Το επικίνδυνο παραμύθι της αναβαλλόμενης φορολογίας των τραπεζών

Το επικίνδυνο παραμύθι της αναβαλλόμενης φορολογίας των τραπεζών

Η τάση εχθροπάθειας κατά των τραπεζών που καλλιεργείται από το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι διάχυτη στην κοινωνία. Το αφήγημα που κυριαρχεί είναι ότι «οι ελληνικές τράπεζες έχουν αφελληνιστεί», ότι «παραδόθηκαν στα ξένα funds» και ότι η ελληνική πολιτεία τις ευνοεί με διάφορους τρόπους μεταξύ των οποίων και η μη φορολόγηση των κερδών τους. Όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την έννοια της αναβαλλόμενης φορολογίας, η οποία έχει μπει από το πουθενά στο στόχαστρο του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.

Τι είναι η αναβαλλόμενη φορολογία;

Ας θυμηθούμε ότι οι τράπεζες ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια, βρίσκονταν σε ένα περιβάλλον κατάρρευσης για δυο βασικούς λόγους. Ο πρώτος ήταν οι ζημίες από το «κούρεμα» των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που είχαν στα χαρτοφυλάκια τους. Και ο δεύτερος ήταν οι ζημίες από τις διαγραφές των κόκκινων δανείων. Ζημίες που αμφότερες προκλήθηκαν από την πτώχευση του ελληνικού δημοσίου.

Η αναβαλλόμενη φορολογία είναι ουσιαστικά ένας λογιστικός χειρισμός των ζημιών αυτών, που ακολουθεί τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Επομένως αφενός δεν είναι μια ελληνική ανακάλυψη, αλλά μια διεθνής πρακτική  και αφετέρου δεν αποτελεί απαλλαγή από τη φορολογία.

Η αναβαλλόμενη φορολογία δίνει  το δικαίωμα στις τράπεζες να συμψηφίζουν αυτές τις τεράστιες ζημίες του παρελθόντος που προαναφέραμε με τους φόρους από τα σημερινά και μελλοντικά κέρδη. Και το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο. Λειτουργώντας με αυτόν τον τρόπο ως σανίδα σωτηρίας, και αποτρέποντας την ανάγκη για νέες, γιγαντιαίες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών που θα επιβάρυναν ακόμα περισσότερο τους φορολογούμενους. 

Για να καταλάβουμε τι γίνεται, αρκεί να σκεφτούμε ότι το αρχικό ποσό της αναβαλλόμενης φορολογίας ήταν περίπου 16 δισ. ευρώ. Εάν δεν είχε επιλεγεί η λύση της αναβαλλόμενης φορολογίας, το ποσό αυτό θα έπρεπε να είχε καταβληθεί από το κράτος, δηλαδή από τους φορολογούμενους, στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. Οπότε ή θα έπρεπε το κράτος να βάλει φρέσκα 16 δισ. στις τράπεζες ή να υιοθετήσει την αναβαλλόμενη φορολογία.

Με δυο λόγια η αναβαλλόμενη φορολογία δεν είναι κάποιο δώρο προς τις τράπεζες. Είναι στην ουσία μια απαίτηση των τραπεζών έναντι του Δημοσίου. Λόγω της ζημίας που τους προκάλεσε. Είναι ο «αρνητικός φόρος» από τις τεράστιες ζημιές που παρελθόντος που «αναβάλλεται» σε βάθος χρόνου. Κι έτσι οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να αφαιρούν από τη φορολογία των μελλοντικών κερδών τους -που μόλις ξεκίνησαν να βγάζουν-, αυτή τη φορολογική απαίτηση απέναντι στο κράτος.  Δηλαδή, όσο το τραπεζικό σύστημα εμφανίζει κέρδη, προχωρά σε απόσβεση της αναβαλλόμενης φορολογίας σε κάθε μια οικονομική χρήση.

