Stig Thorgersen (EY): «Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικό πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας»
Άμυνα

Stig Thorgersen (EY): «Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικό πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας»

print_article
H συνέχιση της ενίσχυσης των επενδύσεων γύρω από το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας, η στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και η ενεργή συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, θα τοποθετήσουν την Ελλάδα σε ακόμη ισχυρότερη θέση και θα αυξήσουν την επιρροή της στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.

Ο Stig Thorgersen, Global Consulting Government & Defense Leader της EY αναλύει στο Liberal.gr το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο  στον χώρο της άμυνας καθώς και τις προοπτικές για την Ελλάδα στον τομέα.

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

- Κύριε Thorgersen, καταρχάς, από την παγκόσμια εμπειρία σας, πείτε μας ποιες είναι σήμερα οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις όσον αφορά το ρυθμιστικό πλαίσιο, τις προμήθειες, καθώς και την ταχύτητα υιοθέτησης και εφαρμογής της αμυντικής καινοτομίας.

Είναι εύκολο να μιλάμε για προκλήσεις, γιατί υπάρχουν πάντοτε πολλές.

Αν ξεκινήσουμε από το ρυθμιστικό πλαίσιο, μία βασική πρόκληση είναι η αργή προσαρμογή της νομοθεσίας για την άμυνα. Τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη (AI), η κυβερνοασφάλεια και τα αυτόνομα συστήματα, εξελίσσονται πολύ ταχύτερα από όσο μπορούν να προσαρμοστούν οι κανονιστικές διαδικασίες. Αυτό, από μόνο του, αποτελεί σημαντική πρόκληση.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι η πολυπλοκότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μέλος, τόσο του ΝΑΤΟ, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πολλαπλά πρότυπα και κανονισμοί που πρέπει να τηρούνται, κάτι που, αναπόφευκτα, επιβραδύνει τις διαδικασίες.

Παράλληλα, τόσο σε επίπεδο παγκόσμιων και περιφερειακών πολυμερών οργανισμών, όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας, υπάρχουν πολλοί εμπλεκόμενοι φορείς, όπως υπουργεία, επιτροπές, και άλλοι. Η ανάγκη συντονισμού όλων αυτών των stakeholders, αποτελεί από μόνη της μία σημαντική πρόκληση, καθώς επιβραδύνει διαδικασίες.

Νομίζω ότι, σήμερα, κάθε κράτος —ιδιαίτερα έτσι όπως βλέπουμε να διαμορφώνεται το γεωπολιτικό περιβάλλον— επαναξιολογεί την έννοια της «κυριαρχίας» (sovereignty) στην άμυνα, προσπαθώντας να βρει ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική αυτονομία και τη διαλειτουργικότητα.

- Πώς έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια, σε παγκόσμιο επίπεδο, το χαρτοφυλάκιο των συμβουλευτικών υπηρεσιών της EY στον τομέα της άμυνας, της καινοτομίας και της τεχνολογίας; Και πώς διαφοροποιείται η προσέγγισή σας όταν πρόκειται για μεγάλες και κρίσιμες αμυντικές βιομηχανίες;

Αν πάμε πίσω δέκα χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μας στην ΕΥ αφορούσε καθαρά συμβουλευτικές υπηρεσίες – δηλαδή συζητούσαμε προβλήματα, αναλύαμε καταστάσεις και, στο τέλος, παραδίδαμε μια στρατηγική αποτύπωση ενός συγκεκριμένου ζητήματος.

Σήμερα, όμως, για να παραχθεί πραγματική αξία, πρέπει να δουλεύεις πολύ πιο στενά με τον πελάτη, σε επίπεδο συνεργασίας και συνδιαμόρφωσης.

Συνεχίζουμε, φυσικά, να παρέχουμε συμβουλευτικές υπηρεσίες, αλλά πλέον συμμετέχουμε και ενεργά στον μετασχηματισμό των οργανισμών. Βοηθάμε τους πελάτες μας να υλοποιήσουν τις αλλαγές, όχι απλώς να τις σχεδιάσουν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, παρέχουμε ακόμη και managed services για λογαριασμό κυβερνήσεων — δηλαδή, εκτελούμε συγκεκριμένες λειτουργίες. Αν πάρουμε ως παράδειγμα την Αυστραλία, εκεί διαχειριζόμαστε ακόμη και τη διαδικασία αξιολόγησης (vetting process) για το Υπουργείο Άμυνας. Αυτό το μοντέλο, το συναντάμε περισσότερο στις αγγλοσαξονικές χώρες, παρά στον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι, όμως, πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε ότι ολοένα και περισσότερο, ακόμη και στον αμυντικό τομέα, οι κυβερνήσεις και τα υπουργεία εστιάζουν στον «πυρήνα του πυρήνα» των αρμοδιοτήτων τους, και αφήνουν τα υπόλοιπα σε εξειδικευμένους συνεργάτες.

