Η πρόσκαιρη ανάκαμψη των αποθεμάτων του Μόρνου δεν πρέπει να δημιουργεί εφησυχασμό, καθώς ο κίνδυνος λειψυδρίας για την Αττική παραμένει μόνιμος και υπαρκτός. Ο καθηγητής Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Δημήτρης Εμμανουλούδης, προειδοποιεί μέσω του Liberal ότι οι αυξανόμενες ανάγκες, ο τουρισμός, οι υψηλές θερμοκρασίες και η σπατάλη μπορούν να εξανεμίσουν γρήγορα τις «οικονομίες» του χειμώνα.
Στη συνέντευξή του, υπογραμμίζει την ανάγκη άμεσης υλοποίησης έργων ταμίευσης, φραγμάτων και εκσυγχρονισμού των πεπαλαιωμένων δικτύων, όπου χάνονται τεράστιες ποσότητες νερού. Παράλληλα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα νησιά του Αιγαίου, ζητά εξορθολογισμό των υδροβόρων καλλιεργειών και εξηγεί γιατί η χώρα χρειάζεται ενιαίο, μακροπρόθεσμο υδρολογικό σχεδιασμό.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε καθηγητά, παρά τη σημαντική ανάκαμψη του Μόρνου μετά και τις βροχοπτώσεις του χειμώνα, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι υψηλές θερμοκρασίες, η εξάτμιση και η αυξημένη θερινή κατανάλωση μπορούν να ανατρέψουν γρήγορα αυτή την εικόνα. Έχει πράγματι απομακρυνθεί ο κίνδυνος για την Αττική ή πρόκειται απλώς για μια προσωρινή ανάσα, κατά την άποψή σας;

Ο κίνδυνος για την Αττική δεν πρόκειται να απομακρυνθεί, όσες βροχές κι αν έχουμε και όσο ευνοϊκά κι αν είναι τα υδρολογικά έτη που θα ακολουθήσουν, ακόμη κι αν είναι παρόμοια με αυτό που πέρασε. Το έχουμε ξαναπεί: ο κίνδυνος για την Αττική είναι μόνιμος και υπαρκτός.
Είναι ανεξάρτητος από τις μετεωρολογικές και υδρολογικές συνθήκες, διότι υπάρχουν πολύ μεγάλες καταναλώσεις και θα υπάρξουν ακόμη μεγαλύτερες εξαιτίας των τουριστών, οι οποίοι αυξάνονται από χρονιά σε χρονιά. Αυτό είναι θετικό, βέβαια, όσον αφορά τον τουρισμό και την οικονομία, αλλά προβληματίζει όλους εμάς που ασχολούμαστε με τα υδρολογικά θέματα και το νερό. Ο κίνδυνος, επομένως, δεν πρόκειται να περάσει, εάν δεν γίνουν τα έργα που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός πριν από έναν χρόνο για την Αττική και τα οποία έχουν την κωδική ονομασία «Εύρυτος», αν θυμάστε.
Πρόκειται για μια σειρά έργων που αναμένεται να ενισχύσουν τα διαθέσιμα αποθέματα του Μόρνου και του Ευήνου, μέσω της μερικής εκτροπής του Κρικελιώτη και του Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο, ώστε να είμαστε θωρακισμένοι απέναντι σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση στο μέλλον. Μόνο τότε θα μπορούμε να πούμε ότι ο κίνδυνος πράγματι απομακρύνεται.
Μια ευνοϊκή χρονιά παραμένει απλώς μια ευνοϊκή χρονιά. Από την άλλη, όπως είπατε, έρχεται ένα θέρος με ενδεχομένως ακραίες θερμοκρασίες, τις οποίες φέτος, αναλογικά με άλλες χρονιές, δεν είχαμε μέχρι τώρα. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι θα τις έχουμε από εδώ και πέρα. Προστίθενται η υπερκατανάλωση λόγω τουρισμού και η άσκοπη χρήση του νερού. Βλέπετε, λοιπόν, ότι πολύ γρήγορα οι οικονομίες του χειμώνα εξατμίζονται εξαιτίας της σπατάλης του καλοκαιριού. Κάτι σαν την οικιακή οικονομία.
Μπορεί να μαζέψουμε χρήματα τον χειμώνα, αλλά, αν το καλοκαίρι τα σπαταλήσουμε γρήγορα, αυτά εξαφανίζονται και φτάνουμε σε ένα φθινόπωρο κατά το οποίο μπαίνουμε ξανά σε περίσκεψη.
