Τους λόγους για τους οποίους Ευρωπαίοι ηγέτες ασκούν πίεση στο Ισραήλ αναφέρει σε συνέντευξή του στο Liberal ο αμυντικός αναλυτής και αντιπτέραχος ε.α. Κωνσταντίνος Ιατρίδης. Ο ίδιος εξηγεί γιατί η Άγκυρα σηκώνει τους τόνους κατά της Αθήνας και εμφανίζεται ενοχλημένη με την στρατηγική συμμαχία που έχει συναφθεί με την Ιερουσαλήμ. Ποια τα σενάρια για την είσοδο της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Κοταχέα
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας και άλλοι πολιτικοί έχουν στοχοποιήσει το Ισραήλ. Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η προσπάθεια γίνεται προκειμένου να μπει η Τουρκία στην ευρωπαϊκή άμυνα, «κονταίνοντας» τις ευρωισραηλινές σχέσεις. Ποια η γνώμη σας;
Οι τοποθετήσεις του πρωθυπουργού της Ισπανίας και άλλων Ευρωπαίων πολιτικών αντανακλούν μια ευρύτερη ανησυχία για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα για τις ανθρωπιστικές συνέπειες της σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται και πρέπει να αναγνωρίζεται το δικαίωμα του Ισραήλ στην ασφάλεια. Από την άλλη, υπάρχει έντονη διεθνής πίεση για την προστασία των αμάχων και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Πιστεύω ότι τέτοιες δηλώσεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως στοχοποίηση, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συζήτησης για το πώς μπορεί να υπάρξει αποκλιμάκωση και μια βιώσιμη λύση. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ισορροπία, διάλογος και πραγματική διπλωματική προσπάθεια ώστε να μειωθεί η ένταση και να προστατευτούν ανθρώπινες ζωές.
Ωστόσο, η ιδέα ότι μπορεί να κοντύνει το Ισραήλ ή να επηρεαστεί ουσιαστικά η στρατηγική του σχέση με την Ελλάδα, αυτή η ερμηνεία δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις υφιστάμενες στρατηγικές συνθήκες. Πρόκειται για μια σχέση που έχει δομηθεί πάνω σε κοινά συμφέροντα ασφάλειας και ενέργειας, όχι σε συγκυριακές πολιτικές διαθέσεις. Αντίθετα, τέτοιες προσεγγίσεις αποκαλύπτουν περισσότερο τη στρατηγική αμηχανία της Ευρώπης παρά μια συντεταγμένη γεωπολιτική επιλογή.
Είναι υπαρκτό σενάριο η είσοδος της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα;
Η πιθανότητα συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα είναι ένα υπαρκτό αλλά σύνθετο σενάριο. Από τη μία πλευρά, η Τουρκία είναι ήδη κρίσιμος παράγοντας στο ΝΑΤΟ, με σημαντική στρατιωτική ισχύ και γεωστρατηγική θέση. Αυτό την καθιστά αντικειμενικά σημαντική για τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Από την άλλη όμως υπάρχουν σοβαρές πολιτικές και θεσμικές δυσκολίες στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που αφορούν ζητήματα κράτους δικαίου, εξωτερικής πολιτικής και περιφερειακών εντάσεων. Αυτά τα εμπόδια καθιστούν δύσκολη μια πλήρη και θεσμική ένταξη σε ένα ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο
Ρεαλιστικά, η συζήτηση για ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα προσκρούει και σε μια βασική αντίφαση. Πώς μπορεί να ενταχθεί σε ένα σύστημα ασφάλειας μια χώρα που αμφισβητεί ευθέως το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών;
Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη χωρίς αυστηρές προϋποθέσεις θα ήταν στρατηγικό λάθος. Δεν μπορεί η Ευρώπη να επιδιώκει αυτονομία στην άμυνα και ταυτόχρονα να εισάγει αστάθεια. Αν υπάρξει οποιαδήποτε προσέγγιση, αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή και μετρήσιμη αλλαγή συμπεριφοράς από την Άγκυρα, κάτι που μέχρι στιγμής δεν φαίνεται.