Αυτό συμβαίνει γιατί η πολυπλοκότητα είναι τόσο μεγάλη, που ακόμη και για να υπάρξει επαρκώς γρήγορη πρόοδος στα πιο κρίσιμα ζητήματα, πρέπει να περιορίζεις την εστίασή σου μόνο στα απολύτως στρατηγικά θέματα.

- Πόσο αποτελεσματικό έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (European Defence Fund – EDF) στην ενίσχυση όχι μόνο της καινοτομίας, αλλά και της συνεργασίας; Τι σημαίνει αυτό για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις;

Γενικά, βλέπουμε μια πολύ ισχυρή ώθηση, με το EDF να αποτελεί κεντρικό μέρος αυτής της προσπάθειας. Επανέρχομαι στο ζήτημα της κυριαρχίας στην άμυνα, γιατί το EDF έχει επιταχύνει σημαντικά τις διαδικασίες.

Αν δούμε τη γεωπολιτική κατάσταση, η Ευρώπη έχει ουσιαστικά αναγκαστεί να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της ασφάλεια και άμυνα. Αυτό, δεν είναι κάτι καινούργιο. Πολλοί θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα μόνο της εποχής Trump, όμως αν κοιτάξει κανείς τις τελευταίες αμερικανικές διοικήσεις, θα διαπιστώσει ότι αυτή η τάση υπάρχει εδώ και αρκετό καιρό. Πιθανότατα είναι και μια σωστή εξέλιξη, απλώς έχει επισπευσθεί σήμερα περισσότερο.

Το θετικό με το EDF είναι ότι βλέπουμε εκατοντάδες διασυνοριακά έργα, τα οποία είναι εξαιρετικά προσανατολισμένα στην καινοτομία. Η ανάγκη, δηλαδή, που επιβάλλει το διεθνές περιβάλλον στην Ευρώπη, να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της ασφάλεια, επιταχύνει και την καινοτομία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ενεργή σε αυτή τη μετάβαση και βλέπω ότι και η Ελλάδα συμμετέχει από την αρχή πολύ δυναμικά, κάτι που είναι ιδιαίτερα θετικό.

- Ας περάσουμε τώρα πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Πού βρίσκεται σήμερα η χώρα μας, συνολικά, μέσα στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα, τόσο σε επίπεδο στρατηγικής, όσο και σε πρωτοβουλίες όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας; Και ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της την επόμενη δεκαετία, πέρα από τα όρια ενός περιφερειακού κόμβου, ειδικά μετά την πώληση των ναυπηγείων Σκαραμαγκά και τη δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας;

Πιστεύω ότι η δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) έχει συγκεντρώσει και οργανώσει καλύτερα τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, δημιουργώντας μια πιο συντονισμένη προσέγγιση στον τρόπο με τον οποίο η χώρα προχωρά σε αυτόν τον τομέα.

Βλέπουμε παρόμοιες δομές και σε πολλές άλλες χώρες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν εδώ και χρόνια αντίστοιχους μηχανισμούς, το ίδιο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το ΝΑΤΟ, επίσης, λειτουργεί με το DIANA, ένα πρόγραμμα που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με αυτή τη δομή. Είναι απολύτως κρίσιμο να υπάρχει ένας τέτοιος θεσμός, επομένως πρόκειται για μια πολύ θετική εξέλιξη για την Ελλάδα.

Φυσικά, η γεωστρατηγική και γεωγραφική θέση της Ελλάδας, ως χώρα της Μεσογείου – και, ειδικότερα, της Ανατολικής Μεσογείου – σε συνδυασμό με τη μακρά ναυτική της παράδοση, αποτελούν ένα πολύ ισχυρό πλεονέκτημα.

Βλέπουμε ήδη ότι η Ελλάδα αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη και αναπτύσσει ακόμη βαθύτερη τεχνογνωσία σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς. Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα και στο μέλλον — να ενισχύσει συνολικά τις ναυτικές της δυνατότητες, την επιτήρηση, τα θαλάσσια συστήματα και ό,τι σχετίζεται με τις θαλάσσιες επιχειρησιακές ικανότητες.

Πρόκειται πραγματικά για μια νέα ευκαιρία. Με πιο συντονισμένο τρόπο, μάλιστα.

Στην πραγματικότητα, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν μόνες τους όλες τις απαραίτητες δυνατότητες. Αν πάρουμε για παράδειγμα τα μαχητικά F-35 — και η Ελλάδα θα διαθέτει F-35 — μιλάμε για μια τεράστια τεχνολογική πλατφόρμα. Μικρότερα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Ελλάδα, θα είναι πάντοτε αλληλοεξαρτώμενα από άλλες χώρες.

