Θ. Τσίκας: Ο έλεγχος του Ορμούζ και το «παιχνίδι» των ορίων
Shutterstock
Shutterstock

Θ. Τσίκας: Ο έλεγχος του Ορμούζ και το «παιχνίδι» των ορίων

Η σύγκρουση ερμηνειών επί του μνημονίου κατανόησης και η δοκιμή «κόκκινων γραμμών» και ορίων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με πυρήνα το καθεστώς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, περιβάλλει την παρούσα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τον κύκλο ανταλλαγής πληγμάτων που εγείρει αβεβαιότητα για την αντοχή της εκεχειρίας, αν και ο ίδιος -τη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον- δεν διακρίνει προοπτική επιστροφής σε πλήρους κλίμακας στρατιωτική αναμέτρηση.

Διαφορετικές είναι οι αναγνώσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης όσον αφορά διατυπώσεις του μνημονίου της 17ης Ιουνίου - διατυπώσεις «δημιουργικά ασαφείς» ή και «σκόπιμα ασαφείς», ειδάλλως μπορεί να μην έφθαναν καν στην υπογραφή έστω και αυτής της προκαταρκτικής συμφωνίας. Οι ΗΠΑ «διαβάζουν» το μνημόνιο ως επιστροφή στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα· το Ιράν ως «δικαίωμα» παρέμβασης στη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, έναντι και οικονομικών απολαβών υπό «μανδύα» που αναζητείται.

Δεδομένο είναι ότι το Ιράν επιχειρεί να διατηρήσει την επιρροή που «ανακάλυψε» μέσω αυτού του πολέμου, εξ ου και βάλει κατά εμπορικών πλοίων που ακολουθούν τη νότια διαδρομή κοντά στις ακτές του Ομάν, για να δεχθεί τα αμερικανικά αντίποινα, σε ένα μπρα-ντε-φερ που, κατά τον κ. Τσίκα, φέρει τη μορφή μίας «άτυπης διαπραγμάτευσης» πριν από την επανάληψη των επίσημων συνομιλιών. Το Ομάν εισέρχεται στην εξίσωση ως ο έτερος παράκτιος δρων στα Στενά του Ορμούζ, ανάμεσα στις πιέσεις της Ουάσινγκτον, τις επιδιώξεις του ιρανικού καθεστώτος και τα συμφέροντα των αραβικών χωρών του Κόλπου.

Στην ανάλυσή του, ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, δίνει έμφαση στις εσωτερικές (αν)ισορροπίες στο Ιράν και ειδικά στους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι με αυξημένη πλέον ισχύ πιέζουν και αμφισβητούν τη διαπραγματευτική γραμμή προς τις όποιες παραχωρήσεις - και ιδίως τονίζει ότι δεν πρέπει να υποτιμάται στις αναλύσεις ο θεοκρατικός χαρακτήρας του ιρανικού καθεστώτος και η έννοια του μάρτυρα, που δεν επιτρέπουν να ερμηνεύεται η στάση του Ιράν με όρους δυτικού πολιτικού ορθολογισμού.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης 

Κύριε Τσίκα, η ανταλλαγή πληγμάτων Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, που επίσης βάλει εκ νέου κατά κρατών του Κόλπου, και η κλιμάκωση της ρητορικής από αμφότερες τις πλευρές δοκιμάζουν την εκεχειρία. Πόσο κινδυνεύει να αποδειχθεί κενό γράμμα το μνημόνιο κατανόησης και γιατί; 

Η ουσία είναι πως υπάρχει διαφορετική πρόσληψη από τις δύο πλευρές για αυτή καθαυτή τη συμφωνία - και για την ουσία της συμφωνίας, και για την ερμηνεία της, και για τον τρόπο εφαρμογής της. Και το κεντρικό ζήτημα που συμπυκνώνει όλες αυτές τις διαφορετικές ερμηνείες, είναι ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ.

