Απάντηση στα όσα ανέφερε πρόσφατα ο επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Αλέξης Τσίπρας, σχετικά με τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών έδωσαν τη Δευτέρα πηγές της αγοράς, σχολιάζοντας τα όσα έχει αναφέρει ο πρώην πρωθυπουργός για το χρηματοπιστωτικό κλάδο τις τελευταίες εβδομάδες.
Τραπεζικές πηγές σημείωσαν χαρακτηριστικά πως «το τελευταίο διάστημα επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο το θέμα της αναβαλλόμενης φορολογίας (DTC) των συστημικών τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό είναι χρήσιμο να δοθεί η σωστή διάσταση του θέματος».
Υπενθυμίζεται πως ο πρώην πρωθυπουργός ανέφερε προ ημερών μιλώντας στην 1η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου για το θέμα της αναβαλλόμενης φορολογίας (DTC) των συστημικών τραπεζών, πως οι τράπεζες «ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο αντί για το 2035 που σχεδιάζουν το 2028. Ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν. Πάντως εις υγείαν των κορόιδων δεν μπορεί να συνεχίσουν να ζούνε».
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εν λόγω τραπεζικές πηγές κάνουν μια αναδρομή του DTC και τονίζουν πως «ο λόγος που οι τότε κυβερνήσεις προχώρησαν στη συγκεκριμένη ρύθμιση (κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου το 2014, αλλά και η κυβέρνηση Τσίπρα το 2017) δεν ήταν η προστασία των συμφερόντων των τραπεζών, οι οποίες τότε ανήκαν, σε σημαντικό ποσοστό, στο Δημόσιο.
Η ρύθμιση θεσπίστηκε, αφενός, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιοι πόροι οι οποίοι είχαν δοθεί για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα παρέμεναν διαθέσιμοι στο Ελληνικό Δημόσιο για την κάλυψη άλλων δημοσιονομικών αναγκών και, αφετέρου, διότι, χωρίς το πλαίσιο του αναβαλλόμενου φόρου, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών και, κατ’ επέκταση, τα απαιτούμενα ποσά για την ανακεφαλαιοποίησή τους θα ήταν σημαντικά υψηλότερα, επιβαρύνοντας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το Ελληνικό Δημόσιο. Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο».
Οι εν λόγω πηγές προσθέτουν πως το τελευταίο χρονικό διάστημα διατυπώνεται «η πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου. Αυτό, όμως, έχει ήδη συμβεί με πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζών. Οι συστημικές τράπεζες απευθύνθηκαν στις εποπτικές αρχές και ζητώντας τη σύμφωνη γνώμη τους για να προχωρήσουν ταχύτερα στην απόσβεση του DTC. Για να εξασφαλιστεί το πράσινο φως των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών στο σχήμα που εγκρίθηκε και ήδη εφαρμόζεται απαιτήθηκαν μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις, παρά το γεγονός ότι οι ίδιες οι τράπεζες επεδίωξαν την επιτάχυνση.
Με την επιμονή και επιχειρηματολογία των συστημικών τραπεζών, εγκρίθηκε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και οι τράπεζες έχουν προχωρήσει ήδη από τη χρήση του 2025 σε απόσβεση του DTC μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο σχετικός νόμος, με πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους.
Συγκεκριμένα, πέρα από την απόσβεση που ορίζει ο νόμος, το DTC αποσβένεται εποπτικά και με το επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που καταβάλλονται στους μετόχους. Όσο μεγαλύτερο είναι το μέρισμα, τόσο ταχύτερη και η απόσβεση του DTC. Το 2025 η απόσβεση του DTC ανήλθε στο ποσό των 1,5 δισ. ευρώ αντί των περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε ο νόμος του 2017.
Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών και τα προβλεπόμενα μερίσματα, η πλήρης απόσβεση του DTC θα ολοκληρωθεί 8-10 έτη νωρίτερα από την αρχική πρόβλεψη του σχετικού νόμου. Δηλαδή αναμένεται η πλήρης απόσβεση του DTC το 2032 ή 2033, σε σχέση με το 2042 που είχε καθοριστεί βάσει του νόμου, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί το 2017 από την τότε κυβέρνηση.
Συχνά η πρόταση για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου διατυπώνεται ταυτόχρονα με πρόταση μείωσης των μερισμάτων – κάτι αυτόχρημα αντιφατικό, αφού η διανομή μερισμάτων συνιστά ακριβώς μηχανισμό ταχύτερης απόσβεσης του DTC, όπως αυτός έχει εγκριθεί από την ΕΚΤ».
Στη συνέχεια και «δείχνοντας» προς την τελευταία αναφορά του κ. Τσίπρα, οι τραπεζικές πηγές σημειώνουν πως «συζητείται επίσης η πλήρης απόσβεση του DTC το 2028. Η εκτίμηση μας είναι ότι εκείνη τη χρονιά, το αναπόσβεστο ποσό του DTC θα είναι περίπου 8 δις ευρώ ή 30% των κεφαλαίων CET1.
Πως άραγε θα καλυφθεί αυτό το έλλειμα της κεφαλαιακής επάρκειας;
Προφανώς θα χρειαστούν νέες αυξήσεις κεφαλαίου, που δεν θα είναι μάλιστα αναπτυξιακές, αλλά θα πρέπει να γίνουν επειδή θα αλλάξει ακόμη περισσότερο ο χρόνος απόσβεσης του DTC. Δηλαδή οι Τράπεζες επιτάχυναν από μόνες τους την απόσβεση από το 2042 στο 2032, το οποίο θεωρούν ως ασφαλή επιτάχυνση, και τώρα θέλουμε να πάμε ακόμη πιο νωρίς. Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό, πέραν της ανάγκης για νέα ανακεφαλαιοποίηση, για την αξιοπιστία της χώρας στην προσπάθεια να προσελκύσει επενδύσεις».