Γι’ αυτό, μέσα στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας, είναι απολύτως κρίσιμο η Ελλάδα να αποτελεί έναν ισχυρά ενσωματωμένο παίκτη στην ανάπτυξη δυνατοτήτων και στην καινοτομία.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να εντοπίσει και εκείνους τους εξειδικευμένους τομείς στους οποίους μπορεί να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα. Πιστεύω ότι αυτό είναι εφικτό τόσο λόγω γεωγραφίας όσο και λόγω του ευρύτερου πλαισίου.

Για παράδειγμα, η συντήρηση πολεμικών και εμπορικών πλοίων, λόγω της ιστορικής σας σχέσης με τη ναυτιλία, αλλά και τομείς όπως τα ναυτικά συστήματα επιτήρησης και θαλάσσιας παρακολούθησης, αποτελούν εξαιρετικές ευκαιρίες για την Ελλάδα.

- Σε ποιους κρίσιμους τομείς — είτε μιλάμε για επενδύσεις είτε για τεχνολογία — πρέπει η Ελλάδα να κινηθεί άμεσα στον τομέα της άμυνας, ώστε να έχει ισότιμη θέση ή ακόμη και ηγετικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Σε θεσμικό επίπεδο, θα έλεγα ότι πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το ΕΛΚΑΚ. Είναι απολύτως κρίσιμο, γιατί θα χτίσει τις δυνατότητες καινοτομίας που θα είναι καθοριστικές για το μέλλον.

Σε επίπεδο επενδύσεων, είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να συνεχίσει να εξασφαλίζεται χρηματοδότηση, ώστε startups και μικρές επιχειρήσεις να μπορούν να αναπτυχθούν και να κλιμακώσουν τη δραστηριότητά τους.

Ένα κρίσιμο στοιχείο της νέας αμυντικής βιομηχανίας είναι η φύση του σύγχρονου πολέμου. Αν δούμε, για παράδειγμα, τον πόλεμο στον Κόλπο ή τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, παρατηρούμε έναν έντονα ασύμμετρο πόλεμο. Ιρανικά drones τύπου Shahed εκτοξεύονται από το Ιράν και καταρρίπτονται με υπερσύγχρονους αντιαεροπορικούς πυραύλους, οι οποίοι μπορεί να κοστίζουν εκατό φορές περισσότερο από το ίδιο το drone.

Αυτό είναι εξαιρετικά ασύμμετρο.

Η παραδοσιακή αμυντική βιομηχανία λειτουργούσε πάντοτε σε μεγάλους κύκλους παραγωγής, με συστήματα εξαιρετικά υψηλής τεχνολογίας και πολύ ακριβό εξοπλισμό.

Σήμερα, όμως, βλέπουμε την ανάγκη για γρήγορες, πιο ευέλικτες και χαμηλότερου κόστους λύσεις. Ένα drone τύπου Shahed δεν είναι υψηλής τεχνολογίας· είναι σχετικά απλό τεχνολογικά — ουσιαστικά ένα drone με εκρηκτικά.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναπτυχθούν και αντίστοιχα πιο οικονομικοί τρόποι άμυνας απέναντι σε αυτές τις απειλές — για παράδειγμα, πιο προσιτά αντιαεροπορικά συστήματα, χαμηλότερης τεχνολογίας.

Διαφορετικά, το κόστος γίνεται τεράστιο και η παραγωγική ικανότητα δεν επαρκεί ποτέ για να καλύψει τις νέες απαιτήσεις.

Εδώ ακριβώς, βρίσκεται η ευκαιρία για τις startups — και, φυσικά, και για την Ελλάδα.

Οι μικρότερες εταιρείες είναι πιο ευέλικτες, πιο γρήγορες και πιο προσαρμοστικές, άρα μπορούν να αναπτύξουν αυτά τα νέα αμυντικά συστήματα χαμηλότερης τεχνολογίας.

Χρειάζεται, δηλαδή, να υπάρχει ισορροπία: low-tech απέναντι σε low-tech απειλές και high-tech απέναντι σε high-tech απειλές.

Φυσικά, θα χρειάζεσαι πάντα και τα πολύ προηγμένα συστήματα, γιατί πρέπει να μπορείς να προστατευθείς από βαλλιστικούς πυραύλους και άλλες σύνθετες απειλές.

Όμως αυτή η νέα πραγματικότητα, δημιουργεί χώρο για νέους παίκτες στην αγορά.

Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδος για νέους παίκτες στην αμυντική βιομηχανία και γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό το κράτος να συνεχίσει να στηρίζει τη χρηματοδότηση.

Πρόκειται πραγματικά για μια νέα εποχή. Η αλλαγή αυτή, πυροδοτήθηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ παρατηρούμε τη συνέχισή της και στις εξελίξεις στον Κόλπο.

Το τοπίο αλλάζει πολύ, πολύ γρήγορα.