Σε περίπτωση όμως που μια τράπεζα εμφανίσει ζημίες τότε έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την απαίτηση έναντι του Δημοσίου, σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που θα πρέπει να πληρώσει το υπουργείο Οικονομικών αποκτώντας τραπεζικές μετοχές. Υποχρεωτικά. Δηλαδή να πληρώσουν ξανά οι φορολογούμενοι την εκ νέου στήριξη των τραπεζών. 

Πότε νομοθετήθηκε;

Η αναβαλλόμενη φορολογία νομοθετήθηκε το 2014 με το νόμο 4302 (γνωστό ως νόμο Χαρδούβελη). Τροποποιήθηκε δε και επικαιροποιήθηκε το 2015 και το 2017. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ότι η πλήρης απόσβεση και ο τερματισμός της αναβαλλόμενης φορολογίας  θα ολοκληρωνόταν το 2042. Ωστόσο σήμερα, οι τράπεζες στοχεύουν να μηδενίσουν πλήρως τον αναβαλλόμενο φόρο μέχρι το 2032, δέκα ολόκληρα χρόνια νωρίτερα από το αρχικό πλάνο.

Πού αλλού έχει εφαρμοστεί;

Έχει εφαρμοστεί στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Χώρες που πέρασαν επίσης κρίση δημοσίου χρέους, σε πιο ελαφρά όμως μορφή. 

Πώς λειτουργεί;

Κάθε χρόνο οι τράπεζες προχωρούν σε απόσβεση της αναβαλλόμενης φορολογίας και μάλιστα μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο σχετικός νόμος, με πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους. Δηλαδή εκτός από την απόσβεση που ορίζει ο νόμος, αποσβένεται και με επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που καταβάλλονται στους μετόχους. 

Οπότε όσο μεγαλύτερο είναι το μέρισμα, τόσο ταχύτερη γίνεται και η απόσβεση της αναβαλλόμενης φορολογίας. Για το οικονομικό έτος 2025 η συνολική απόσβεση ανήλθε στο ποσό των 1,5 δισ. ευρώ αντί των περίπου 700 εκατ. ευρώ, που προέβλεπε ο νόμος του 2017, που είχε νομοθετηθεί επί διακυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου. 

Τι προτείνει το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα;

Προτείνει να γίνει η πλήρης απόσβεση της αναβαλλόμενης φορολογίας το 2028. Όμως  σύμφωνα με τραπεζικές πηγές το 2028 το αναπόσβεστο ποσό του DTC θα είναι τότε περίπου 8 δισ. ευρώ και θα αντιστοιχεί στο 30% των εποπτικών κεφαλαίων CET1, των τραπεζών. 

Οπότε αν οι Ελληνικές τράπεζες οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους, τότε τα 8 δισ. ευρώ θα έπρεπε να καλυφθούν μέσω νέων αυξήσεων κεφαλαίου, οι οποίες δεν θα είχαν αναπτυξιακό χαρακτήρα, αλλά θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν μόνο και μόνο για να κλείσουν τα κεφαλαιακά κενά. Δηλαδή οι «τρύπες» που θα άνοιγαν από την αλλαγή του χρόνου απόσβεσης. 

Εάν υιοθετηθεί η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα, τότε οι φορολογούμενοι θα πρέπει να καταβάλουν 8 δισ. ευρώ στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. Ένα ποσό κοντά στο 15% της σημερινής χρηματιστηριακής αποτίμησης των τραπεζών.

Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να αντιληφθούμε το τι θα σημάνει η λήψη μιας τέτοιας απόφασης. Αλλαγή των βασικών επενδυτικών όρων, συντριβή της φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος και της εμπιστοσύνης της αγοράς, αποχαιρετισμό των επενδυτών, νέα φορολογική επιδρομή και αδυναμία χρηματοδότησης της οικονομίας.

Και στο μυαλό μας επιστρέφει η πάγια επιθυμία του Αλέξη Τσίπρα να δημιουργήσει ένα κρατικό τραπεζικό πυλώνα. Μήπως όλη αυτή η πρόταση αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών «αναμπουμπούλας» ώστε να προωθηθεί εκ νέου ένα σχέδιο που δεν ξεχάστηκε ποτέ;