Ο Φιντάν χαρακτήρισε τη συμμαχία Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ επιθετική. Γιατί;
Η δήλωση του Φιντάν ότι η συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι επιθετική, εντάσσεται στο πλαίσιο της τουρκικής διπλωματικής ρητορικής και συνιστά προσπάθεια αντιστροφής της πραγματικότητας. Στην πράξη, πρόκειται για μια θεσμική και προβλέψιμη συνεργασία, βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, με άξονες την ενέργεια, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό που πραγματικά ενοχλεί την Τουρκία και τον Εντογάν είναι ότι διαμορφώνεται ένα πλέγμα συνεργασιών το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει ή να επηρεάσει μονομερώς. Δεν πρόκειται για φόβο απέναντι σε μια συμμαχία, την οποία παρουσιάζει ως επιθετική και η οποία δεν είναι επιθετική, αλλά για ανησυχία μπροστά στην απώλεια της μονοπωλιακής επιρροής της στην περιοχή και τον κίνδυνο γεωπολιτικής της απομόνωσης.
Η σύγκλιση χωρών με κοινά συμφέροντα σε ζητήματα ασφάλειας και ενέργειας λειτουργεί ως φυσικό αντίβαρο στις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν καθιστά τη συνεργασία επιθετική, απλώς αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες ισχύος.
Συνεπώς, πρόκειται λιγότερο για ζήτημα στρατιωτικής απειλής και περισσότερο για τον ρόλο και τη θέση της Τουρκίας στο περιφερειακό σύστημα.
Ποιος ο ρόλος της Ελλάδας και του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο;
Ο ρόλος της Ελλάδας και του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πλέον πολυεπίπεδος και σαφώς πιο ενεργός από ό,τι στο παρελθόν. Δεν μιλάμε απλώς για δύο χώρες που συνεργάζονται, αλλά για δύο κρίσιμους παίχτες που επηρεάζουν άμεσα τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή.
Η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει τον ρόλο της ως πυλώνας σταθερότητας, αξιοποιώντας τη θέση της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Μέσα από τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες, αποκτά ρόλο ενεργειακού και γεωπολιτικού κόμβου, αλλά και χώρας που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των περιφερειακών ισορροπιών, όχι απλώς στην παρακολούθησή τους. Η Ελλάδα πλέον έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει τις εξελίξεις και να αποτελεί ένα παράγοντα ισχύος που μπορεί να περιορίσει την Τουρκία.
Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, είναι μια περιφερειακή δύναμη με ισχυρή στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή, αλλά και σημαντική επιρροή σε ζητήματα ενέργειας και ασφάλειας. Η παρουσία του στην Ανατολική Μεσόγειο λειτουργεί ως καταλύτης για νέες συνεργασίες και στρατηγικές συμμαχίες.
Η σύγκλιση Ελλάδας–Ισραήλ, ειδικά μέσα από τριμερή σχήματα, δημιουργεί στην πράξη έναν άξονα συνεργασίας που ενισχύει τη σταθερότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και την προβλεψιμότητα στην περιοχή. Αυτό έχει σημασία, γιατί η Ανατολική Μεσόγειος είναι ένας χώρος με αυξημένες εντάσεις και ανταγωνισμούς, ιδιαίτερα γύρω από θαλάσσιες ζώνες και ενεργειακούς πόρους.
Με αυτή την έννοια, οι δύο χώρες δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά, αλλά ως παράγοντες εξισορρόπησης. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πιο σταθερού πλαισίου συνεργασίας, το οποίο περιορίζει τις μονομερείς κινήσεις της Τουρκίας και ενισχύει τη λογική των κανόνων έναντι της ισχύος.
Συνεπώς, ο ρόλος τους δεν είναι στατικός ούτε αμυντικός. Είναι ενεργός και διαμορφωτικός, καθώς επηρεάζουν το πώς θα εξελιχθεί συνολικά η αρχιτεκτονική ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο τα επόμενα χρόνια.
