Η μάχη των Δημοκρατικών δεν δίνεται μόνο απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Δίνεται απέναντι σε μια βαθιά αλλαγή του τρόπου με τον οποίο παράγεται και καταναλώνεται η πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες - και στην οποία αδυνατούν να προσαρμοστούν. Η κρίση τους είναι ταυτόχρονα κρίση πολιτικής επικοινωνίας, κρίση ταυτότητας και κρίση στρατηγικής. Με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και την άτυπη εκκίνηση της κούρσας για το προεδρικό χρίσμα του 2028, η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο, Αλεξάνδρα Φιλήνδρα, μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τα διλήμματα του Δημοκρατικού Κόμματος και εξηγεί γιατί ο δρόμος προς την εκλογική ανάκαμψη παραμένει εξαιρετικά δύσβατος.
Οι Δημοκρατικοί δεν αναζητούν μόνο μια νέα ηγεσία ή ένα νέο πολιτικό αφήγημα. Αναζητούν τον τρόπο και τα πρόσωπα εκείνα που να μπορούν να «μιλήσουν» σε μια Αμερική όπου οι όροι του «παιχνιδιού» της πολιτικής επικοινωνίας έχουν αλλάξει ριζικά και όπου «επιβραβεύεται» πλέον εκείνος που κερδίζει την προσοχή. Η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από εκείνη που αποδίδεται συνήθως αποκλειστικά στον Ντόναλντ Τραμπ.
Ζητώντας από την κα Φιλήνδρα μία συνολική «αυτοψία» των Δημοκρατικών, την ρωτάμε τι ακριβώς συμβαίνει και εμφανίζεται το κόμμα σε τέτοιο βαθμό «χαμένο στη μετάφραση» σχεδόν δύο χρόνια μετά την εκλογική ήττα. Για να γίνει κατανοητή η σημερινή εικόνα των Δημοκρατικών, χρειάζεται πρώτα να ληφθεί υπόψη η ιστορική διαδρομή τόσο του ίδιου του κόμματος όσο και του αμερικανικού δικομματισμού, μας απαντά. Επισημαίνει καταρχάς ότι το Δημοκρατικό Κόμμα πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο, ιδρυθέν το 1828, για να ακολουθήσει το 1854 η ίδρυση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Αμφότερα συγκροτήθηκαν πάνω σε κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που πλέον έχουν αλλάξει ριζικά, αναφέρει. Η σημερινή φθορά των δύο κομμάτων έχει κοινή αφετηρία και σχετίζεται με τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική σήμερα, όμως «καθρεφτίζεται» με διαφορετικό τρόπο.
Στην περίπτωση των Δημοκρατικών, η κα Φιλήνδρα εξηγεί ότι από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα μετασχηματίστηκαν στο κόμμα του αμερικανικού Βορρά, των μειονοτήτων και των δικαιωμάτων. Το Δημοκρατικό Κόμμα έγινε το πολιτικό «σπίτι» των Αφροαμερικανών, των γυναικών, των μεταναστευτικών κοινοτήτων και συνολικά των κινημάτων που διεκδικούσαν διεύρυνση δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, οι Δημοκρατικοί εξελίχθηκαν σε ένα κατ’ εξοχήν θεσμικό και βαθιά συστημικό κόμμα, που διαχειριζόταν τις εσωτερικές του αντιθέσεις μέσα από κανόνες, διαδικασίες, επιτροπές και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Όπως σημειώνει η κα Φιλήνδρα, αυτή ακριβώς η θεσμική λειτουργία τού επέτρεπε διαχρονικά να απορροφά τις διαφορετικές τάσεις και τις επιμέρους συνιστώσες του.