Το μνημόνιο κατανόησης περιλαμβάνει μία διατύπωση βάσει της οποίας το Ιράν θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να διασφαλίζεται η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για διατύπωση προφανώς δημιουργικά ασαφή και, κατά πάσα πιθανότητα, σκόπιμα ασαφή. Εάν δεν υπήρχε αυτή η ασάφεια, ίσως να μην είχε καταστεί δυνατή και η επίτευξη της συμφωνίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες «βλέπουν» στη διατύπωση αυτή πλήρη ελευθερία της ναυσιπλοΐας, δηλαδή ουσιαστικά επιστροφή στο καθεστώς που ίσχυε πριν από τη σύγκρουση. Οι Ιρανοί, αντίθετα, θεωρούν ότι η ίδια διατύπωση τους αναγνωρίζει δικαίωμα παρέμβασης στον τρόπο διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ. Το εύρος αυτής της παρέμβασης μπορεί να είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο, αυστηρότερο ή πιο χαλαρό, όμως η βασική διαφορά παραμένει.

Υπάρχει φυσικά και η αναφορά στην περίοδο των 60 ημερών δίχως τέλη διέλευσης -και το τι θα συμβεί μετά ουδείς γνωρίζει-, ωστόσο αυτή τη στιγμή δεν είναι αυτό το βασικό ζήτημα. Το ζήτημα είναι ότι το Ιράν θεωρεί -και το έχει διακηρύξει- πως κάθε πλοίο που διέρχεται από τα Στενά οφείλει να ενημερώνει μέσω e-mail τον αρμόδιο νεοσυσταθέντα ιρανικό οργανισμό και, ουσιαστικά, να ζητά άδεια διέλευσης. Επιπλέον, θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να καθορίζει και τη διαδρομή που θα ακολουθήσει το κάθε πλοίο.

Πώς μεταφράζεται στην πράξη αυτή η σύγκρουση ερμηνειών;

Στην πράξη, αρκετά εμπορικά πλοία που δεν θέλουν να ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία, είτε δεν ενημερώνουν και δεν ζητούν άδεια διέλευσης, είτε επιλέγουν τη νότια θαλάσσια οδό, κοντά στις ακτές του Ομάν, αντί της βόρειας διαδρομής που προκρίνει το Ιράν. Πλοία που έχουν ακολουθήσει τη νότια διαδρομή έχουν δεχθεί επιθέσεις από το Ιράν. Αυτή είναι η ουσία των τελευταίων επεισοδίων και όχι μόνο όσων σημειώθηκαν τις τελευταίες ημέρες, αλλά συνολικά όσων παρακολουθούμε τις τελευταίες εβδομάδες. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι αυτές οι ενέργειες συνιστούν παραβίαση των όρων της εκεχειρίας. Και όταν το Ιράν χτυπά εμπορικά πλοία, οι Αμερικανοί απαντούν με πλήγματα κυρίως κατά ιρανικών βάσεων εκτόξευσης πυραύλων ή άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών. Το Ιράν, με τη σειρά του, απαντά συνήθως πλήττοντας αραβικές χώρες, συμμάχους των ΗΠΑ, στον Περσικό Κόλπο, όπως το Μπαχρέιν ή το Κουβέιτ. Αυτή η αλληλουχία ενεργειών έχει επαναληφθεί περισσότερες από μία φορές. Υπήρξαν περίοδοι που διεκόπη προσωρινά, όμως τώρα φαίνεται να επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση.

Εκτιμώ ότι και η σκλήρυνση της ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ συνδέεται με αυτή την εξέλιξη. Δείχνει ότι χάνει σταδιακά την υπομονή του με αυτή την κατάσταση, εξ ου και οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν βρισκόμαστε σε φάση κατάρρευσης της συμφωνίας. Εκτιμώ ότι αυτό που παρακολουθούμε, είναι μία συνεχής δοκιμασία των ορίων της μίας πλευράς από την άλλη. Κάθε πλευρά προσπαθεί να διαπιστώσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η άλλη - και είναι και αυτό ένα στοιχείο μίας άτυπης διαπραγμάτευσης.

Υπήρξε μία προσωρινή διακοπή, τόσο λόγω των εορτασμών για τα 250 χρόνια από την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και λόγω της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, αλλά και εξαιτίας των τελετών ενταφιασμού του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στο Ιράν. Έχουμε μπροστά μας όμως την επίσημη διαπραγμάτευση, η οποία αναμένεται να επανεκκινήσει στις 11 Ιουλίου ή ίσως και με κάποια καθυστέρηση. Μέχρι στιγμής καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει δηλώσει ότι αποχωρεί από τη διαδικασία. Εξάλλου δεν υπάρχει και άλλος τρόπος για τη συνέχεια.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν νέες τριβές και εντάσεις, είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων - ή και διακοπή των διαπραγματεύσεων και εκ νέου επανάληψή τους. Έχουμε επισημάνει εξαρχής ότι αυτή δεν θα είναι μία ευθύγραμμη διαδικασία. Θα έχει στροφές και πισωγυρίσματα. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν διακρίνω ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα των δύο πλευρών να επιστρέψουν σε μία πλήρη πολεμική αναμέτρηση. 

