Όταν η παγκόσμια υγεία γίνεται θύμα του απομονωτισμού

Όταν η παγκόσμια υγεία γίνεται θύμα του απομονωτισμού

Οι πρόσφατες εξάρσεις του Έμπολα στην Αφρική και τα περιστατικά hantavirus που προκάλεσαν διεθνή ανησυχία υπενθυμίζουν μια αλήθεια που συχνά ξεχνάμε όταν οι υγειονομικές κρίσεις υποχωρούν από την επικαιρότητα: οι πανδημίες και οι επιδημίες δεν γνωρίζουν σύνορα. Σε έναν αλληλοσυνδεδεμένο κόσμο, η υγεία δεν αποτελεί αποκλειστικά εθνική υπόθεση. Είναι παγκόσμιο δημόσιο αγαθό και απαιτεί συλλογική προστασία.

Ωστόσο, την ώρα που οι κίνδυνοι παραμένουν υπαρκτοί, η διεθνής κοινότητα φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η αντίστοιχη απόφαση της Αργεντινής και οι δημόσιες συζητήσεις σε άλλες χώρες για ενδεχόμενη αποδέσμευση από διεθνείς θεσμούς συνιστούν ενδείξεις μιας ευρύτερης τάσης απομονωτισμού. Παράλληλα, οι σημαντικές περικοπές στην αναπτυξιακή βοήθεια και τη χρηματοδότηση της παγκόσμιας υγείας αποδυναμώνουν τους μηχανισμούς που έχουν δημιουργηθεί ακριβώς για να προλαμβάνουν και να διαχειρίζονται κρίσεις.

Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής υποστηρίζουν ότι οι χώρες θα γίνουν πιο αυτάρκεις και πιο ανθεκτικές όταν αναγκαστούν να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Πρόκειται για μια ελκυστική αλλά επικίνδυνη ανάγνωση της πραγματικότητας. Τα διδάγματα της πανδημίας COVID-19 δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η επιτυχία ή η αποτυχία των κρατικών πολιτικών δεν εξαρτήθηκε μόνο από τους οικονομικούς πόρους ή τις τεχνοκρατικές δυνατότητες κάθε χώρας. Εξαρτήθηκε εξίσου από την ποιότητα των θεσμών, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τη δυνατότητα διεθνούς συνεργασίας. Εκεί όπου οι κυβερνήσεις διέθεταν νομιμοποίηση, σαφή στρατηγική και αποτελεσματική διοίκηση, τα μέτρα υγείας εφαρμόστηκαν ευκολότερα και τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα. Αντίθετα, σε χώρες όπου κυριάρχησαν ο λαϊκισμός, η πολιτική εργαλειοποίηση της κρίσης ή η αμφισβήτηση των επιστημονικών δεδομένων, οι κοινωνίες πλήρωσαν βαρύτερο τίμημα.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η διεθνής συνεργασία λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής δυνατοτήτων. Η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, η κοινή επιδημιολογική επιτήρηση, η πρόσβαση σε εργαστήρια, εμβόλια και εξειδικευμένο προσωπικό επέτρεψαν σε πολλές χώρες να ανταποκριθούν σε προκλήσεις που θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουν μόνες τους. Η εμπειρία αφρικανικών χωρών, οι οποίες αξιοποίησαν περιφερειακούς μηχανισμούς συνεργασίας και γνώσεις από προηγούμενες επιδημίες, αποδεικνύει ότι η συλλογική δράση δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.

Η σημερινή υποχώρηση της διεθνούς χρηματοδότησης δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους. Οι περικοπές δεν αφορούν μόνο προγράμματα υγείας. Επηρεάζουν επίσης την κοινωνία των πολιτών, τη χρηστή διακυβέρνηση και τις δημόσιες υπηρεσίες που αποτελούν θεμέλια ενός ανθεκτικού συστήματος υγείας. Όταν αποδυναμώνονται αυτοί οι θεσμοί, μειώνεται και η ικανότητα των κρατών να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην επόμενη κρίση.

Η Ευρώπη έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις με ανησυχία. Οι επιδημίες δεν σταματούν στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένας ιός που εμφανίζεται σήμερα σε μια απομακρυσμένη περιοχή του πλανήτη μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να μετατραπεί σε διεθνή απειλή. Η επένδυση σε ισχυρούς διεθνείς οργανισμούς, σε μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και σε προγράμματα παγκόσμιας υγείας δεν αποτελεί πράξη φιλανθρωπίας. Είναι ζήτημα συλλογικής ασφάλειας και ορθολογικής πολιτικής.

Η ιστορία της COVID-19 θα έπρεπε να μας έχει διδάξει ότι η προετοιμασία κοστίζει πολύ λιγότερο από την αντιμετώπιση μιας ανεξέλεγκτης κρίσης. Αντί να αποδομούμε τα δίκτυα συνεργασίας που οικοδομήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, οφείλουμε να τα ενισχύσουμε και να τα εκσυγχρονίσουμε. Η επόμενη υγειονομική κρίση δεν είναι ζήτημα «αν», αλλά «πότε». Και όταν αυτή έρθει, η απάντηση δεν θα δοθεί από μεμονωμένα κράτη που λειτουργούν αποκομμένα, αλλά από κοινωνίες και θεσμούς που έχουν επιλέξει τη συνεργασία αντί της απομόνωσης.

Η παγκόσμια υγεία δεν μπορεί να γίνει θύμα πολιτικών σκοπιμοτήτων ή δημοσιονομικών περικοπών. Το κόστος μιας τέτοιας επιλογής ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από όσο φαντάζονται σήμερα όσοι την υποστηρίζουν.