γίνονται ο μεγαλύτερος αντίπαλος των μετοχών». Οι υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σημαίνουν πολύ απλά ότι οι επενδυτές έχουν την ευκαιρία να εξασφαλίσουν απόδοση πχ 5% με τον ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο. Γιατί, λοιπόν, να πληρώνουν 35 ή 40 φορές τα κέρδη μιας εταιρείας αναμένοντας υπεραποδόσεις;
Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις των λεγόμενων treasuries, τόσο ανεβαίνει ο πήχης και για τις μετοχές. Διότι ο κάθε επενδυτής θα πρέπει να πιστέψει πολύ στην ανάπτυξη των επόμενων ετών (αυτό που υπόσχεται σήμερα η ΑΙ) και στην εταιρική κερδοφορία. Σε αντίθετη περίπτωση η «σιγουριά» του 5% είναι εξαιρετικά ελκυστικά και εντέλει προτιμότερη.
Επιπλέον, το αυξανόμενο κόστος του χρήματος αναγκάζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις να δανείζονται ακριβότερα και να περιορίζουν κατανάλωση και επενδύσεις, ενώ παράλληλα πιέζονται τα περιθώρια κέρδους.
Στο μεταξύ, οι γίγαντες του cloud σχεδιάζουν επενδύσεις σε υποδομές ΑΙ που θα ξεπεράσουν, σύμφωνα με την Goldman Sachs, τα 1 τρισ. δολάρια το 2027, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι σωρευτικές κεφαλαιουχικές δαπάνες των hyperscalers θα προσεγγίσουν τα 3 τρισ. δολάρια έως το 2029. Αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν είναι πολύ πιθανό να προκύψουν σημαντικά χρηματοδοτικά κενά και αυξημένες ανάγκες δανεισμού.
Εν κατακλείδι, βλέπουμε ότι οι αγορές αποδεικνύουν επανειλημμένα ότι αντέχουν σε… πολέμους και μεγάλες κρίσεις. Εκεί που δοκιμάζονται πραγματικά είναι όταν ανεβαίνει το κόστος του χρήματος, εκτός και αν κυριαρχεί ένα ανεπανάληπτο αφήγημα, όπως αυτό της Τεχνητής Νοημοσύνης που συντήρησε το χρηματιστηριακό όσο ανέβαιναν τα επιτόκια.
Ο μεγάλος γρίφος λοιπόν για τις αγορές είναι αν οι τρομακτικές ανάγκες έκδοσης εταιρικού και δημοσίου χρέους των επόμενων μηνών και ετών θα καλυφθούν με τόσο υψηλό κόστος που θα επηρεάσει ολόκληρο το επενδυτικό αφήγημα της επόμενης δεκαετίας.