Ήδη παρατηρείται πάντως άνοδος των τιμών και η Μέση Ανατολή επιστρέφει στο επίκεντρο. Τι σημαίνει πολιτικά αυτό για τον Ντόναλντ Τραμπ;

Είναι ένας τρόπος άσκησης πίεσης προς τον Ντόναλντ Τραμπ, εκ μέρους του Ιράν. Ο ίδιος επιθυμεί το ζήτημα του Ιράν να φύγει από την αμερικανική επικαιρότητα. Δεν θέλει να παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και αυτές οι εξελίξεις προφανώς δεν τον διευκολύνουν. Γνωρίζει ότι το θέμα είναι πολιτικά αντιδημοφιλές και ότι μπορεί να έχει κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών. 

Παράλληλα, η άνοδος των τιμών που παρατηρήθηκε πάλι αυτές τις ημέρες με τα πολεμικά επεισόδια, επιβαρύνει το οικονομικό κλίμα και αυξάνει το κόστος ζωής για τον μέσο Αμερικανό πολίτη, ιδίως μέσω των καυσίμων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην αμερικανική οικονομία και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Εκτιμώ, σε κάθε περίπτωση, ότι είναι πιθανότερο να δούμε ορισμένα περιορισμένα ή στοχευμένα μέτρα από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών -και ενδεχομένως άλλων χωρών- παρά μία επιστροφή σε μία γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση. Δεν θεωρώ πιθανή μία πλήρους κλίμακας επανάληψη της σύγκρουσης. Υπάρχουν πάρα πολλά πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά ζητήματα που λειτουργούν αποτρεπτικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Το Ιράν δεν δείχνει διατεθειμένο να εγκαταλείψει το μοχλό πίεσης που ανακάλυψε. Δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο που μπορεί να ασκήσει μέσω των Στενών του Ορμούζ, και ιδανικά θέλει να εξασφαλίσει και έσοδα. Σε όλη αυτή τη διαπραγμάτευση για το καθεστώς της ναυσιπλοΐας, ποιος είναι ο ρόλος του Ομάν και πόσο κρίσιμος μπορεί να αποδειχθεί;

Το Ιράν ανακάλυψε ότι έχει μια μεγάλη δυνατότητα και δεν θέλει να την αφήσει ανεκμετάλλευτη. Είδε επίσης ότι αρκετά πλοία άρχισαν να κινούνται προς τη νότια διαδρομή, κοντά στις ακτές του Ομάν, αποφεύγοντας τη διαδικασία που ζητά η Τεχεράνη, και αυτό εντείνει την προσπάθειά του να κατοχυρώσει έναν ρόλο στη διαχείριση της διέλευσης. Στην ουσία, το Ιράν θεωρεί ότι δεν είναι είναι δυνατή η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς. Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό, όμως, δεν είναι απολύτως σαφές. 

Και εδώ ακριβώς μπαίνει ο ρόλος του Ομάν, ο οποίος είναι πολύ σημαντικός, διότι μαζί με το Ιράν είναι τα δύο κράτη που έχουν κυριαρχία στις δύο πλευρές των Στενών του Ορμούζ. Οι υπόλοιπες χώρες επηρεάζονται άμεσα, αλλά δεν έχουν την ίδια θέση ως προς τη διαχείριση των Στενών.

Έχουν υπάρξει επαφές μεταξύ Ιράν και Ομάν. Φαίνεται ότι σε ορισμένα ζητήματα υπάρχει ένα κοινό πνεύμα, αλλά δεν υπάρχει και ταύτιση. Το Ομάν, για παράδειγμα, προς το παρόν εμφανίζεται αντίθετο στη επιβολή οικονομικών επιβαρύνσεων για τη διέλευση των πλοίων. Το Ιράν, αντιθέτως, επισήμως λέει ότι μπορεί να υπάρξουν οικονομικές επιβαρύνσεις, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι θα τηρηθεί το Δίκαιο της Θάλασσας. Το τι σημαίνει αυτό, ουδείς γνωρίζει. 

