Με την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου για το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, οι διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας μας έχουν υπογραμμίσει πως, παρά την οικονομική αβεβαιότητα που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, οι προοπτικές για το σύνολο του 2026 παραμένουν θετικές. Αυτό αποτυπώνεται και στο guidance των ελληνικών τραπεζών για την πιστωτική επέκταση, που αναμένεται να ξεπεράσει τα 12 με 13 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους, σύμφωνα με τις διοικήσεις των τραπεζών.
Σημειώνεται πως, με βάση τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου των τεσσάρων συστημικών (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank) και των CrediaBank και Optima Bank, τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 2,2 δισ. ευρώ και η καθαρή πιστωτική επέκταση πλησίασε τα 4 δισ. (3,9 δισ. ευρώ).
Επιπλέον, οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν ήδη δηλώσει πως θα ωφεληθούν στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) από τις διαφαινόμενες αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ.
- Η Eurobank εκτιμά πως κάθε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης θα ενισχύσει τα NII κατά περίπου 35 εκατ. ευρώ.
- Η Εθνική Τράπεζα αναμένει ενίσχυση των NII κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ για κάθε αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης.
- Η Τράπεζα Πειραιώς αναμένει ενίσχυση των NII κατά 40 εκατ. ευρώ για κάθε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης.
- Η Alpha Bank αναμένει αντίστοιχη ενίσχυση των NII κατά περίπου 20 εκατ. ευρώ.
- Η CrediaBank αναμένει ενίσχυση των NII κατά περίπου 5 εκατ. ευρώ για κάθε αύξηση 25 μονάδων βάσης, ενώ η Optima αναμένει τόνωση των NII κατά 3 εκατ. ευρώ για κάθε αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 10 μονάδες βάσης.
Στασιμοπληθωρισμός και inflation memory
Ωστόσο, οι ηγεσίες όλων των τραπεζών επισημαίνουν πως η κατάσταση λόγω της κρίσης παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη και τονίζουν πως, λόγω της αστάθειας, μπορεί να υπάρξει επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης νοικοκυριών και επιχειρήσεων — ενδεχόμενο που θα επηρέαζε αρνητικά και τα μεγέθη των τραπεζών.
Από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, η αύξηση των ενεργειακών τιμών και οι πληθωριστικές πιέσεις που ενισχύονται σε Ελλάδα και Ευρωζώνη έφεραν στο προσκήνιο όλο και πιο έντονα την έννοια του στασιμοπληθωρισμού — δηλαδή τον συνδυασμό αργής ή μηδενικής οικονομικής ανάπτυξης, υψηλής ανεργίας και ανόδου του πληθωρισμού.
Ο στασιμοπληθωρισμός και ειδικότερα οι εκτιμήσεις των αναλυτών για την πορεία του βρίσκονται στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως προκύπτει και από έκθεση που δημοσιεύτηκε την Παρασκευή στο blog της ΕΚΤ. Σε αυτή αναλύεται το γεωπολιτικό ρίσκο και οι «ουλές» στις προσδοκίες των καταναλωτών της Ευρωζώνης από την κρίση στη Μέση Ανατολή, και το πώς αυτή συγκρίνεται με τις επιπτώσεις που είχε, κατά τα πρώτα στάδιά του, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η ΕΚΤ αναφέρεται στη μνήμη πληθωρισμού (inflation memory), δηλαδή στην ψυχολογική τάση των καταναλωτών και των επιχειρήσεων να επηρεάζονται από τις προηγούμενες εξάρσεις του πληθωρισμού (π.χ. την ενεργειακή κρίση του 2022) κατά τη διαμόρφωση των μελλοντικών οικονομικών τους αποφάσεων.
Πρόκειται για παράγοντα που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις της ευρωτράπεζας στη χάραξη της νομισματικής της πολιτικής, την ώρα που οι αγορές αναμένουν τουλάχιστον δύο ή τρεις αυξήσεις των επιτοκίων από τη Φρανκφούρτη μέχρι τον Δεκέμβριο.
Στην έκθεση της ΕΚΤ σημειώνεται πως η γενικότερη «στροφή» των καταναλωτών της Ευρωζώνης προς τις προοπτικές στασιμοπληθωρισμού είναι κάπως ηπιότερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη που είχε καταγραφεί μετά τη στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Ωστόσο, σημειώνεται πως τα τελευταία δεδομένα που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ — στην έρευνα καταναλωτικών προσδοκιών — αφορούν απαντήσεις που δόθηκαν τον Μάρτιο, μόλις στις αρχές της τρέχουσας κρίσης στη Μέση Ανατολή, όταν οι πληθωριστικές πιέσεις είχαν μόλις αρχίσει να πιέζουν τα «πορτοφόλια» επιχειρήσεων και νοικοκυριών της Ευρωζώνης.
Καθώς αποτελεί κοινή αντίληψη πως οι επιπτώσεις του πολέμου θα επιμείνουν για τους επόμενους μήνες — ακόμα και στο σενάριο άμεσης λήξης του, που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα — γίνεται αντιληπτό πως ο στασιμοπληθωρισμός είναι πολύ πιθανό να εμπεδωθεί περισσότερο στη συνείδηση των καταναλωτών. Κάτι που θα σήμαινε περιορισμένες δαπάνες και «στάση άμυνας» λόγω του υψηλότερου κόστους δανεισμού, την ώρα που όλες οι ενδείξεις δείχνουν προς σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ μέσα στους επόμενους μήνες του 2026.
Οι δυνητικές επιπτώσεις για τις ελληνικές τράπεζες
Εφόσον τα παραπάνω επιβεβαιωθούν και για την Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων και οικονομικής αβεβαιότητας, οι ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι πιθανό να «φρενάρουν» τα σχέδιά τους για επενδύσεις και νέο δανεισμό.
Και αυτό σε μια χρονική στιγμή που η ελληνική αγορά βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης με ισχυρή ζήτηση στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, όπως αναφέρουν και οι διοικήσεις των τραπεζών.
Ακόμα, υπάρχει ο κίνδυνος για την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων στην ελληνική αγορά. Εφόσον η διαθέσιμη αγοραστική δύναμη στη χώρα μας περιοριστεί και οι επιπτώσεις του πολέμου αρχίσουν να γίνονται περισσότερο ορατές στην «τσέπη» των καταναλωτών, είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο «κοκκινίσματος» των δανείων.
Πάντως, οι τράπεζες επισημαίνουν πως δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για το εν λόγω φαινόμενο. Ωστόσο, οι διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων βρίσκονται σε επιφυλακή, καταρτίζοντας ήδη σενάρια για το πώς μια επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των καταναλωτών θα μπορούσε να επηρεάσει τα μεγέθη τους.
