Αγοράζουμε ένα πακέτο Internet για το σπίτι που προσφέρει πολύ υψηλή ταχύτητα. Και διαπιστώνουμε ότι αυτή η ταχύτητα δεν ισχύει για όλα τα σημεία του σπιτιού. Σε κάποια σημεία η ταχύτητα πέφτει δραματικά, ενώ σε άλλα δεν έχουμε καθόλου σύνδεση. Γιατί συμβαίνει αυτό και τι μπορούμε να κάνουμε για να έχουμε την ίδια εμπειρία σύνδεσης σε κάθε γωνιά του σπιτιού;
Απόσταση
Το Internet έρχεται στο σπίτι είτε μέσω χαλκού, είτε μέσω οπτικής ίνας και καταλήγει στο modem-router που μας προμηθεύει ο πάροχος. Εάν βρισκόμαστε κοντά στο router, μπορούμε συνήθως να πετύχουμε την υψηλότερη ταχύτητα που μπορεί να προσφέρει η συγκεκριμένη σύνδεση μέσω WiFi, ενώ όσο απομακρυνόμαστε από αυτό η ταχύτητα αρχίζει να μειώνεται. Αυτό καταρχάς συμβαίνει διότι το σήμα του WiFi ασθενεί από την απόσταση. Ο πομπός εκπέμπει το σήμα προς τον χώρο και, όσο αυτό απομακρύνεται από την κεραία, η ισχύς του μειώνεται σταδιακά, μέχρι να γίνει τόσο ασθενής ώστε η συσκευή να μην μπορεί πλέον να συνδεθεί.
Όπως εξηγεί το αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας (NIST), η διαφορά μεταξύ της ισχύος με την οποία εκπέμπεται ένα ραδιοσήμα και εκείνης με την οποία τελικά λαμβάνεται ονομάζεται «απώλεια διαδρομής». Ακόμη και χωρίς εμπόδια, το σήμα εξασθενεί καθώς απομακρύνεται από τον πομπό, φαινόμενο που ονομάζεται «απώλεια ελεύθερου χώρου».
Εμπόδια
Το σήμα δεν εξασθενεί μόνο από την απόσταση, εξασθενεί και από τα εμπόδια. Όταν, παραδείγματος χάριν, το σήμα συναντά έναν τοίχο, ένα μέρος του μπορεί να ανακλαστεί ή να απορροφηθεί, ενώ το μέρος που περνά στην άλλη πλευρά έχει μικρότερη ισχύ.
Ηλεκτρολογικοί πίνακες
Ιδιαίτερα ισχυρό εμπόδιο για το σήμα του WiFi μπορεί να αποτελέσει και ο ηλεκτρολογικός πίνακας. Το μεταλλικό περίβλημα και τα μεταλλικά μέρη στο εσωτερικό του δυσκολεύουν τη διέλευση των ραδιοκυμάτων, ανακλώντας ή αποδυναμώνοντας το σήμα. Έτσι, όταν ο πίνακας βρίσκεται ανάμεσα στο router και στη συσκευή, η κάλυψη στην άλλη πλευρά του μπορεί να είναι αισθητά χειρότερη.
Πώς λύνεται το πρόβλημα
Για να ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα υπάρχουν τέσσερις βασικές λύσεις, καθεμία από τις οποίες ταιριάζει σε διαφορετικές συνθήκες. Κάθε μία από αυτές έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Το ποια λύση θα διαλέξει κάποιος εξαρτάται από την εκάστοτε περίπτωση και το budget που μπορεί να διαθέσει.
- WiFi repeater
Ο πιο απλός και οικονομικός τρόπος για να επεκταθεί το σήμα του WiFi είναι η αναμετάδοση του ασύρματα μέσω μιας δεύτερης συσκευής WiFi. Το σήμα φτάνει στον αναμεταδότη (repeater) και από εκεί εκπέμπεται εκ νέου. Αυτή η λύση είναι κυρίως χρήσιμη όταν χρειάζεται να καλυφθεί μια σχετικά μικρή πρόσθετη απόσταση και στο σημείο εγκατάστασης του repeater υπάρχει ακόμη καλό σήμα από το router. Η τοποθέτηση του repeater θα πρέπει να γίνει σε σημείο όπου το σήμα είναι ακόμη αρκετά ισχυρό και σταθερό, διότι ο repeater δεν αποκαθιστά την ποιότητα μιας ήδη κακής σύνδεσης. Αν λαμβάνει αδύναμο ή ασταθές σήμα από το router, θα προσφέρει και ο ίδιος περιορισμένη ταχύτητα και σταθερότητα.

Shutterstock
Τα πλεονεκτήματα αυτής της επιλογής είναι το χαμηλό κόστος και η εύκολη εγκατάσταση. Οι τιμές των WiFi repeaters ξεκινούν από περίπου 10 ευρώ και μπορούν να ξεπεράσουν τα 100 ευρώ, ανάλογα με την ταχύτητα, την τεχνολογία WiFi και τις επιπλέον δυνατότητες του μοντέλου. Η παραμετροποίηση (setup) του repeater δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ δεν απαιτούνται ηλεκτρολογικές εργασίες.