Είναι πιθανό να επιχειρείται διάκριση ανάμεσα στα υποχρεωτικά διόδια, τα οποία θα επιβάλλονταν οριζόντια σε όλα τα πλοία, και σε τέλη που θα καταβάλλονται για ορισμένες υπηρεσίες τις οποίες θα παρέχουν τα παράκτια κράτη, όπως υπηρεσίες πλοήγησης ή άλλες διευκολύνσεις. Θεωρητικά, αυτές οι υπηρεσίες θα έπρεπε να παρέχονται σε εθελοντική βάση και να αντιστοιχούν σε πραγματικές υπηρεσίες. Εκτιμώ ότι αυτή είναι η διάκριση που προσπαθούν να «περάσουν». Το πώς ακριβώς μπορεί να αποτυπωθεί, θα φανεί περισσότερο στις διαπραγματεύσεις.

Το ίδιο το Ομάν έχει επίσης μεταφέρει προς τις υπόλοιπες αραβικές χώρες του Κόλπου, αλλά και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ότι είναι δεν είναι εύκολη η επιστροφή στο προ της σύγκρουσης καθεστώς. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει υιοθετήσει πλήρως τις ιρανικές θέσεις. Σημαίνει όμως ότι αναγνωρίζει πως μετά από όσα έχουν συμβεί, η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση δεν είναι αυτονόητη.

Ουσιαστικά το Ομάν βρίσκεται μεταξύ «σφύρας και άκμονος». Από τη μία πλευρά δέχεται τις αμερικανικές πιέσεις, έχοντας σε κάποιο στάδιο δεχθεί απειλές και από τον Ντόναλντ Τραμπ. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι πρέπει να συνυπάρξει με το Ιράν στη διαχείριση αυτής της εξαιρετικά ευαίσθητης θαλάσσιας διόδου. Επιπλέον, έχει τις δικές του οικονομικές και περιφερειακές ισορροπίες να διαφυλάξει, καθώς διατηρεί σχέσεις τόσο με τα υπόλοιπα αραβικά κράτη όσο και με την ευρύτερη διεθνή κοινότητα. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται επίσης ότι έχουν μιλήσει με το Ομάν, ενδεχομένως επιχειρώντας να το οδηγήσουν σε μία πιο ήπια στάση.

Το Ιράν δεν έχει απέναντί του μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει απέναντί του όλες τις χώρες που εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Πόσο περιορίζει αυτό τα περιθώρια κινήσεών του; 

Απέναντί του το Ιράν έχει ουσιαστικά το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Πρώτα απ’ όλα βρίσκονται οι αραβικές χώρες της απέναντι ακτής του Περσικού Κόλπου, οι οποίες εξάγουν μέσω του Ορμούζ πετρέλαιο και φυσικό αέριο και δεν μπορούν να αποδεχθούν μία μόνιμη κατάσταση αβεβαιότητας. Για τις χώρες αυτές, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ασφάλειας. Είναι προϋπόθεση της ίδιας της οικονομικής επιβίωσης τους. Το Ιράν, από την άλλη, δεν μπορεί να βρίσκεται διαρκώς σε αντιπαράθεση μαζί τους, διότι υπάρχουν και κοινά συμφέροντα στην περιοχή.

Από εκεί και πέρα υπάρχουν οι μεγάλες οικονομίες της Ασίας, οι οποίες προμηθεύονται μέσω των Στενών σημαντικό μέρος των ενεργειακών αναγκών τους. Το ίδιο ισχύει και για τις ευρωπαϊκές χώρες. Συνεπώς, η Τεχεράνη έχει απέναντί της ένα πολύ ευρύτερο μέτωπο, πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό αντανακλάται και στο ότι το Ιράν επιχειρεί να αποθαρρύνει τη συγκρότηση της ευρωπαϊκής ναυτικής πολυεθνικής δύναμης, υπό την ηγεσία κυρίως της Βρετανίας και της Γαλλίας, για να αναλάβει αποστολές όπως η διευκόλυνση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, η παροχή ασφάλειας στα εμπορικά πλοία ή η αποναρκοθέτηση των Στενών του Ορμούζ. Η Γαλλία, κυρίως, βρίσκεται σε επαφή με το Ομάν για το ζήτημα αυτό. Το Ομάν εμφανίζεται θετικό απέναντι σε μία τέτοια προοπτική, όμως το Ιράν έχει ήδη διαμηνύσει ότι δεν επιθυμεί την παρουσία τέτοιων δυνάμεων στην περιοχή.

