Σπύρος Λιώλης: Ποια είναι η κορυφαία πρόκληση για τα data centers

Σπύρος Λιώλης: Ποια είναι η κορυφαία πρόκληση για τα data centers

Η ενέργεια, τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι κοινωνικές αντιδράσεις, η πυρηνική τεχνολογία και το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των data centers βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας συζήτησης που εξελίσσεται παράλληλα με την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Σπύρος Λιώλης, μέλος του Τεχνολογικού Συμβουλίου του Forbes και ανώτερος σύμβουλος της EYP MCF στη Νέα Υόρκη, απαντά σε συνέντευξή του στο Liberal στα κρίσιμα ερωτήματα που συνοδεύουν τη νέα εποχή των ψηφιακών υποδομών: Υπάρχει αρκετή ενέργεια για να καλύψει τη ζήτηση; Μπορούν τα δίκτυα να αντέξουν; Είναι λύση οι ανανεώσιμες πηγές ή η πυρηνική ενέργεια; Πόσο επιβαρύνουν πραγματικά το περιβάλλον τα data centers και γιατί αυξάνονται οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών;

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Κ. Λιώλη, είναι σήμερα η ενέργεια μια εκ των μεγαλύτερων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η αγορά των data centers;

Για την ακρίβεια, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ξεκάθαρα η ενέργεια. Το βασικό ερώτημα σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πού θα βρούμε επαρκή ηλεκτρική ισχύ και πώς θα μπορέσουμε να την διαθέσουμε στις υποδομές που αναπτύσσονται με τόσο γρήγορους ρυθμούς.

Το βλέπουμε παντού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή. Οι ανάγκες αυξάνονται πολύ ταχύτερα από την ανάπτυξη των δικτύων και των νέων μονάδων παραγωγής.

Θα σας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο Τέξας υπάρχουν αιτήματα για περίπου 35 GW νέας ισχύος από data centers, ενώ ο διαχειριστής του συστήματος εκτιμά ότι μπορεί να εξυπηρετήσει περίπου 13 GW μέσα στα επόμενα χρόνια.

Αυτό σημαίνει ότι η ζήτηση ξεπερνά κατά πολύ τη διαθέσιμη προσφορά.

Στην πραγματικότητα, η συζήτηση δεν αφορά πλέον τόσο το κόστος της ενέργειας. Οι μεγάλοι operators ενδιαφέρονται πρωτίστως να εξασφαλίσουν ότι η ενέργεια υπάρχει. Το ερώτημα δεν είναι «πόσο κοστίζει», αλλά «ποιος θα την εξασφαλίσει πρώτος».

Θα πρέπει, βέβαια, να σημειώσω ότι η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η κοινωνική αποδοχή.

Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα αρνητικό αφήγημα γύρω από τα data centers. Σε μεγάλο βαθμό ευθυνόμαστε και εμείς ως κλάδος, γιατί δεν εξηγήσαμε επαρκώς τι πραγματικά κάνουμε και ποιο είναι το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτών των υποδομών.

Βλέπουμε αντιδράσεις στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Προσωπικά γνωρίζω τρία έργα μεγάλης κλίμακας που ακυρώθηκαν λόγω αντιδράσεων τοπικών κοινωνιών και πολιτικών αποφάσεων.

Και μιλάμε για επενδύσεις που έφταναν έως και το 1 GW η καθεμία.

Οι τοπικές αρχές πολλές φορές επιλέγουν να αποφύγουν το πολιτικό κόστος και να σταματήσουν ένα έργο, ακόμη και όταν οι πραγματικοί λόγοι ανησυχίας δεν ανταποκρίνονται στα δεδομένα.

Θυμίζει λίγο τις αντιδράσεις που είδαμε κατά καιρούς για τις ανεμογεννήτριες ή ακόμη και για την πυρηνική ενέργεια.

Είναι ακριβώς το ίδιο φαινόμενο. Όπως δημιουργήθηκε ένα αφήγημα γύρω από τις ανεμογεννήτριες ή γύρω από την πυρηνική ενέργεια, έτσι διαμορφώνεται σήμερα ένα αντίστοιχο αφήγημα για τα data centers.

Πρόκειται κυρίως για συναισθηματική αντίδραση απέναντι σε μια τεχνολογία που εξελίσσεται πολύ γρήγορα και την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν σε βάθος.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων αντιδρούν στα data centers αφορά την κατανάλωση νερού. Τι ισχύει στην πραγματικότητα;

Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη παρανόηση που υπάρχει σήμερα. Τα σύγχρονα data centers χρησιμοποιούν κλειστά κυκλώματα ψύξης. Σε πολλές περιπτώσεις γεμίζεις το σύστημα μία φορά και στη συνέχεια οι ανάγκες αναπλήρωσης είναι ελάχιστες.

Ένα data center της τάξης των 100 MW, που αποτελεί σήμερα πολύ μεγάλο μέγεθος για τα ελληνικά δεδομένα, μπορεί να λειτουργεί επί χρόνια με ελάχιστες προσθήκες νερού.

Η ετήσια αναπλήρωση μπορεί να είναι ακόμη και της τάξης του 1%.

Συχνά χρησιμοποιώ το παράδειγμα του αυτοκινήτου. Όπως συμπληρώνουμε περιστασιακά το ψυκτικό υγρό σε ένα κλειστό κύκλωμα, έτσι λειτουργούν και τα σύγχρονα συστήματα ψύξης των data centers.