Όταν άλλαξαν οι κανόνες
Σημείο καμπής αποτέλεσε η δεκαετία του 1990 όταν και συντελέστηκε η μεγάλη μεταβολή στο μοντέλο της πολιτικής επικοινωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως εξηγεί, τότε αναδείχθηκε το λεγόμενο «talk radio», ένα εξαιρετικά δημοφιλές στις ΗΠΑ είδος πολιτικών ραδιοφωνικών εκπομπών που δεν λειτουργούν ως κλασική δημοσιογραφική ενημέρωση, αλλά ως πολιτικός σχολιασμός από πρόσωπα με σαφή πολιτική ταύτιση, τα οποία αντιμετωπίζουν την πολιτική περισσότερο με «ποδοσφαιρικούς όρους» παρά ως διαδικασία ενημέρωσης.
Το «talk radio» εισάγει έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας: δίνει προτεραιότητα στον ενθουσιασμό, στο συναίσθημα, στην προσωπικότητα του παρουσιαστή και κυρίως στην ικανότητα να κρατά αδιάκοπα την προσοχή του κοινού. Η πραγματικότητα και η ακρίβεια των γεγονότων, επισημαίνει η Αλεξάνδρα Φιλήνδρα, παύουν να αποτελούν το βασικό ζητούμενο. Εκείνο που προέχει είναι η προσέλκυση της προσοχής. Παρότι ο Μπιλ Κλίντον προσπάθησε να αξιοποιήσει το συγκεκριμένο μέσο, εκείνο εξελίχθηκε κυρίως σε όχημα πολιτικής κινητοποίησης της αμερικανικής συντηρητικής παράταξης, αναφέρει.
Η κα Φιλήνδρα θεωρεί ότι από εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζει μια βαθιά μετάβαση της αμερικανικής πολιτικής: από την πολιτική των θεσμών στην πολιτική της προσοχής. Όπως δηλώνει, ήδη από τη δεκαετία του 1990 το ζητούμενο γίνεται «ποιος θα κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού, πώς θα προκαλέσει ισχυρότερα συναισθήματα, περισσότερο θυμό, μεγαλύτερο ενθουσιασμό». Η τάση αυτή, προσθέτει, μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στη σημερινή ψηφιακή εποχή.
Η ακαδημαϊκός του Πανεπιστημίου του Ιλινόι αναφέρει ότι οι Ρεπουπλικανοί έμαθαν επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες να λειτουργούν μέσα σε αυτή τη λογική -να κινητοποιούν το θυμικό, να προκαλούν έντονα συναισθήματα και να αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μια συνεχή μάχη για την προσοχή-, ενώ οι Δημοκρατικοί, αντίθετα, εξακολούθησαν να επικοινωνούν με τους όρους της προηγούμενης εποχής.
«Οι Δημοκρατικοί παρέμειναν τεχνοκρατικοί. Ο δημόσιος λόγος τους εξακολουθεί να είναι θεσμικός, αναλυτικός αλλά πολλές φορές δυσνόητος ή κουραστικός για ένα κοινό που πλέον καταναλώνει πολιτικό περιεχόμενο με εντελώς διαφορετικό τρόπο» επισημαίνει, εξηγώντας ότι ιδίως τα μεγαλύτερης ηλικίας ηγετικά πρόσωπα του κόμματος είναι πολιτικοί που μεγάλωσαν σε ένα διαφορετικό επικοινωνιακό περιβάλλον και δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους κώδικες των κοινωνικών δικτύων, των memes, της Τεχνητής Νοημοσύνης και γενικότερα της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας. «Όλα αυτά είναι ένας ξένος κόσμος γι’ αυτούς», υπογραμμίζει.