Εκτιμώ ότι και εδώ θα εξελιχθεί ένα ακόμη μπρα-ντε-φερ. Ιδίως ως προς το ζήτημα της αποναρκοθέτησης, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική επιχείρηση χωρίς τη συνεργασία του ίδιου του Ιράν. Η Τεχεράνη είναι εκείνη που γνωρίζει εάν υπάρχουν νάρκες και πού ακριβώς έχουν ποντιστεί. Δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς σε μία τέτοια επιχείρηση στα τυφλά.

Άρα, αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλές παράλληλες διαπραγματεύσεις. Υπάρχει η διαπραγμάτευση ΗΠΑ-Ιράν. Υπάρχει η διαπραγμάτευση του Ιράν με το Ομάν. Υπάρχει η σχέση του με τις αραβικές χώρες του Κόλπου, με τις μεγάλες ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται από τα Στενά, αλλά και με τις ευρωπαϊκές χώρες που εξετάζουν την ανάπτυξη πολυεθνικής δύναμης στην περιοχή. Όλα αυτά παραμένουν ανοιχτά. 

Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, ειδικά, δεν θέλουν να δουν ένα εχθρικό Ιράν να τους δημιουργεί συνεχώς επιπλέον προβλήματα μετά την πολεμική αναμέτρηση. Παράλληλα, στο σημείο αυτό να επισημάνουμε, ότι δεν είναι πλέον απολύτως βέβαιες για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως αξιόπιστου συμμάχου. Υπάρχει η αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον προτίμησε σε κρίσιμες στιγμές τα συμφέροντα του Ισραήλ έναντι των δικών τους και ότι δεν είναι δεδομένο πως θα είναι παρούσα σε κάθε νέα προβληματική κατάσταση με το Ιράν.

Σε πόσο μεγάλο βαθμό επιδρά σε όλη τη διαπραγματευτική διαδικασία η ίδια η εσωτερική κατάσταση στο Ιράν; 

Την επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εξελίσσεται μία πολύ σοβαρή διαμάχη στο εσωτερικό του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος. Η επικράτηση των Φρουρών της Επανάστασης στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα εξουσίας απέναντι, τόσο στους θρησκευτικούς ηγέτες όσο και στα πολιτικά στελέχη, έχει σκληρύνει πάρα πολύ το καθεστώτος.

Παράλληλα, υπάρχουν πολλές φωνές -και δεν αναφέρομαι μόνο σε ανεπίσημες, αλλά και σε επίσημες τοποθετήσεις- που κατηγορούν τους Ιρανούς διαπραγματευτές και συνολικά την πολιτική ηγεσία -δηλαδή τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, τον πρόεδρο της Βουλής Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί- ότι υπερέβησαν ακόμη και τις εντολές του ανώτατου ηγέτη Μοτζταμπά Χαμενεΐ στο σκέλος που αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα - δηλαδή ότι δεν έπρεπε να τεθεί καν ως αναφορά προς μελλοντική συζήτηση το πυρηνικό πρόγραμμα στο μνημόνιο κατανόησης.

Η δημόσια τοποθέτηση του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ότι ήταν αρχικά αντίθετος αλλά τελικά πείστηκε πως η συμφωνία εξυπηρετούσε το συμφέρον του Ιράν, ερμηνεύεται με τελείως διαφορετικό τρόπο στο εσωτερικό της χώρας. Άλλοι θεωρούν ότι ουσιαστικά επικύρωσε τις επιλογές των διαπραγματευτών. Άλλοι, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι δεν τις ενέκρινε ποτέ πραγματικά και ότι βρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα και παγιδεύτηκε. Ειδικά το γεγονός ότι ο ίδιος βρίσκεται σε μία κατάσταση απομόνωσης και δεν παρεμβαίνει δημόσια, παρά μόνο μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου αγγελιοφόρων, ενισχύει ακόμη περισσότερο την όλη αυτή κατάσταση.

