Ο δρόμος της οριστικοποίησης της συμφωνίας-πλαισίου ΗΠΑ και Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ, το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, ο Λίβανος και οι νέες ισορροπίες ασφαλείας από τη Μέση Ανατολή έως το ΝΑΤΟ: Ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τη συμφωνία που εμφανίζεται προ των πυλών και η οποία, εφόσον φθάσει στο στάδιο της υπογραφής, θα συνοδεύεται από δύο αφηγήματα νίκης και διαφορετικές ερμηνείες.
Ένα μνημόνιο κατανόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν θα έλθει να απομακρύνει τον άμεσο κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης σηματοδοτώντας την έξοδο, σε κάποιο βαθμό, από την «κόκκινη ζώνη», χωρίς σαφώς να εκλείπουν τα αίτια της σύγκρουσης και οι παράγοντες που τροφοδοτούν την αστάθεια - και με τις πλέον σύνθετες διαπραγματεύσεις να παραπέμπονται στην επόμενη φάση.
Ο κ. Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος μιλά για τη «δημιουργική αμφισημία» που θα μπορούσε να διέπει την επόμενη μέρα των Στενών του Ορμούζ και τη διεθνή οικονομία που δεν μπορεί να ανακάμψει αυτόματα. Αποτυπώνει τη βαριά εξίσωση γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και αναφέρεται επίσης στις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον επιχειρεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα τα διαφορετικά μέτωπα της κρίσης.
Παράλληλα, εξηγεί πώς ο πόλεμος έχει επηρεάσει την Ευρώπη και προφανώς δεν έχει διευκολύνει μία ήδη δύσκολη σχέση με τις ΗΠΑ. Αναφέρεται στη μείωση του αμερικανικού στρατιωτικού αποτυπώματος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, στη σκιά και των πρόσφατων δημοσιευμάτων περί σχεδιασμού μείωσης των αμερικανικών μαχητικών και πολεμικών πλοίων που υποστηρίζουν το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, καθώς και στην εστίαση του προσανατολισμού των ΗΠΑ στον Ινδοειρηνικό προς ανάσχεση της Κίνας.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Τσίκα, παίρνει πλέον μορφή η μεταβατική συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Εφόσον φθάσει στο σημείο της υπογραφής, θα σημαίνει πράγματι ότι η Μέση Ανατολή βγαίνει από αυτή τη γκρίζα ζώνη του «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη»;
Φαίνεται ότι όλες οι πλευρές θεωρούν πως βαδίζουμε προς μια συμφωνία. Έχουν υπάρξει σχετικές δηλώσεις τόσο από την αμερικανική πλευρά, όσο και από την ιρανική, αλλά και από το Πακιστάν, το οποίο και προέβη στη δήλωση περί οριστικοποίησης. Επομένως, φαίνεται ότι η πιθανότητα να φθάσουμε στην υπογραφή συμφωνίας είναι πλέον ρεαλιστική.
Είναι επίσης προφανές ότι, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που μιλάμε -και πιθανότατα και στη συνέχεια- οι δύο πλευρές θα δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα σημεία στα οποία θεωρούν ότι κέρδισαν και όχι σε εκείνα στα οποία αναγκάστηκαν να κάνουν παραχωρήσεις. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό από την άποψη των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ιράν.
Όταν γνωστοποιηθεί το επίσημο κείμενο, θα πρέπει να εξετάσουμε ποια αιτήματα κάθε πλευράς τελικώς αποτυπώνονται και ποια είναι τα ανταλλάγματα που συμφωνήθηκαν. Διότι τα ανταλλάγματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Υπάρχουν ενδείξεις πως περιλαμβάνουν και οικονομικές παραμέτρους. Το Ιράν αντιμετωπίζει τεράστιες οικονομικές δυσκολίες και δίνει ιδιαίτερη σημασία στο «ξεπάγωμα» ιρανικών κεφαλαίων, όχι μόνο σε δυτικές τράπεζες αλλά και σε τράπεζες αραβικών χωρών του Περσικού Κόλπου, όπως το Κατάρ, καθώς και στην άρση οικονομικών κυρώσεων. Αυτό που παραμένει ασαφές είναι αν όλα αυτά θα εφαρμοστούν άμεσα και συνολικά, όπως θα επιθυμούσε η Τεχεράνη, ή αν θα ακολουθηθεί μια σταδιακή διαδικασία συνδεδεμένη με τα επιμέρους στάδια υλοποίησης της συμφωνίας.