Η πραγματική κατανάλωση νερού είναι σημαντικά μικρότερη από εκείνη πολλών άλλων δραστηριοτήτων που θεωρούμε απολύτως φυσιολογικές, όπως ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, γυμναστήρια ή πισίνες.

Τι ισχύει αναφορικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα;

Προφανώς όσο αυξάνεται η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Από την άλλη πλευρά, ο κλάδος επενδύει τεράστια ποσά σε τεχνολογίες αποανθρακοποίησης, carbon capture και κυκλικής οικονομίας.

Βλέπουμε πλέον λύσεις που επιτρέπουν την αξιοποίηση του διοξειδίου του άνθρακα σε νέα υλικά, σε βιομηχανικές εφαρμογές ή ακόμη και στην παραγωγή πιο ανθεκτικών δομικών υλικών.

Δεν πρόκειται ακόμη για τεχνολογίες ευρείας κλίμακας, όμως η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη.

Είστε αισιόδοξος ότι οι αντιδράσεις θα αμβλυνθούν τα επόμενα χρόνια;

Θεωρώ ότι πρόκειται κυρίως για ζήτημα ενημέρωσης και εκπαίδευσης.

Η πραγματικότητα είναι ότι η ζωή μας έχει ήδη ψηφιοποιηθεί. Τα κινητά μας τηλέφωνα, τα αυτοκίνητά μας, οι συσκευές μας, οι επιχειρήσεις, οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούμε καθημερινά βασίζονται σε ψηφιακές υποδομές.

Όλοι χρησιμοποιούμε δεδομένα. Όλοι δημιουργούμε ζήτηση.

Δεν γίνεται να θέλουμε τις ψηφιακές υπηρεσίες χωρίς να αποδεχόμαστε την ύπαρξη των υποδομών που τις υποστηρίζουν.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι όσο ο κόσμος ενημερώνεται καλύτερα για το τι πραγματικά είναι ένα data center και πώς λειτουργεί, τόσο περισσότερο θα μειώνονται οι παρεξηγήσεις και οι αντιδράσεις.

Ποιες λύσεις εξετάζει σήμερα η αγορά για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών;

Καθώς τα παραδοσιακά ηλεκτρικά δίκτυα δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τη ζήτηση, οι operators στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε εναλλακτικές λύσεις.

Η πρώτη επιλογή είναι τα λεγόμενα behind-the-meter συστήματα. Δηλαδή, εγκαθιστούν δικές τους μονάδες παραγωγής, συνήθως με φυσικό αέριο, ώστε να εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ισχύ ανεξάρτητα από το δίκτυο. Μια τέτοια επένδυση, behind-the-meter, είναι κι αυτή που σχεδιάζει η ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία.

Η δεύτερη επιλογή είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βλέπουμε μεγάλες συνεργασίες μεταξύ τεχνολογικών κολοσσών και εταιρειών ΑΠΕ. Η Google συνεργάζεται με την Intersect Power, η Meta αναπτύσσει αντίστοιχα σχήματα και συνολικά η αγορά επενδύει όλο και περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές.

Ωστόσο, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Ακόμη και ένα πολύ μεγάλο αιολικό ή φωτοβολταϊκό πάρκο, σε συνδυασμό με συστήματα αποθήκευσης, δεν αρκεί από μόνο του για να καλύψει τις ανάγκες ενός μεγάλου data center συνεχούς λειτουργίας.

Γι’ αυτό οι ΑΠΕ αποτελούν μέρος της λύσης, αλλά όχι τη μοναδική λύση.

Και η πυρηνική ενέργεια;

Βλέπουμε μια σαφή επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας στη συζήτηση. Η Microsoft, η Meta και η AWS έχουν ήδη προχωρήσει σε σημαντικές πρωτοβουλίες και συνεργασίες με πυρηνικά projects.

Η επανενεργοποίηση του Three Mile Island στις ΗΠΑ, οι συνεργασίες με εταιρείες που αναπτύσσουν Small Modular Reactors (SMRs) και οι σχετικές ανακοινώσεις δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, όσοι γνωρίζουν πραγματικά τον χώρο της πυρηνικής τεχνολογίας εκτιμούν ότι δεν πρόκειται για λύση που θα δώσει άμεσα αποτελέσματα.

Η ευρεία αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών αναμένεται μετά το 2035.

Μιλάμε για μια σημαντική τεχνολογική εξέλιξη, αλλά όχι για κάτι που θα λύσει το πρόβλημα μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα data centers αυξάνουν τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα data centers είναι μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας.

Ωστόσο, οι αυξήσεις τιμών προκύπτουν κυρίως όταν η προσφορά ενέργειας δεν ακολουθεί τη ζήτηση. Δηλαδή όταν δεν επενδύουμε αρκετά γρήγορα σε νέες μονάδες παραγωγής και σε νέα δίκτυα.

Οι ίδιοι οι operators συχνά δηλώνουν πρόθυμοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές προκειμένου να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ισχύ.

Παράλληλα, επειδή δεσμεύουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας για πολλά χρόνια, προσφέρουν σταθερότητα σε όσους επενδύουν σε νέες ενεργειακές υποδομές.

Με άλλα λόγια, αποτελούν μέρος του προβλήματος λόγω της μεγάλης ζήτησης, αλλά ταυτόχρονα και μέρος της λύσης, επειδή δημιουργούν τις συνθήκες για νέες επενδύσεις.