Επτά νησιά του Αιγαίου έχουν κηρυχθεί φέτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ στην Αστυπάλαια περιορίστηκε ακόμη και η άρδευση, προκειμένου να διατηρηθούν τα διαθέσιμα αποθέματα. Μπορεί το σημερινό τουριστικό μοντέλο των νησιών να είναι βιώσιμο, χωρίς να συνδέεται η τουριστική ανάπτυξη με τη φέρουσα ικανότητα των υδατικών τους πόρων;

Κοιτάξτε, θα απαντήσω πρώτα στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, που αφορά την Αστυπάλαια. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι αναγνώστες ότι τα νησιά του Αιγαίου —και ιδιαίτερα οι Κυκλάδες— έχουν μια ιδιαιτερότητα: πέρα από το γεγονός ότι γενικά δεν έχουν πολλές βροχοπτώσεις, υπάρχει και σημαντική ανισοκατανομή μεταξύ τους.
Διαφορετικά βρέχει, για παράδειγμα, στη Σέριφο και στη Σίφνο, στις δυτικές Κυκλάδες, και διαφορετικά στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, όπως στην Αστυπάλαια. Στην περιοχή εκείνη καταγράφονται πολύ λίγες βροχοπτώσεις. Από πέρυσι έως φέτος, στην Αστυπάλαια έπεσαν μόλις 25 χιλιοστά βροχής, ενώ στη Σέριφο έπεσαν περίπου 400, με μέσο όρο γύρω στα 600 χιλιοστά. Βλέπετε, επομένως, ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές.
Η Αστυπάλαια αποτελούσε μέχρι πέρυσι παράδειγμα προς μίμηση, διότι διέθετε φράγμα ταμίευσης νερού. Την είχα επισκεφθεί και είχα μιλήσει με τον δήμαρχο πριν από δύο χρόνια. Το νησί λειτουργούσε με το νερό του φράγματος, χωρίς σχεδόν καθόλου να χρησιμοποιεί αφαλάτωση. Φέτος, όμως, βρέθηκε εντελώς εκτεθειμένο απέναντι στη λειψυδρία, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε, πρώτον, ότι υπάρχει αυτή η ανισοκατανομή και, δεύτερον —και σημαντικότερο—, ότι ακόμη και αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί, εάν κατασκευάσουμε τα κατάλληλα έργα στα νησιά. Ακόμη και μια ακραία λειψυδρία, όπως αυτή που αντιστοιχεί στα 25 χιλιοστά βροχής της Αστυπάλαιας, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, εάν υπήρχε ένα δεύτερο ή ένα τρίτο φράγμα, ώστε να ενισχύονται τα υδατικά διαθέσιμα όταν θα εξαντλούνταν εκείνα του πρώτου φράγματος.
Στο ζήτημα της τουριστικής ανάπτυξης, καταλήγουμε στο εξής: εάν προγραμματίσουμε και υλοποιήσουμε σοβαρά έργα ταμίευσης νερού, μέσω φραγμάτων και ταμιευτήρων στα νησιά μας, θα αυξήσουμε σημαντικά τα διαθέσιμα αποθέματα. Η Σέριφος, για παράδειγμα, έχει ένα φράγμα. Επισκέφθηκα πρόσφατα το νησί και είδα, πριν από περίπου δέκα ημέρες, ότι το φράγμα ήταν γεμάτο. Αυτό μπορεί να βοηθήσει το νησί καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού και να του λύσει το πρόβλημα. Στην Αστυπάλαια, σας εξήγησα τι συνέβη.
Εάν το ένα φράγμα γίνει δύο ή τρία, όταν βρέχει σε ένα νησί θα γεμίσουν και τα τρία, όχι μόνο το ένα. Όταν εξαντληθεί το νερό του πρώτου, θα χρησιμοποιηθεί το δεύτερο και στη συνέχεια το τρίτο. Ακόμη και όταν δεν υπάρχουν βροχές μια χρονιά, υπάρχουν τα αποθέματα των προηγούμενων ετών. Στην Αστυπάλαια δεν έβρεξε φέτος, αλλά είχε βρέξει τα προηγούμενα χρόνια. Στη Σέριφο μπορεί να μη βρέξει του χρόνου, αλλά φέτος έβρεξε πολύ, όπως μου έλεγαν και οι κάτοικοι.