Θα μπορούσαμε επίσης εύλογα να υποθέσουμε ότι, ακόμη και εάν φθάσει να υπογραφεί το τελικό κείμενο, οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να το ερμηνεύουν διαφορετικά. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα πλαίσιο γενικών αρχών - αυτό είναι το μνημόνιο κατανόησης. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, ακόμη και μετά την υπογραφή του, να υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες ως προς το τι ακριβώς σημαίνει κάθε πρόβλεψη.
Αξίζει επίσης να επισημάνουμε ότι το τελευταίο διάστημα, πέρα από το Πακιστάν που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα ενεργή ήταν και η μεσολάβηση του Κατάρ. Τις τελευταίες ημέρες, οι Καταριανοί είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Αυτό πιθανόν να έχει σημασία και για τις μελλοντικές ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο.
Επί της ουσίας, πάντως, δεν μιλάμε για μια οριστική συμφωνία. Μιλάμε για μια αρχική συμφωνία που παρατείνει ουσιαστικά την εκεχειρία για άλλους δύο μήνες, διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει θεωρητικά να συμφωνηθούν οι πολλές και δύσκολες τεχνικές λεπτομέρειες όλων των ζητημάτων και κυρίως του πυρηνικού προγράμματος.
Ποιες ενδείξεις έχουμε για το πώς διαμορφώνεται η συζήτηση γύρω από τον εμπλουτισμό ουρανίου και τα αποθέματα του Ιράν; Επίσης, πόσο ρεαλιστικό είναι το να καλυφθούν και να συμφωνηθούν οι πτυχές του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος σε διάστημα 60 ημερών;
Διακρίνονται δύο σημεία στα οποία ενδεχομένως να διαμορφώνεται μια βάση σύγκλισης. Το πρώτο αφορά τη διάρκεια του μορατόριουμ στον εμπλουτισμό ουρανίου. Οι αμερικανικές θέσεις κινούνταν προς ένα διάστημα περίπου 20 ετών, ενώ η ιρανική πλευρά μιλούσε για δέκα χρόνια. Φαίνεται ότι εξετάζεται μια ενδιάμεση λύση, πιθανώς τα 15 έτη.
Το δεύτερο αφορά το γνωστό ζήτημα των περίπου 450 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου. Η τάση που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι το υλικό αυτό να παραμείνει μεν υπό ιρανική κυριότητα και εντός της χώρας, κάτι που αποτελεί βασική απαίτηση της Τεχεράνης, αλλά παράλληλα να υπάρξει διαδικασία σταδιακής μείωσης του βαθμού εμπλουτισμού του υπό την επιτήρηση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.
Από αμερικανικής πλευράς, ο Ντόναλντ Τραμπ προφανώς θα υποστηρίξει ότι εξασφάλισε εγγυήσεις πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Βέβαια, η Τεχεράνη υποστηρίζει εδώ και δεκαετίες ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν ποτέ μόνο η δήλωση πρόθεσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή πιστοποιείται, ελέγχεται και επαληθεύεται από τη διεθνή κοινότητα. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο εντοπίζονταν διαχρονικά οι μεγαλύτερες δυσκολίες των διαπραγματεύσεων.
Τώρα μένει να δούμε ποια από αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο κείμενο του μνημονίου κατανόησης και με ποιον τρόπο αποτυπώνονται - με ποια ακριβώς διατύπωση. Και βέβαια ισχύει αυτό που προαναφέραμε περί ερμηνείας.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι, όταν ακόμη και η απλή περιγραφή των βασικών αρχών της αρχικής αυτής συμφωνίας απαιτεί τόσο χρόνο, τόσο κόπο και τόσες προσπάθειες, η εξειδίκευση και η εφαρμογή αυτών των αρχών θα ολοκληρωθούν γρήγορα από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι οι ΗΠΑ και Ιράν έχουν εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις τόσο για τους δικούς τους στόχους όσο και για τους στόχους της άλλης πλευράς.