Οι πολιτικοί αυτοί αισθάνονται ότι οφείλουν να παραμείνουν οι «ενήλικες στο δωμάτιο». Θεωρούν υποχρέωσή τους να υπερασπίζονται τον σοβαρό δημόσιο λόγο και τους κανόνες της δημοκρατικής λειτουργίας. Η επιλογή αυτή, σημειώνει, είναι απολύτως κατανοητή και σε μεγάλο βαθμό θεμιτή. «Μία Δημοκρατία οφείλει να στηρίζεται στα πραγματικά γεγονότα και όχι στην κατασκευή μιας εναλλακτικής πραγματικότητας», τονίζει. Ωστόσο, δημιουργεί παράλληλα μια έντονη ασυμμετρία απέναντι σε έναν πολιτικό αντίπαλο που λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς όρους. Δηλαδή, όταν η μία πλευρά της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν διστάζει να χρησιμοποιεί υπερβολές, συναισθηματική φόρτιση ή ακόμη και ανακρίβειες προκειμένου να κυριαρχήσει στον δημόσιο διάλογο, δημιουργείται μια έντονη ασυμμετρία την οποία οι Δημοκρατικοί δεν έχουν κατορθώσει να αντιμετωπίσουν.
Η ίδια χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική παρομοίωση: «Οι Δημοκρατικοί αισθάνονται ότι οφείλουν να είναι οι ενήλικες μέσα στο δωμάτιο. Και πράγματι, κάποιος πρέπει να είναι ο ενήλικας. Όμως, όταν από τη μία πλευρά έχεις κάποιον που λειτουργεί διαρκώς σαν πεντάχρονο παιδί και από την άλλη κάποιον που θυμίζει τον αυστηρό γονέα που προσπαθεί να σε πείσει να φας το φαγητό σου, αυτή η δυναμική δεν μπορεί να λειτουργήσει πολιτικά για πάντα». Όταν αυτή η αντίθεση παγιώνεται, εκτιμά, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο για το θεσμικό κόμμα να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τον αντίπαλό του. Έτσι, οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με ένα βαθύτερο ερώτημα: όχι μόνο ποιο είναι το πολιτικό τους μήνυμα, αλλά κυρίως πώς μπορούν να το επικοινωνήσουν σε ένα περιβάλλον που πλέον επιβραβεύει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Το στρατηγικό δίλημμα
Ρωτάμε την Αλεξάνδρα Φιλήνδρα πώς αυτή η αδυναμία προσαρμογής μεταφράζεται τελικά σε κρίση ταυτότητας. Όπως επισημαίνει, το βασικό ερώτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν σήμερα οι Δημοκρατικοί είναι διττό: ποιοι είναι και με ποιον τρόπο μπορούν πλέον να επικοινωνήσουν τις αξίες τους. Παραμένουν ένα βαθιά θεσμικό κόμμα με συγκεκριμένες δημοκρατικές αρχές και έναν πολιτικό λόγο που στηρίζεται στους θεσμούς. Το δύσκολο, όμως, είναι πώς αυτές οι ίδιες αξίες μπορούν να μεταφερθούν σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον που επιβραβεύει τον λαϊκισμό, την απλούστευση και τη συνεχή διεκδίκηση της προσοχής, χωρίς οι Δημοκρατικοί να υιοθετήσουν τις ίδιες πρακτικές που επικρίνουν στους Ρεπουμπλικανούς.
«Πώς μπορείς να μιλήσεις με πιο λαϊκιστικό τρόπο χωρίς να υιοθετήσεις τις παθογένειες του λαϊκισμού; Πώς διατηρείς τις δημοκρατικές αξίες σου, αλλά επικοινωνείς αποτελεσματικά σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον; Αυτό είναι το μεγάλο δίλημμα των Δημοκρατικών σήμερα», επισημαίνει.