Συνεπώς, μέσω της κατασκευής μιας σειράς φραγμάτων και ταμιευτήρων στα νησιά μπορούμε να έχουμε σημαντικές ποσότητες νερού αποθηκευμένες. Αυτές μπορούν να μας βοηθήσουν τόσο στις δυσμενείς, από υδρολογική άποψη, χρονιές όσο και στην αντιμετώπιση της αύξησης του τουριστικού ρεύματος, η οποία αναμένεται να είναι διαρκής τα επόμενα χρόνια.
Μέσα στην εβδομάδα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε ένα νέο κύκλο χρηματοδοτήσεων για έργα ύδρευσης σε όλη τη χώρα ύψους 115 εκατ. ευρώ. Πόσο επαρκείς θεωρείτε αυτές τις πρωτοβουλίες; Κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Διάβασα και εγώ τις σχετικές ανακοινώσεις του Υπουργείου και των αρμόδιων φορέων. Χρειάζεται καλύτερη συγκρότηση και οργάνωση των υπηρεσιών, κάτι που αναφέρεται και στην πρώτη Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα. Παράλληλα, το νομοσχέδιο για τα ύδατα τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από τις 10 έως τις 20 Ιουλίου. Διοικητικά, λοιπόν, τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αρκεί οι συγχωνεύσεις και οι τροποποιήσεις να γίνουν όπως πρέπει.
Τεχνικά, επίσης, προς τη σωστή κατεύθυνση κινείται ο εκσυγχρονισμός των δικτύων, στον οποίο αναφέρονται τόσο ο υπουργός όσο και το ρεπορτάζ. Χρειάζεται επίσης ο εκσυγχρονισμός των μονάδων καθαρισμού νερού και αφαλάτωσης. Δεν είδα, όμως, να περιλαμβάνεται στα έργα η κατασκευή φραγμάτων και ταμιευτήρων, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως.
Τα φράγματα, με μία βασική δαπάνη κατασκευής και σχετικά περιορισμένες ανάγκες συντήρησης, μπορούν να μας παρέχουν νερό επί μακρόν, όσο δύσκολη κι αν είναι η υδρολογική χρονιά. Αντιθέτως, όλα τα άλλα έργα —ο εκσυγχρονισμός των δικτύων διανομής και μεταφοράς, η αποφυγή των διαρροών και η αφαλάτωση— απαιτούν διαρκείς δαπάνες.
Φυσικά, όλα αυτά πρέπει να γίνονται και, όπως σας είπα, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει, όμως, να προστεθούν οπωσδήποτε και κατασκευές φραγμάτων μικρού και μεσαίου μεγέθους, καθώς και κίνητρα για τους κατοίκους, ώστε να προχωρήσουν στη συλλογή του νερού με παραδοσιακές μεθόδους, αξιοποιώντας παράλληλα σύγχρονες και καινοτόμες λύσεις.
Γνωρίζω, για παράδειγμα, ανθρώπους στην Αμοργό που έχουν πλήρη αυτονομία ως προς το νερό. Συλλέγουν το βρόχινο νερό από τις στέγες και τα μπαλκόνια τους, καθώς και με μικρούς υδροσυλλέκτες στους κήπους τους, και δεν χρειάζεται να υδροδοτηθούν ούτε από τον δήμο ούτε από εξωτερικές πηγές ή αφαλατώσεις. Αυτό γινόταν παλαιότερα, μπορούμε να το κάνουμε και σήμερα και ήδη εφαρμόζεται σε περιοχές της Ιταλίας και της Ισπανίας.