Στην πράξη βλέπουμε την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση να μεταφέρεται και στο πεδίο. Κυρίως επειδή πολλά από αυτά τα πολεμικά επεισόδια συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Είναι σαφές ότι ένα σημαντικό τμήμα τους δεν είναι ικανοποιημένο ούτε από την ίδια τη διαδικασία του διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε, πολύ περισσότερο, από το περιεχόμενο του μνημονίου κατανόησης. Αυτό εξηγεί γιατί βλέπουμε τόσο διαφορετικές δηλώσεις από Ιρανούς αξιωματούχους. Ο ένας λέει ότι θα προχωρήσουν οι συνομιλίες, ο άλλος ότι δεν θα προχωρήσουν. Ο ένας εμφανίζεται πιο διαλλακτικός, ο άλλος πολύ πιο σκληρός. Δεν πρόκειται απλώς για διαφορετικούς τόνους. Αντανακλά πραγματικές πολιτικές διαφωνίες.

Υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του καθεστώτος και της κοινωνικής βάσης του που θεωρεί ότι το Ιράν έχει εξέλθει νικητής και, επομένως, δεν έχει κανέναν λόγο να προχωρήσει σε παραχωρήσεις. Ακόμη και η αναφορά στο μνημόνιο κατανόησης ότι θα υπάρξουν συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα θεωρείται από ορισμένους υπερβολική υποχώρηση. Άρα δεν αμφισβητείται μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αμφισβητείται και το κατά πόσο όσοι συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις είχαν πράγματι την πολιτική εξουσιοδότηση να διαπραγματευθούν αυτά τα ζητήματα. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Θα ήθελα, κλείνοντας, κ. Τσίκα να σταθούμε σε μία δήλωση του Ματζίντ Σακερί, Ιρανού οικονομολόγου και συμβούλου του προέδρου της Βουλής και επικεφαλής διαπραγματευτή, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος ανέφερε μιλώντας στη δημόσια τηλεόραση: «Είτε θα κρατήσουμε τα Στενά είτε ο καθένας μας θα γίνει μάρτυρας γι' αυτά». Είναι μία λογική που στη Δύση εξακολουθούμε να υποτιμούμε όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τη στάση του Ιράν;

Κοιτάξτε, υπάρχουν δύο στοιχεία σε αυτή τη δήλωση του συμβούλου του προέδρου της ιρανικής Βουλής. Το πρώτο αφορά τον ίδιο τον Γκαλιμπάφ. Επειδή συμμετείχε στη διαπραγμάτευση, αλλά ταυτόχρονα προέρχεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης, βρίσκεται σε μία δύσκολη θέση. Δεν θέλει να αποξενωθεί από τον χώρο από τον οποίο προέρχεται και γι' αυτό κατά καιρούς υιοθετεί ιδιαίτερα σκληρή ρητορική. Από την άλλη πλευρά, ήταν και ο επικεφαλής της διαπραγμάτευσης. Δεν μπορούμε ακόμη να γνωρίζουμε αν αυτές οι δηλώσεις από συμβούλους του απευθύνονται κυρίως στο εσωτερικό του Ιράν ή αν προοιωνίζονται μία πιο σκληρή στάση στις συνομιλίες.

Το δεύτερο είναι ακόμη σημαντικότερο και αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε το Ιράν.

Δεν μπορεί κανείς να αναλύει με τα ίδια κριτήρια ένα δυτικό δημοκρατικό κράτος και ένα θεοκρατικό καθεστώς. Σε ένα θεοκρατικό σύστημα η έννοια του μάρτυρα, της θυσίας και ακόμη και του θανάτου έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Ο θάνατος θεωρείται τιμητικός και συνδέεται με μία θρησκευτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο μάρτυρας δικαιώνεται και ανταμείβεται.

Γι' αυτό δεν μπορούμε να ερμηνεύουμε πάντοτε τη συμπεριφορά της Τεχεράνης μόνο με όρους πολιτικού ορθολογισμού, κόστους και οφέλους ή ακόμη και Διεθνούς Δικαίου. Υπάρχει μία βαθιά ιδεολογική, θρησκευτική και, θα έλεγα, υπαρξιακή διάσταση, η οποία επηρεάζει ουσιαστικά τις αποφάσεις του καθεστώτος. Και αυτή είναι μία παράμετρος που πολλές φορές υποτιμάται στις δυτικές αναλύσεις.