Σύμφωνα με την ίδια, ήδη διακρίνεται η εμφάνιση μιας νεότερης γενιάς στελεχών που επιχειρεί να δοκιμάσει διαφορετικούς τρόπους πολιτικής έκφρασης-έναν πιο λαϊκιστικό πολιτικό λόγο, ωστόσο το Δημοκρατικό Κόμμα εξακολουθεί να μην είναι ιδιαίτερα δεκτικό σε μια τέτοια μετάβαση. Υπενθυμίζει ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα κεντρώο κόμμα -για τα ελληνικά δεδομένα πολύ πιο κοντά στη Νέα Δημοκρατία παρά στο ΠΑΣΟΚ. Εξ ου και η άνοδος πολιτικών όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ ή νεότερων προοδευτικών υποψηφίων που αναδείχθηκαν στις πρόσφατες προκριματικές αναμετρήσεις στη Νέα Υόρκη, δεν σημαίνει ότι αλλάζει ο χαρακτήρας του κόμματος. Αναδείχθηκαν οι τελευταίοι σε «ασφαλείς» περιφέρειες των Δημοκρατικών και αυτό θα διαφοροποιήσει σε έναν βαθμό τη σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, αλλά απέχει από το να σηματοδοτεί κάποια διαφορετική γραμμή.
Ρωτώντας την ποια είναι σήμερα η κυρίαρχη τάση μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα και ποιο αφήγημα-μήνυμα φαίνεται να επικρατεί, η κ. Φιλήνδρα απαντά πως το ίδιο το κόμμα δεν έχει ακόμη καταλήξει. Το μήνυμα αναζητείται. Όπως εξηγεί, δεν υπάρχει σήμερα ένα ενιαίο αφήγημα που να μπορεί να ενώσει τις διαφορετικές συνιστώσες του Δημοκρατικού Κόμματος και ταυτόχρονα να απευθυνθεί αποτελεσματικά στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους που κρίνουν τις εκλογικές αναμετρήσεις - εκεί βρίσκεται το «κλειδί», στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους.
Η Αλ. Φιλήνδρα εξηγεί ότι η προοδευτική πτέρυγα επιμένει ότι το κόμμα πρέπει να παραμείνει πιστό στην πολυπολιτισμικότητα και σε ένα μήνυμα που δίνει έμφαση στα δικαιώματα όλων των διαφορετικών κοινοτήτων που συνθέτουν την αμερικανική κοινωνία - μήνυμα που βασίζεται στην αντίληψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μία Δημοκρατία η οποία οφείλει να αναγνωρίζει ισότιμα όλες τις κοινωνικές ομάδες και να εξασφαλίζει χώρο και δικαιώματα για όλους.
Την ίδια στιγμή, όμως, το μήνυμα αυτό «διαβάζεται» με τελείως διαφορετικό τρόπο από ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, σημειώνει. Ιδιαίτερα μεταξύ των λευκών ανεξάρτητων ψηφοφόρων -και ακόμη περισσότερο στους πιο συντηρητικούς- έχει εδραιωθεί η αίσθηση ότι οι Δημοκρατικοί δίνουν προτεραιότητα στα δικαιώματα επιμέρους κοινωνικών ομάδων εις βάρος μιας ενιαίας αμερικανικής ταυτότητας, και ότι οι δικές τους ανησυχίες υποβαθμίζονται. Από τη συντηρητική οπτική, συνεχίζει, η αμερικανική εθνική ταυτότητα πρέπει να εδράζεται στις ιστορικές ευρωπαϊκές καταβολές της χώρας, στον χριστιανισμό και στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Αντίθετα, η πολυπολιτισμική αντίληψη των Δημοκρατικών παρουσιάζεται από τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως απειλή για αυτή τη συλλογική ταυτότητα.
Η κα Φιλήνδρα υπογραμμίζει ότι εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό δίλημμα του κόμματος. Αν επιμείνουν πλήρως στο πολυπολιτισμικό μήνυμα, υπάρχει ο φόβος ότι θα δυσκολευτούν να προσελκύσουν τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, και δη τους λευκούς ανεξάρτητους ψηφοφόρους, που αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα εκλογικής νίκης. Αν, αντίθετα, επιχειρήσουν να μετακινηθούν, κινδυνεύουν να αποξενώσουν την ίδια τη βάση τους.