Με υδροσυλλέκτες συγκεντρώνουμε νερό από τις στέγες, τις αυλές και τα μπαλκόνια μας. Με αυτόν τον τρόπο, ειδικά στα νησιά του Αιγαίου, μπορούμε να ενισχύσουμε σημαντικά την αυτάρκεια σε νερό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Σε ορισμένα δίκτυα ύδρευσης οι απώλειες νερού υπολογίζεται ότι φτάνουν ακόμη και το 60%-70%. Ποια έργα πρέπει να προηγηθούν, κατά την άποψή σας: η αντικατάσταση των παλαιών δικτύων, η εγκατάσταση τηλεμετρίας και έξυπνων μετρητών ή η αναζήτηση νέων πηγών, όπως οι γεωτρήσεις και οι αφαλατώσεις;

Θα έδινα προτεραιότητα στα πρώτα δύο, τα οποία είναι αλληλένδετα. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ μεγάλη πρόοδος τόσο στην τηλεμετρία όσο και στη δυνατότητα εντοπισμού των υπόγειων διαρροών. Παλαιότερα, πριν από κάποιες δεκαετίες, ήταν εξαιρετικά δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να ανιχνεύσουμε πού υπήρχαν διαρροές. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αφηνόταν σε μεγάλο βαθμό στην τύχη, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Εν πάση περιπτώσει, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, θα έλεγα ότι οι απώλειες φτάνουν έως το 50%-55%. Το 60%-70% το έχω ακούσει, αλλά, εφόσον υπάρχουν σχετικά στοιχεία, δεν το αμφισβητώ. Ούτως ή άλλως, τα μεγέθη είναι τραγικά. Ο μέσος αποδεκτός όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι περίπου 20%-22%.
Υπάρχουν ορισμένες προηγμένες χώρες της Δυτικής και της Βόρειας Ευρώπης που έχουν απώλειες της τάξης του 8%-10%. Εμείς έχουμε 40%-45%, ενώ στην Κρήτη έχουν αναφερθεί και ποσοστά 50%. Πρόκειται για τεράστιες ποσότητες νερού. Αρκεί να σκεφτούμε ότι από την υδροληψία φεύγουν 100 κυβικά μέτρα και στην κατανάλωση φτάνουν 50. Τα υπόλοιπα χάνονται κατά τη μεταφορά και τη διανομή.
Οι αιτίες είναι σαφείς: πεπαλαιωμένα δίκτυα, φθορές, κακές συγκολλήσεις στα σημεία των διακλαδώσεων και αστοχίες κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης εργασιών. Ρόλο παίζουν επίσης η κατάσταση των εδαφών, οι εκβραχισμοί και οι παρεμβάσεις τρίτων σε υπόγεια τμήματα για εργασίες οπτικών ινών, φυσικού αερίου ή άλλων δικτύων, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν ζημιές και φθορές. Όλα αυτά οδηγούν στη σημερινή κατάσταση.
Γι’ αυτό επιμένω ότι τα μέτρα για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει, όμως, να υλοποιηθούν με τον σωστό τρόπο και, βεβαίως, να ξεκινήσουμε από τις περιοχές όπου καταγράφονται οι μεγαλύτερες απώλειες, οι οποίες είναι γνωστές.
Η γεωργία παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής νερού στη χώρα, με σημαντικές απώλειες στα αρδευτικά δίκτυα. Κατά την άποψή σας, χρειάζεται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου; Τι ακριβώς πρέπει να γίνει;

Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να αντικατασταθούν τα επιφανειακά δίκτυα από υπόγεια. Αναφερθήκατε στην εξάτμιση, η οποία πράγματι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις διαθέσιμες ποσότητες νερού κατά τη θερινή περίοδο, είτε πρόκειται για άρδευση είτε για νερό που βρίσκεται σε ταμιευτήρες.
Αρκεί να αφήσει κανείς έναν κουβά με νερό στο μπαλκόνι και να δει, μετά από μερικές ημέρες, πόσο θα έχει απομείνει. Η εξάτμιση είναι, λοιπόν, ένας πολύ σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας. Συνεπώς, πρέπει να κάνουμε αυτό που εφαρμόζουν και άλλες χώρες με ξηροθερμικό κλίμα: να αντικαταστήσουμε τα επιφανειακά αρδευτικά δίκτυα με υπόγεια.
Το δεύτερο που πρέπει και μπορεί να γίνει είναι να επανεξετάσουμε τις καλλιέργειες. Χρειάζεται ένας εξορθολογισμός του παραγωγικού μοντέλου. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε υδροβόρες καλλιέργειες, όπως οπωροκηπευτικά, σε νησιά του Αιγαίου που αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα νερού. Δεν θα επιλέξεις να αναπτύξεις τέτοιες καλλιέργειες εκεί. Θα τις αναπτύξεις, για παράδειγμα, στον κάμπο της Θεσσαλονίκης ή της Λάρισας, σε εύφορες περιοχές της Κρήτης ή στη δυτική Πελοπόννησο, όπου υπάρχουν περισσότερα νερά.