Βέβαια, αυτό δίνει και τη δυνατότητα να πουν ότι συμφώνησαν. Αναμφισβήτητα θα υπάρξει ένα διπλό αφήγημα νίκης, τόσο από την αμερικανική όσο και από την ιρανική πλευρά. Εφόσον η συμφωνία υπογραφεί, καθησυχάζονται οι αγορές και μπορούν πια οι ΗΠΑ να αποσύρουν, αν όχι όλο, σημαντικό μέρος των δυνάμεων που έχουν αναπτύξει στην περιοχή, αεροπλανοφόρα και χιλιάδες στρατιώτες - κάτι εξαιρετικά σημαντικό που φυσικά θα προβληθεί ιδιαίτερα και εν όψει των εορτασμών για τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, στις 4 Ιουλίου. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ «βγαίνει» κατά κάποιο τρόπο από το επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας όσον αφορά τη διαχείριση μιας δύσκολης και απαιτητικής διεθνούς κρίσης - που θα παραμείνει δύσκολη.
Στη Μέση Ανατολή, σαφώς, οι αιτίες που δημιουργούν τις συγκρούσεις θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Η διαφορά είναι ότι η άμεση στρατιωτική σύγκρουση θα απομακρυνθεί ως ενδεχόμενο. Οι δύο πλευρές φαίνεται αποκτούν ένα σταθερό πλαίσιο συζητήσεων, χωρίς να επίκειται άμεση αντιπαράθεση και χωρίς να επιβαρύνεται υπερβολικά η παγκόσμια οικονομία.
Φθάνουμε στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Τι φέρνει η επόμενη μέρα μιας συμφωνίας;
Ακόμη δεν έχουμε κατανοήσει τι πρόκειται να συμβεί με τα Στενά του Ορμούζ. Η συμφωνία φαίνεται να προϋποθέτει ότι σε έναν μήνα θα έχει αποκατασταθεί πλήρως η ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Παρ’ όλα αυτά, βλέπουμε ότι οι Ιρανοί επιμένουν σε ορισμένους περιορισμούς.
Και εδώ φαίνεται ότι μπορεί να «παίζεται ένα παιχνίδι». Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), τα διεθνή φυσικά στενά παγκόσμιας ναυσιπλοΐας πρέπει να παραμένουν πλήρως ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς, επιβαρύνσεις ή ελέγχους.
Δεν αποκλείει όμως η UNCLOS την επ’ αμοιβή παροχή υπηρεσιών από τα παράκτια κράτη προς διερχόμενα πλοία εφόσον το ζητήσουν. Για παράδειγμα, μπορεί να παρέχεται υπηρεσία πλοήγησης, τεχνικής υποστήριξης, ανεφοδιασμού ή προσωρινής στάσης σε ασφαλείς λιμένες. Αυτές οι υπηρεσίες μπορούν να αμείβονται, εφόσον ζητούνται από τα ίδια τα πλοία. Δεν αντίκεινται στο Διεθνές Δίκαιο.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το Ιράν και το Ομάν, που μοιράζονται τα χωρικά ύδατα εκατέρωθεν των Στενών, έχουν συζητήσει ένα τέτοιο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών. Δηλαδή, υποτίθεται ότι εθελοντικά μπορούν τα πλοία να ζητούν ορισμένες υπηρεσίες, τις οποίες τα παράκτια κράτη θα προσφέρουν έναντι αμοιβής. Ίσως εκεί βρεθεί μια «ισορροπία» που θα επιτρέψει και στις δύο πλευρές να υποστηρίξουν ότι δικαιώθηκαν. Το μεν Ιράν θα μπορεί να λέει ότι διατηρεί έναν ρόλο και αποκομίζει έσοδα, οι δε Ηνωμένες Πολιτείες θα πουν ότι τα Στενά παραμένουν ανοιχτά και ελεύθερα στη ναυσιπλοΐα.
Και εάν ένα πλοίο δεν θέλει καμία βοήθεια ή υπηρεσία; Θα «πρέπει» να θέλει;
Εκεί έγκειται το ζήτημα. Ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται αυτή η συνεννόηση παραμένει ασαφής και θα πρέπει να διευκρινιστεί.
Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό θέμα. Υπάρχει και πολιτική διάσταση. Το Ιράν θέλει να μπορεί να υποστηρίζει στο εσωτερικό του ότι δεν εγκαταλείπει πλήρως τον έλεγχο των Στενών και ότι εξακολουθεί να διαδραματίζει ρόλο στην περιοχή. Επειδή έχουμε δει ορισμένες διατυπώσεις των συνεννοήσεων που έχουν γίνει με το Ομάν, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ίσως διατηρηθεί ένας βαθμός τέτοιας παρουσίας. Με άλλα λόγια, ενδέχεται να υπάρξει μια μορφή «δημιουργικής αμφισημίας», η οποία θα επιτρέπει σε κάθε πλευρά να παρουσιάζει τη συμφωνία με τον τρόπο που τη διευκολύνει.
Πώς επηρεάζουν οι εξελίξεις στον Λίβανο τη συνολική εικόνα; Και πώς έχει χειριστεί ο Ντόναλντ Τραμπ την επιμονή του Ιράν να συνδέει τα μέτωπα της περιοχής;
Καταρχάς είναι φανερό ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, θεωρεί πως αυτή η συμφωνία δεν έπρεπε να γίνει. Ούτε καν η διαπραγμάτευση. Αυτό και για αντικειμενικούς λόγους βεβαίως, καθώς το Ισραήλ θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή και θα προτιμούσε είτε μια αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη είτε πλήρη εκμηδένιση των στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν.
Παρ’ όλα αυτά, το Ισραήλ δεν μπορεί να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες του Ντόναλντ Τραμπ. Αντιθέτως, ο Τραμπ διαθέτει αυτή τη στιγμή τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ. Μάλιστα, φέρεται να προειδοποίησε τον Νετανιάχου σε τηλεφωνική επικοινωνία ότι, εάν συνεχίσει την αντιπαράθεση με το Ιράν, μπορεί να μείνει και μόνος του. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι παρούσες σε κάθε σύγκρουση στην οποία θα εμπλέκεται το Ισραήλ. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει και μια αντίστοιχη στάση από την πλευρά του Ιράν. Δηλαδή ότι θα πιέσει τη Χεζμπολάχ ώστε να περιοριστούν ή να σταματήσουν οι επιθέσεις εναντίον του βόρειου Ισραήλ.
Δεν είναι βέβαιο ότι ο Τραμπ αποδέχεται τυπικά τη σύνδεση της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο με το μέτωπο του Λιβάνου. Ωστόσο, επειδή δεν θέλει να τιναχτεί στον αέρα η συμφωνία με το Ιράν, πιέζει παράλληλα για εξελίξεις και στο ζήτημα του Λιβάνου - χωρίς να τα συνδέει τυπικά και με αυτόν τον τρόπο αφήνει και ένα περιθώριο στον Νετανιάχου να υποστηρίζει ότι τα δύο ζητήματα δεν συνδέονται.
Στην πράξη όμως ο Τραμπ ασκεί πίεση ώστε να υπάρξει αποκλιμάκωση. Αυτό διευκολύνεται σημαντικά από την πρόσφατη εκεχειρία που συνήφθη ανάμεσα στην επίσημη κυβέρνηση του Λιβάνου και το Ισραήλ.
Η εκεχειρία πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Είναι μια πρωτοφανής για την περιοχή συμφωνία. Ο Λίβανος και το Ισραήλ βρίσκονται τυπικά σε κατάσταση πολέμου από το 1948, από την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ. Ακόμη και σήμερα απαγορεύονται οι επίσημες επαφές μεταξύ των δύο χωρών και διέπονται από περιορισμούς και κυρώσεις.
Βεβαίως, αυτή την εκεχειρία δεν την έχει αποδεχθεί η Χεζμπολάχ. Πλην όμως, η Χεζμπολάχ το τελευταίο διάστημα έχει απομονωθεί σε σημαντικό βαθμό από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το οποίο δεν θέλει η χώρα να παραμένει όμηρος της Χεζμπολάχ. Με άλλα λόγια, η Χεζμπολάχ δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «κράτος εν κράτει» και μόνο ο επίσημος στρατός του Λιβάνου πρέπει να διαθέτει ένοπλη ισχύ.
