Οι επιπτώσεις του καύσωνα στην υγεία συνδέονται συνήθως με τη θερμοπληξία ή τα καρδιαγγειακά επεισόδια. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ακραία ζέστη επιβαρύνει σημαντικά και το αναπνευστικό σύστημα, ιδιαίτερα στους ανθρώπους που ήδη πάσχουν από χρόνια νοσήματα των πνευμόνων.
Η κλιματική αλλαγή έχει αυξήσει τόσο τη συχνότητα όσο και τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα, μετατρέποντας την έκθεση στις υψηλές θερμοκρασίες σε μια ολοένα μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημόσια υγεία.
Τα πρόσφατα στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου EuroMOMO, το οποίο υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι ενδεικτικά: περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πρωτοφανούς καύσωνα που έπληξε την Ευρώπη τον προηγούμενο μήνα, με περισσότερους από 9.000 θανάτους να αφορούν άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.
«Η άνοδος της θερμοκρασίας αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, με το αναπνευστικό σύστημα να βρίσκεται στο επίκεντρο των επιπτώσεων», επισημαίνει στο Liberal η Δρ. Σταματούλα (Μάτα) Τσικρικά, πρόεδρος της Ομάδας Προαγωγής Υγείας, Ιατρικής Εκπαίδευσης και Διακοπής Καπνίσματος της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας, πρόεδρος της Ένωσης Πνευμονολόγων Ελλάδας και γραμματέας του Πνευμονολογικού Τμήματος της UEMS.
Η ζέστη δεν προκαλεί μόνο δυσφορία
Όπως εξηγεί η πνευμονολόγος, το θερμικό φορτίο δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη αίσθηση που συνοδεύει τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Πρόκειται για έναν πολυπαραγοντικό στρεσογόνο μηχανισμό που επηρεάζει τη λειτουργία των πνευμόνων, την ποιότητα της αναπνοής και τη συνολική κλινική πορεία των ανθρώπων που πάσχουν από χρόνια αναπνευστικά νοσήματα.
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς θερμορρύθμισης, οι οποίοι επιτρέπουν τη διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος σε φυσιολογικά επίπεδα. Ωστόσο, όταν οι περίοδοι ακραίας ζέστης διαρκούν για πολλές συνεχόμενες ημέρες, οι μηχανισμοί αυτοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η καταπόνηση του οργανισμού.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην έντονη δυσφορία. Όπως υπογραμμίζει η Δρ. Τσικρικά, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η υπερβολική έκθεση στη ζέστη μπορεί να οδηγήσει σε θερμοπληξία, σοβαρή αφυδάτωση, καρδιαγγειακά επεισόδια, αλλά και σε επιδείνωση προϋπαρχουσών παθήσεων, ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν το αναπνευστικό σύστημα.
Όταν ο καύσωνας συνοδεύεται από ρύπανση και πυρκαγιές
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν οι περίοδοι καύσωνα συνοδεύονται από παρατεταμένη ξηρασία και δασικές πυρκαγιές.
«Τα κύματα καύσωνα, όταν συνοδεύονται από ξηρασία και δασικές πυρκαγιές, μπορεί να επιδεινώσουν τη ρύπανση της ατμόσφαιρας και να αυξήσουν τη συγκέντρωση αιωρούμενων σωματιδίων, προκαλώντας φλεγμονώδεις αντιδράσεις στους αεραγωγούς», εξηγεί η ίδια.
Η αυξημένη συγκέντρωση μικροσωματιδίων και άλλων ατμοσφαιρικών ρύπων δυσκολεύει την αναπνοή ακόμη και υγιών ανθρώπων, ενώ για όσους πάσχουν από χρόνια αναπνευστικά νοσήματα μπορεί να αποτελέσει τον παράγοντα που θα οδηγήσει σε απορρύθμιση της νόσου τους.
Οι ασθενείς που κινδυνεύουν περισσότερο
Ιδιαίτερα ευάλωτοι στις υψηλές θερμοκρασίες είναι οι ασθενείς με βρογχικό άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), διάμεσες πνευμονοπάθειες και άλλες χρόνιες παθήσεις των πνευμόνων.
Η Δρ. Τσικρικά επισημαίνει ότι στους ανθρώπους αυτούς ο καύσωνας μπορεί να προκαλέσει παροξύνσεις της νόσου και να ανατρέψει τη μέχρι τότε σταθερή κλινική εικόνα τους. Δεν είναι λίγες, άλλωστε, οι επιστημονικές μελέτες που καταγράφουν αύξηση των επισκέψεων στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, αλλά και των νοσηλειών ασθενών με χρόνια αναπνευστικά νοσήματα κατά τις περιόδους ακραίας ζέστης.
Οι αναπνευστικές λοιμώξεις δεν σταματούν το καλοκαίρι
Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι συνδέουν τις λοιμώξεις του αναπνευστικού με τον χειμώνα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι και τους θερινούς μήνες καταγράφονται σοβαρά περιστατικά.
Ο έντονος συγχρωτισμός στις τουριστικές περιοχές, οι συνεχείς μετακινήσεις, αλλά και οι απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας -όπως η μετάβαση από τον καύσωνα σε χώρους με έντονο κλιματισμό- μπορούν να ευνοήσουν τη μετάδοση των αναπνευστικών λοιμώξεων.
«Η μη τήρηση των κανόνων ατομικής αναπνευστικής υγιεινής, ιδιαίτερα όταν κάποιος παρουσιάζει συμπτώματα, σε συνδυασμό με τον υπέρμετρο συνωστισμό σε τουριστικές περιοχές και τις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας, διευκολύνουν τη μετάδοση αλλά και την επιδείνωση των αναπνευστικών λοιμώξεων, ακόμη και όταν τα συνολικά επιδημιολογικά δεδομένα δεν δείχνουν αυξημένο φορτίο», σημειώνει.
Κάθε καλοκαίρι, προσθέτει, υπάρχει ένα μικρό αλλά υπαρκτό ποσοστό ανθρώπων που θα εμφανίσουν σοβαρές λοιμώξεις του αναπνευστικού και θα χρειαστούν νοσηλεία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ηλικιωμένους ή άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες.
Η πρόληψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία
Η προστασία από τις υψηλές θερμοκρασίες δεν αφορά μόνο την αποφυγή της θερμοπληξίας. Για τους ανθρώπους με χρόνια νοσήματα των πνευμόνων είναι απαραίτητη η πιστή τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής, η αποφυγή έκθεσης σε καπνό και ατμοσφαιρικούς ρύπους, η επαρκής ενυδάτωση και η παραμονή σε δροσερούς χώρους κατά τις ώρες της μεγαλύτερης θερμικής επιβάρυνσης.
Όπως καταλήγει η Δρ. Μάτα Τσικρικά, σε μια εποχή όπου τα κύματα καύσωνα γίνονται ολοένα συχνότερα και εντονότερα, η κατανόηση των επιδράσεων της θερμικής καταπόνησης στο αναπνευστικό σύστημα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ατομικής προστασίας. Είναι κρίσιμο εργαλείο για την πρόληψη, την καλύτερη κλινική διαχείριση των ασθενών και τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών δημόσιας υγείας απέναντι στις προκλήσεις που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