Όπως σημειώνει, αυτή η ισορροπία γίνεται ακόμη δυσκολότερη εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το εκλογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπενθυμίζει ότι ο πρόεδρος δεν εκλέγεται απευθείας από τη λαϊκή ψήφο, αλλά μέσω του Κολεγίου των Εκλεκτόρων, παραπέμποντας και στις περιπτώσεις τόσο της Χίλαρι Κλίντον όσο και του Αλ Γκορ παλαιότερα, οι οποίοι συγκέντρωσαν περισσότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο, χωρίς τελικά να εκλεγούν πρόεδροι, ακριβώς λόγω της λειτουργίας του Κολεγίου. Κατά συνέπεια, οι αλλαγές στις εκλογικές περιφέρειες -το επίμαχο «gerrymandering»- και στη γεωγραφική κατανομή της εκπροσώπησης αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι Δημοκρατικοί δεν αναζητούν μόνο ένα νέο αφήγημα· αναζητούν ένα αφήγημα που να μπορεί να αποδειχθεί εκλογικά αποτελεσματικό μέσα σε ένα σύστημα το οποίο, όπως επισημαίνει, έχει γίνει ολοένα πιο δύσκολο γι' αυτό.
Νοέμβριος στην Αμερική
Περνώντας στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ζητάμε από την Αλεξάνδρα Φιλήνδρα μια ρεαλιστική αποτίμηση των πιθανοτήτων των Δημοκρατικών να ανακτήσουν τουλάχιστον τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Επισημάνει ότι κάθε πρόβλεψη παραμένει εξαιρετικά επισφαλής, και παραπέμπει στο «gerrymandering», δηλαδή στην πρακτική αναχάραξης των ορίων των εκλογικών περιφερειών από τις πολιτειακές νομοθεσίες, με τρόπο που ευνοεί το ένα ή το άλλο κόμμα. Πρόκειται για μια διαχρονική πρακτική της αμερικανικής πολιτικής, η οποία όμως, όπως σημειώνει, έχει αποκτήσει νέα διάσταση.
Παλαιότερα, αναφέρει, οι ανακατανομές γίνονταν πολύ πιο εμπειρικά, πιο «πρόχειρα». Σήμερα, όμως, με τη χρήση εξελιγμένων στατιστικών εργαλείων, υπολογιστικών μοντέλων και εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης, οι πολιτείες μπορούν να σχεδιάζουν τις εκλογικές περιφέρειες με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Σπεύδει πάντως να διευκρινίσει ότι η πρακτική αυτή δεν είναι πάντοτε χωρίς ρίσκο: η υπερβολική αναδιάταξη των περιφερειών μπορεί, όπως λέει, να δημιουργήσει απρόβλεπτες συνέπειες ακόμη και για το κόμμα που την επιχειρεί. Όπως εξηγεί, κάθε νέα χάραξη περιφερειών προϋποθέτει μετακινήσεις ψηφοφόρων από μία περιφέρεια σε άλλη. Έτσι, στην προσπάθεια να ενισχυθεί ένας υποψήφιος, μπορεί να αποδυναμωθεί ένας άλλος Ρεπουμπλικανός που μέχρι πρότινος εκλεγόταν με σχετική άνεση. Γι' αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να αποκλειστεί ενδεχόμενο ορισμένες από αυτές τις κινήσεις να λειτουργήσουν τελικά εις βάρος των ίδιων των Ρεπουμπλικανών.
Ρωτώντας την για αντίστοιχες παρεμβάσεις που επιχείρησαν οι Δημοκρατικοί, μας λέει ότι σε αρκετές περιπτώσεις συνάντησαν δικαστικά εμπόδια. Αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Βιρτζίνια, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας δεν επέτρεψε αλλαγές που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τους Δημοκρατικούς. Στη Νέα Υόρκη, την ίδια στιγμή, το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο φρενάρει τα περιθώρια ανασχεδιασμού των εκλογικών περιφερειών. Στην Καλιφόρνια, αντίθετα, οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν προήλθαν μέσα από δημοψήφισμα και ακολούθησαν διαφορετική διαδικασία. Παράλληλα, σημειώνει ότι η εικόνα παραμένει ρευστή, καθώς αρκετές από αυτές τις υποθέσεις βρίσκονται ακόμη ενώπιον των δικαστηρίων.