Η κυριαρχία του λιβανικού κράτους θα πρέπει να επεκταθεί και στον νότιο Λίβανο, που αποτελούσε έως τώρα φέουδο της Χεζμπολάχ. Και η αλήθεια είναι ότι, παρά τις αδυναμίες του, ο λιβανικός στρατός έχει ήδη προχωρήσει σε ορισμένες περιοχές σε κινήσεις περιορισμού και απομάκρυνσης δυνάμεων της Χεζμπολάχ. Αυτό, κατά κάποιον τρόπο, το αναγνωρίζουν ατύπως και οι Ισραηλινοί, οι οποίοι παραδέχονται ότι έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι λύνεται το ζήτημα του νότιου Λιβάνου.
Ως γενική εικόνα, εάν η μεταβατική συμφωνία υπογραφεί μάς κάνει να αισθανόμαστε πιο ασφαλείς ή πρόκειται για ένα «ναι μεν, αλλά»;
Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα «ναι μεν, αλλά» από την άποψη ότι όλα τα προβλήματα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή είναι ευρύτερα δεν εξαντλούνται στο Ιράν. Υπάρχουν πολλές ακόμη εστίες αστάθειας που θα συνεχίσουν να υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συμφωνία για την οποία συζητάμε.
Το δεύτερο αφορά την παγκόσμια οικονομία. Παρότι βλέπουμε τις αγορές να ανταποκρίνονται πολύ θετικά στα καλά νέα και να καταγράφουν άμεσα βελτίωση του κλίματος, αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιστρέψουμε γρήγορα στις οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της κρίσης.
Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν αβεβαιότητες και δυσπιστία, τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος. Η καχυποψία σημαίνει υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου, αυξημένα ναύλα και, τελικά, μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς προϊόντων. Θα υπάρξει αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και γενικότερα της ενέργειας. Ωστόσο, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε άμεση επιστροφή στα επίπεδα που ίσχυαν πριν από τη σύγκρουση. Αυτό θα απαιτήσει χρόνο.
Επιπλέον, δεν μιλάμε μόνο για το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Υπάρχουν και ζητήματα καταστροφής υποδομών. Για παράδειγμα, στο Κατάρ έχουν επηρεαστεί εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το κοινό κοίτασμα φυσικού αερίου με το Ιράν. Το Κατάρ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG στον κόσμο. Η αποκατάσταση αυτών των υποδομών δεν είναι ζήτημα μηνών αλλά ετών. Επομένως, ελλείψεις και δυσκολίες θα συνεχίσουν να υπάρχουν σε ένα βαθμό.
Μιλάμε σαφέστατα για θετική εξέλιξη με μία συμφωνία, αλλά δεν προϋποθέτει πλήρη ομαλοποίηση της οικονομίας. Βγαίνουμε σε έναν βαθμό από την «κόκκινη ζώνη» αλλά με «alerts» - με σημεία προσοχής.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της Ευρώπης την επαύριο της συμφωνίας;
Οι Ευρωπαίοι φαίνεται ότι έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον να συμβάλουν ενεργά στη σταθεροποίηση της περιοχής. Ιδιαίτερα η ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη που φαίνεται να διαμορφώνεται υπό την ηγεσία της Βρετανίας και της Γαλλίας έχει προσφερθεί να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ. Αυτό είναι το επόμενο μεγάλο βήμα που θα χρειαστεί να γίνει. Για να επιτευχθεί, βεβαίως, απαιτείται και η συνεργασία του Ιράν, το οποίο θα πρέπει να γνωστοποιήσει πού έχουν βυθιστεί οι νάρκες.
Επομένως, απαιτείται μια οργανωμένη διεθνής προσπάθεια και σε αυτό η Ευρώπη θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο. Η ευρωπαϊκή πλευρά έχει ήδη διαμηνύσει ότι, με την αποκλιμάκωση της κρίσης, είναι διατεθειμένη να αναλάβει σταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή. Μέρος αυτού του ρόλου θα μπορούσε να είναι η συγκρότηση μιας πολυεθνικής ναυτικής δύναμης, η οποία θα αναλάβει την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την αποναρκοθέτηση, τη συνοδεία εμπορικών πλοίων και άλλες συναφείς αποστολές.
Αν κάναμε έναν απολογισμό, πώς έχει επηρεάσει η κρίση στον Περσικό Κόλπο την ήδη δύσκολη σχέση της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Σίγουρα δεν έχει διευκολύνει την ήδη δύσκολη σχέση.