Δεν μπορείς, όμως, να αναπτύξεις οπωροκηπευτικές καλλιέργειες σε ξηροθερμικές περιοχές. Εκεί θα επιλέξεις ξηρικές ή λιγότερο υδροβόρες καλλιέργειες. Χρειάζεται, επομένως, σαφής εξορθολογισμός των καλλιεργειών.
Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει χάσει περισσότερο από το μισό της ορεινής χιονοκάλυψης από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Πώς αλλάζει αυτή η εξέλιξη τον υδρολογικό σχεδιασμό της χώρας και ποιες παρεμβάσεις απαιτούνται για την αποθήκευση του νερού, τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων και την προστασία των ορεινών περιοχών;
Πράγματι, αυτό που αναφέρατε ισχύει. Το παρακολουθούμε και εμείς, καθώς βρισκόμαστε στη Βόρεια Ελλάδα και σε ορεινές περιοχές. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα, διότι, όπως έχουμε πει πολλές φορές και είναι γνωστό στην κοινή γνώμη, το χιόνι συμβάλλει καθοριστικά στα υδατικά αποθέματα της χώρας.
Η αργή τήξη του, η οποία συντελείται κατά τους μήνες της άνοιξης, επιτρέπει την ομαλή και σταδιακή διήθηση του νερού στο έδαφος. Έτσι, μεγάλο μέρος της επιφανειακά διακινούμενης ποσότητας διηθείται και αποθηκεύεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων.
Το χιόνι είναι, επομένως, πολύτιμος σύμμαχος στην αντιμετώπιση της λειψυδρίας και βοηθά σημαντικά τα υπόγεια αποθέματα. Από τη στιγμή, όμως, που η χιονοκάλυψη έχει μειωθεί για λόγους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και στους οποίους δεν μπορούμε να παρέμβουμε εύκολα, πρέπει να στραφούμε ξανά στους ταμιευτήρες και στα έργα ορεινής υδρονομίας.
Η χώρα μας διαθέτει πολλές ορεινές περιοχές και κατάλληλες συλλεκτήριες λεκάνες ανάμεσα στα βουνά και στις κλιτύες τους. Εκεί μπορούν να δημιουργηθούν φράγματα, ώστε να συγκρατείται το νερό που προέρχεται από τη σταδιακή τήξη του χιονιού και κινείται μέσα από τα ορεινά ρεύματα. Καθώς το νερό θα παραμένει πίσω από τα φράγματα, θα διηθείται σταδιακά και θα εμπλουτίζει τους υπόγειους υδροφορείς στις περιοχές εκατέρωθεν των έργων.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη συνένωση των δυνάμεων 70 παρόχων ύδατος σε δύο μεγαλύτερους φορείς και την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και στην άρδευση. Μπορεί η συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων να αντιμετωπίσει τον κατακερματισμό και τις αδυναμίες των ΔΕΥΑ ή υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η γνώση των τοπικών αναγκών;
Προσωπικά, είμαι υπέρ αυτής της λύσης, όπως σας είπα και στην αρχή, διότι έχω δει τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων και την ύπαρξη πολλαπλών υπηρεσιών να δημιουργούν συγχύσεις και προβλήματα, αντί για λύσεις. Το έχω δει και το έχω ζήσει σε όλες αυτές τις δεκαετίες κατά τις οποίες ασχολούμαι με τα συγκεκριμένα θέματα.
Συνεπώς, πρόκειται για μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, αρκεί, βέβαια, να γίνει με τον σωστό τρόπο και να υπάρξει ένα σαφές, αναλυτικό και λεπτομερές θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο. Δυστυχώς, οι τοπικές ΔΕΥΑ πολλές φορές διαθέτουν πρακτική γνώση, αλλά στερούνται επαρκούς επιστημονικής υποστήριξης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα.
Τώρα που θα ενταχθούν κάτω από τη στέγη της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, θεωρώ ότι η καινοτομία, η επιστημονική γνώση και τα εργαλεία που διαθέτουν αυτοί οι δύο μεγάλοι οργανισμοί θα συμβάλουν σαφώς στην επίλυση τεχνικών ζητημάτων και στις μικρότερες ΔΕΥΑ.
* Ο Δημήτρης Εμμανουλούδης είναι καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Ανάλυσης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ).