Τα μειονεκτήματα αυτής της επιλογής είναι ότι συνήθως μειώνεται η πραγματική ταχύτητα και ότι η απόδοση της αναμετάδοσης εξαρτάται από την ποιότητα και την ισχύ του σήματος που λαμβάνει. Τέλος, η αποτελεσματικότητά του περιορίζεται όταν ανάμεσα στο router και στον repeater παρεμβάλλονται ισχυρά εμπόδια, καθώς τότε η συσκευή λαμβάνει ήδη υποβαθμισμένο σήμα.
- PLC — Power Line Communication
Οι συσκευές Power Line χρησιμοποιούν το ηλεκτρικό δίκτυο του σπιτιού για να μεταφέρουν τα δεδομένα από το modem-router σε άλλο σημείο, χωρίς να επηρεάζονται από τοίχους και άλλα φυσικά εμπόδια που εξασθενούν το WiFi.
Η πρώτη συσκευή συνδέεται με καλώδιο ethernet στο modem-router και τοποθετείται σε πρίζα ρεύματος. Η δεύτερη τοποθετείται σε άλλη πρίζα του σπιτιού και, ανάλογα με το μοντέλο, μπορεί να προσφέρει μόνο ενσύρματη σύνδεση μέσω ethernet ή και ασύρματη σύνδεση μέσω WiFi.

Shutterstock
Τα δεδομένα φτάνουν στο δωμάτιο χωρίς να επηρεάζονται από τους τοίχους ή τον ηλεκτρολογικό πίνακα ως φυσικά εμπόδια του WiFi, αλλά η απόδοση εξαρτάται από την ποιότητα της ηλεκτρικής εγκατάστασης.
Τα πλεονεκτήματα αυτής της λύσης είναι ότι δεν απαιτείται να περαστεί νέα καλωδίωση ή να γίνει κάποια επέμβαση στην ηλεκτρική εγκατάσταση και, υπό καλές συνθήκες, μπορεί να προσφέρει πιο σταθερή σύνδεση και μικρότερη καθυστέρηση από έναν απλό repeater, ενώ η εγκατάσταση είναι σχετικά απλή.
Οι συσκευές Powerline είναι προτιμότερο να συνδέονται απευθείας σε πρίζα τοίχου, καθώς τα πολύπριζα, τα UPS και ορισμένα φίλτρα προστασίας μπορεί να μειώσουν σημαντικά την απόδοσή τους ή ακόμη και να εμποδίσουν εντελώς την επικοινωνία μεταξύ τους.
Υπάρχουν ωστόσο μειονεκτήματα και περιορισμοί. Η λύση του PLC μπορεί να λειτουργήσει ιδανικά και να λύσει τα χέρια του χρήστη, ωστόσο μπορεί ακόμα και να μη λειτουργήσει καθόλου. Τα δεδομένα του δικτύου μεταφέρονται μέσω της ηλεκτρικής καλωδίωσης του σπιτιού. Παλιές καλωδιώσεις, μεγάλες αποστάσεις και διαφορετικά κυκλώματα μπορούν να μειώσουν την ταχύτητα.
Σε σπίτια με μονοφασική παροχή οι πιθανότητες καλής επικοινωνίας μεταξύ των δύο συσκευών είναι συνήθως μεγαλύτερες, επειδή όλες οι πρίζες τροφοδοτούνται από την ίδια φάση, παρότι μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικές γραμμές και ασφάλειες. Σε τριφασική εγκατάσταση είναι προτιμότερο οι δύο συσκευές να βρίσκονται στην ίδια φάση. Αν βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις, μπορεί να λειτουργήσουν με χαμηλότερη απόδοση ή να μην επικοινωνήσουν καθόλου.
Εν ολίγοις, δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα πόσο καλά θα λειτουργήσει αυτή η λύση πριν την δοκιμάσει στη συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Το κόστος ενός σετ Powerline δύο συσκευών ξεκινά περίπου από 40 ευρώ για μοντέλα που παρέχουν ενσύρματη σύνδεση, ενώ όσα προσφέρουν και WiFi ξεκινούν συνήθως από περίπου 55 ευρώ. Οι τιμές μπορούν να ξεπεράσουν τα 150 ευρώ για ισχυρότερα μοντέλα ή συστήματα με περισσότερες μονάδες.
- Wi-Fi Mesh
Αυτή η λύση χρησιμοποιεί πολλαπλές μονάδες που συνεργάζονται μεταξύ τους και διαχειρίζονται το δίκτυο ως ενιαίο σύστημα, με κοινό όνομα και κωδικό WiFi. Έτσι, καθώς ο χρήστης μετακινείται στον χώρο, το σύστημα διευκολύνει την αυτόματη μετάβαση της συσκευής του από τη μία μονάδα στην άλλη (roaming).
Η μεταξύ τους σύνδεση μπορεί να είναι ασύρματη ή μέσω ethernet, με την ενσύρματη σύνδεση να προσφέρει συνήθως μεγαλύτερη ταχύτητα και σταθερότητα.