Η Ευρώπη όχι μόνο δεν συμμετείχε στις αμερικανικές αποφάσεις για τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά δεν ενημερώθηκε καν όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν να προχωρήσουν στις συγκεκριμένες ενέργειες. Αυτό υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα που εμφανίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως σύμμαχος, τουλάχιστον όσο βρίσκεται στην προεδρία ο Ντόναλντ Τραμπ.
Βλέπουμε, λοιπόν, να αναδεικνύονται διαφορές στις προτεραιότητες ασφαλείας που έχουν οι δύο πλευρές του Ατλαντικού. Πρόκειται για μια πραγματικότητα την οποία η Ευρώπη θα πρέπει να αναλογιστεί σοβαρά. Ταυτόχρονα, πάντως, παρατηρούμε ότι γίνονται αρκετά βήματα με ρυθμούς που ολοένα και αυξάνονται στο ζήτημα της ευρωπαϊκής άμυνας. Οι εξελίξεις λειτουργούν ως επιπλέον κίνητρο για την Ευρώπη να ενισχύσει τις δικές της δυνατότητες ασφάλειας και άμυνας.
Σε συνέχεια των όσων αναφέρετε, σε διαδοχικά δημοσιεύματα των Die Welt και New York Times διαβάζουμε ότι οι ΗΠΑ έχουν ενημερώσει εγγράφως τους συμμάχους τους για σχεδιασμό απόσυρσης μαχητικών αεροσκαφών και πολεμικών μέσων που διαθέτουν για τις ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια αναμενόμενη εξέλιξη ή για κάτι βαθύτερο; Τι υποδηλώνει;
Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για εξέλιξη που μας εκπλήσσει.
Γνωρίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν εδώ και καιρό να μειώσουν το αποτύπωμά τους στα ζητήματα ασφαλείας της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η τάση αυτή δεν εμφανίστηκε μόνο επί Τραμπ. Την είδαμε, σε διαφορετικό βαθμό, και κατά τη διάρκεια προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων. Η διαφορά είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να κινηθεί με πολύ ταχύτερο, μονομερή και απότομο τρόπο. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις επιχειρούσαν να το κάνουν σταδιακά και σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος παράγοντας: Πολλά αμερικανικά οπλικά συστήματα και σημαντικά αποθέματα πυρομαχικών έχουν καταναλωθεί ή δεσμευθεί εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται χρόνο για να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους. Γι’ αυτό βλέπουμε να αποσύρονται ορισμένα συστήματα ή να επανεξετάζονται προγραμματισμένες αποστολές στρατιωτικού υλικού, προκειμένου να ενισχυθούν οι αμερικανικές εφεδρείες.
Συνεπώς συνδέονται δύο παράγοντες: ο μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός των ΗΠΑ και οι άμεσες ανάγκες που δημιούργησε η κρίση με το Ιράν. Οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να είναι παρόντες με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό σε όλα τα μέτωπα ταυτόχρονα.
Εδώ, βεβαίως, να τονίσουμε ότι ο προσανατολισμός των ΗΠΑ μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς τον Ινδοειρηνικό κυρίως για την αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας. Σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών - Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Φιλιππίνες, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, ακόμη και το Βιετνάμ- ανησυχούν εδώ και καιρό ότι ο εγκλωβισμός των ΗΠΑ στο ζήτημα του Ιράν και γενικότερα της Μέσης Ανατολής αδυνατίζει τις εγγυήσεις που έχουν δώσει οι Αμερικανοί σε εκείνους έναντι της Κίνας.
Επομένως, η αμερικανική αναδιάταξη δυνάμεων εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό αναπροσανατολισμό. Αλλά την ίδια στιγμή, βλέπουμε ότι οι Ευρωπαίοι προετοιμάζονται ήδη γι’ αυτό το ενδεχόμενο και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες. Είδαμε ότι οι ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας συναντήθηκαν με τον πρόεδρο Ζελένσκι της Ουκρανίας για να συζητήσουν συνολικά το ζήτημα ευρωπαϊκή Άμυνα και Ουκρανία. Δηλαδή, οι Ευρωπαίοι συζητούν πώς θα διαχειριστούν την κατάσταση ακόμη και στην περίπτωση που σταματήσει πλήρως η συνδρομή των ΗΠΑ. Βρισκόμαστε σε ένα στάδιο όπου οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται για μια νέα πραγματικότητα ασφαλείας.