Πώς έχουν διαμορφωθεί οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή; Αποδυναμώνεται η Τουρκία;
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια φάση βαθιάς αναδιάταξης ισχύος, όπου οι ισορροπίες δεν καθορίζονται πλέον μονοδιάστατα ούτε από έναν κυρίαρχο παίκτη. Πρόκειται για ένα πολυκεντρικό σύστημα, στο οποίο διαφορετικοί δρώντες, όπως το Ισραήλ, το Ιράν, οι αραβικές χώρες του Κόλπου και η Τουρκία, ανταγωνίζονται, αλλά ταυτόχρονα σε επιμέρους πεδία συνεργάζονται, ανάλογα με τα συμφέροντα της στιγμής.
Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί ως περιφερειακή δύναμη πολλαπλών ρόλων όπως, στρατιωτική, διπλωματική, ενεργειακή και ιδεολογική. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική συχνά παράγει εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις, καθώς οι διαφορετικές κατευθύνσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, δεν είναι πάντα συμβατές μεταξύ τους.
Δεν θα έλεγα ότι η Τουρκία αποδυναμώνεται με την κλασική έννοια της ισχύος. Διατηρεί σημαντικά στρατιωτικά μέσα, γεωγραφικό βάρος και ενεργή παρουσία σε κρίσιμα μέτωπα. Το ζήτημα είναι περισσότερο η αξιοπιστία και η συνέπεια της στρατηγικής της. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η προβλεψιμότητα έχει ιδιαίτερη σημασία, η συχνή εναλλαγή ρητορικής και τακτικής περιορίζουν την εμπιστοσύνη των άλλων δρώντων προς την Τουρκία και τον Ερντογάν.
Οι συνεχείς αιχμηρές δηλώσεις κατά του Ισραήλ, για παράδειγμα, λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό στο επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και της προσπάθειας ενίσχυσης επιρροής στον μουσουλμανικό κόσμο. Ωστόσο, την ίδια στιγμή δυσκολεύουν τη δυνατότητα της Τουρκίας να λειτουργήσει ως σταθερός και αξιόπιστος συνομιλητής σε ευρύτερα διπλωματικά σχήματα με τη Δύση και την Ευρώπη.
Παράλληλα, η ανάδυση νέων περιφερειακών συνεργασιών και η ενίσχυση εναλλακτικών αξόνων στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα πιο σύνθετο πλαίσιο, στο οποίο καμία δύναμη δεν μπορεί εύκολα να επιβάλει μονομερώς τη βούλησή της. Αυτό δεν σημαίνει αποκλεισμό της Τουρκίας από το σύστημα ισχύος, αλλά ένταξή της σε ένα πιο ανταγωνιστικό και περισσότερο ελεγχόμενο περιβάλλον.
Συνεπώς, η βασική αλλαγή δεν είναι μια απλή αποδυνάμωση, αλλά η μετάβαση σε ένα πολυπολικό σύστημα, όπου η ισχύς δεν αρκεί από μόνη της, αλλά απαιτείται και στρατηγική συνέπεια, θεσμική αξιοπιστία και ικανότητα συνεργασίας. Και σε αυτό ακριβώς το πεδίο κρίνεται σήμερα ο ρόλος της Τουρκίας.
Τέλος, σε όλο αυτό το πλαίσιο παίζουν ρόλο και ζητήματα που σχετίζονται με τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν την εικόνα και την αξιοπιστία της Τουρκίας όπως και κάθε χώρας, στο διεθνές σύστημα και, κατά συνέπεια, τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνεργάζεται ή να γίνεται αποδεκτή σε ευρύτερες συμμαχίες.
*Ο Κωνσταντίνος Ιατρίδης είναι Αντιπτέραρχος (Ι) εα, Επίτιμος Διοικητής ΔΑΥ, Επίτιμος Πρόεδρος Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Αεροπορίας, Αμυντικός Αναλυτής.