- Βλέπουμε πλέον την εμφάνιση όλο και περισσότερων τεχνολογιών διττής χρήσης. Πώς μετασχηματίζει αυτό την αγορά; Πόσο άμεσα μπορούν οι σημερινές αμυντικές καινοτομίες να δημιουργήσουν αξία και στα δύο επίπεδα; Και σε ποιο βαθμό η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η γενικότερη περιφερειακή αστάθεια λειτουργούν ως καταλύτης προς αυτή την κατεύθυνση;

Θεωρώ ότι το dual use —η διττή χρήση τεχνολογιών για πολιτικές και αμυντικές εφαρμογές— είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική ευκαιρία για την Ελλάδα.

Δεν είμαι ειδικός στην ελληνική αγορά, αλλά μπορώ να δω καθαρά πώς αυτό μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και εδώ.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές, αν σκεφτούμε τη γεωγραφική θέση της χώρας.

Αν εξετάσουμε τη θαλάσσια επιτήρηση, τα drones, την κυβερνοασφάλεια, τα ISR συστήματα (Intelligence, Surveillance and Reconnaissance) που απαιτούνται σε κάθε στρατιωτικό πλοίο – όλες αυτές οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται για αμυντικούς σκοπούς, είναι εξαιρετικά χρήσιμες και για την καθημερινή ζωή.

Άρα, υπάρχει ξεκάθαρα ισχυρό πεδίο διπλής χρήσης.

Επιπλέον, η περιφερειακή αστάθεια που βλέπουμε σήμερα, λειτουργεί επίσης ως επιταχυντής.

Η Ελλάδα, αν τη δούμε στον ευρωπαϊκό χάρτη, βρίσκεται πολύ κοντά στις εστίες αστάθειας της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Ουκρανίας.

Αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός επιτάχυνσης για την ανάπτυξη αυτών των νέων τεχνολογιών — ιδιαίτερα των mid-tech και low-tech drones και άλλων αντίστοιχων λύσεων που βλέπουμε σήμερα να αναδύονται.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα.

- Ας περάσουμε στην τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια απορροφούν πλέον το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα της άμυνας. Ποιες χώρες προηγούνται σήμερα;

Εδώ υπάρχουν διαφορετικές διαστάσεις.

Από την πλευρά της υψηλής τεχνολογίας, φυσικά βλέπουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα να ηγούνται, με τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, στην κυβερνοασφάλεια και, συνολικά, στις νέες προηγμένες τεχνολογίες.

Παράλληλα, χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, το Ισραήλ και, πλέον, και η Ινδία, επενδύουν επίσης πολύ σημαντικά ποσά στην άμυνα.

Πρόκειται για χώρες που διαθέτουν ήδη πολύ υψηλό επίπεδο τεχνολογικής ωριμότητας συνολικά, οπότε αυτή η εξέλιξη είναι φυσική.

Ωστόσο, και μέσα στην Ευρώπη, θεωρώ ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλή θέση.

Προφανώς όχι στο ίδιο επίπεδο, καθώς δεν διαθέτει τις ίδιες τεράστιες επενδυτικές δυνατότητες που έχουν οι μεγάλες δυνάμεις.

Όμως, πιστεύω ότι η συνέχιση της ενίσχυσης των επενδύσεων γύρω από το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας, η στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και η ενεργή συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, θα τοποθετήσουν την Ελλάδα σε ακόμη ισχυρότερη θέση και θα αυξήσουν την επιρροή της στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.

Γιατί πιστεύω ότι η Ευρώπη πρέπει να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό της ως ενιαία δύναμη.

Στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι η πλήρης κυριαρχία στην άμυνα—με την έννοια της απόλυτης αυτάρκειας ενός μόνο κράτους— είναι μια ψευδαίσθηση για τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η κυριαρχία σήμερα σημαίνει να βρίσκεις τους σωστούς εταίρους — εκείνους με τους οποίους μοιράζεσαι κοινές αξίες και με τους οποίους γνωρίζεις ότι θα παραμείνεις σύμμαχος, όχι μόνο σήμερα, αλλά και στο μέλλον.

Φυσικά, στην Ευρώπη, αυτό σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Αλλά και ορισμένες χώρες του ΝΑΤΟ που δεν είναι στην ΕΕ, όπως η δική μου χώρα η Νορβηγία, ή ο Καναδάς.

Αυτή η κοινότητα που μοιράζεται αξίες, αυτές οι μεσαίες δυνάμεις και τα μικρότερα κράτη, μπορούν μαζί να κάνουν τη διαφορά.

Γιατί ως ενιαίο μπλοκ, αυτές οι χώρες μπορούν —αν όχι να ανταγωνιστούν άμεσα— τουλάχιστον να είναι αρκετά ανταγωνιστικές απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, απέναντι στην Κίνα και απέναντι στη μελλοντική άνοδο της Ινδίας.