Συγκεκριμένα, η πρώτη μονάδα συνδέεται συνήθως με καλώδιο ethernet στο modem-router, ενώ οι υπόλοιπες μονάδες μπορούν να συνδέονται με το σύστημα είτε ασύρματα είτε ενσύρματα μέσω ethernet, δυνατότητα που ονομάζεται Ethernet Backhaul. Αυτό δίνει μια ευελιξία, ανάλογα τις ανάγκες του χρήστη και τα εμπόδια που παρουσιάζονται.
Για μια σύγχρονη οικιακή εγκατάσταση, καλώδιο Cat 6 είναι συνήθως επαρκές, καθώς υποστηρίζει ταχύτητες έως 1 Gbps σε μήκος έως 100 μέτρα και μπορεί να υποστηρίξει 10 Gbps σε μήκος έως περίπου 55 μέτρα. Το Cat 6a προτιμάται όταν θέλουμε να υποστηρίξουμε 10 Gbps σε μήκος έως 100 μέτρα.

Shutterstock
Επίσης, ένα σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι μπορούν να προστεθούν μονάδες αν διαπιστωθεί ότι η κάλυψη δεν είναι επαρκής.
Από την άλλη μεριά, αυτή η λύση έχει δύο σημεία που χρήζουν προσοχής. Πρώτον το κόστος. Ένα βασικό σύστημα Mesh δύο μονάδων μπορεί να ξεκινά από περίπου 70 ευρώ, ακόμη και με Wi-Fi 6 και δυνατότητα Ethernet Backhaul. Ωστόσο, οι τιμές αυξάνονται ανάλογα με τον αριθμό των μονάδων, τις ταχύτητες, τις θύρες ethernet και την τεχνολογία του συστήματος και μπορούν να ξεπεράσουν τα 500 ευρώ στα πιο προηγμένα μοντέλα. Πρόσθετο κόστος καλωδίωσης υπάρχει κυρίως αν επιλεγεί ενσύρματη σύνδεση ethernet και για τις υπόλοιπες μονάδες του συστήματος.
Δεύτερον, αυτή η λύση δεν εγγυάται ότι κάθε συσκευή θα αλλάζει πάντα αμέσως στον κοντινότερο κόμβο, γιατί την τελική απόφαση την παίρνει συχνά η ίδια η συσκευή του χρήστη.
- Καλώδιο Ethernet και Access Point
Η χρήση Access Point με ενσύρματη σύνδεση Ethernet αποτελεί μία από τις πιο αξιόπιστες λύσεις ως προς την ταχύτητα και τη σταθερότητα. Ουσιαστικά συνδέουμε το modem-router του παρόχου με καλώδιο ethernet με έναν ασύρματο πομποδέκτη WiFi ή με ένα router με ενσωματωμένο πομποδέκτη WiFi εφόσον ρυθμιστεί κατάλληλα. Τα δεδομένα μεταφέρονται από το modem-router μέσω του καλωδίου ethernet στο Access Point, το οποίο δημιουργεί νέο ασύρματο σημείο πρόσβασης στο συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού.

Shutterstock
Αν το Access Point έχει το ίδιο όνομα δικτύου, τον ίδιο κωδικό και τον ίδιο τρόπο κρυπτογράφησης με το modem-router, οι συσκευές μπορούν να μεταβαίνουν από το ένα σημείο πρόσβασης στο άλλο χωρίς να χρειάζεται ο χρήστης να επιλέξει ξανά το δίκτυο ή να πληκτρολογήσει τον κωδικό. Ωστόσο, σε αντίθεση με ένα σύστημα Mesh, το modem-router και το Access Point δεν συνεργάζονται απαραίτητα ως ενιαίο σύστημα για να κατευθύνουν τη συσκευή προς το καταλληλότερο σημείο, με αποτέλεσμα η μετάβαση να μην είναι πάντοτε το ίδιο ομαλή.
Όπου είναι δυνατόν, το καλώδιο ethernet πρέπει να τοποθετείται σε απόσταση από τα καλώδια ρεύματος και να αποφεύγεται η παράλληλη όδευσή τους για μεγάλο μήκος. Η χρήση θωρακισμένου καλωδίου έχει νόημα μόνο όταν η εγκατάσταση και η γείωσή του γίνουν σωστά.
Το κόστος της συσκευής μπορεί να είναι μηδενικό, αν χρησιμοποιηθεί ένα παλιότερο router που υπάρχει ήδη και ρυθμιστεί κατάλληλα. Αν αγοραστεί νέο Access Point, το κόστος εξαρτάται από τις δυνατότητες και την τεχνολογία του. Το βασικό κόστος αφορά το πέρασμα των καλωδίων ethernet. Και εκεί το κόστος εξαρτάται από το πώς θα περαστεί το καλώδιο. Αν, δηλαδή, θα χρησιμοποιηθεί κανάλι ή αν τα καλώδια θα σκαφτούν μέσα στον τοίχο. Το σκάψιμο προϋποθέτει μετά στοκάρισμα και βάψιμο, κάτι που ανεβάζει περαιτέρω το κόστος.