Η κα Φιλήνδρα στέκεται ιδιαίτερα στις εξελίξεις που αφορούν τις πολιτείες του αμερικανικού Νότου και ειδικότερα στην πρόσφατη αποδυνάμωση της νομοθεσίας που από το 1965 προέβλεπε ειδικές εκλογικές περιφέρειες σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση Αφροαμερικανών. Όπως εξηγεί, η λογική εκείνης της νομοθεσίας ήταν να διασφαλίζεται ότι οι κοινότητες αυτές θα μπορούσαν να εκλέγουν εκπροσώπους που εξέφραζαν τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις ανάγκες τους. Πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις αποδυνάμωσαν αυτή τη λογική, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες αναδιαμορφώσεις των περιφερειών. Κατ’ επέκταση, διασπώνται οι μέχρι πρότινος συμπαγείς εκλογικές περιφέρειες και μειώνεται η πιθανότητα εκλογής Δημοκρατικών υποψηφίων.
Η όλη εικόνα, συνεπώς, είναι πολύ πιο σύνθετη και κάθε πρόβλεψη για τις ενδιάμεσες τη δεδομένη στιγμή επισφαλής. Υπό κανονικές συνθήκες, σημειώνει η πανεπιστημιακός, η πολιτική φθορά μιας κυβέρνησης θα οδηγούσε πιθανότατα σε ένα ισχυρό «μπλε κύμα» υπέρ των Δημοκρατικών. Σήμερα όμως, υπογραμμίζει, τα δεδομένα είναι πολύ πιο περίπλοκα: «Αν βρισκόμασταν στο 2018, πριν από όλες αυτές τις αλλαγές, θα περιμέναμε ένα πολύ ισχυρό 'blue wave'. Σήμερα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμη και μια καθαρή νίκη των Δημοκρατικών στη λαϊκή ψήφο θα μεταφραστεί σε ανάκτηση του Κογκρέσου». Ένα σενάριο κατά το οποίο οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν οριακά τον έλεγχο του Κογκρέσου δεν μπορεί να αποκλειστεί και αναπόφευκτα θα συνιστά βαρύ πλήγμα για το Δημοκρατικό Κόμμα.
Η κα Φιλήνδρα αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Τέξας, όπου πέντε «μπλε» περιφέρειες ανασχεδιάστηκαν ώστε να ευνοούν πλέον τους Ρεπουμπλικανούς και έπεται συνέχεια στη Φλόριντα και άλλες πολιτείες. Δεν γνωρίζουμε πόσες ακόμα αναδιατάξεις εκλογικών χαρτών θα επιχειρηθούν έως τον Νοέμβριο, όμως οι δυσκολίες δεν περιορίζονται μόνο εκεί. Η ίδια εστιάζει και στις προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών να προωθήσουν το νομοσχέδιο για τους εκλογικούς κανόνες «SAVE Act», το οποίο, εφόσον εφαρμοστεί, θα ενισχύσει τον ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στη διαχείριση των εκλογικών καταλόγων.
Μια τέτοια εξέλιξη, υποστηρίζει, θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετα εμπόδια στη συμμετοχή ορισμένων κατηγοριών ψηφοφόρων, καθώς οποιαδήποτε επιβάρυνση της διαδικασίας εγγραφής ή επανεγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους οδηγεί, κατά κανόνα, σε μείωση της προσέλευσης. «Από τη στιγμή που οι εκλογικοί κατάλογοι συγκεντρώνονται κεντρικά, δημιουργούνται περισσότερες δυνατότητες για παρεμβάσεις», αναφέρει, προσθέτοντας ότι εάν τέτοιες πρακτικές εφαρμοστούν στοχευμένα σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί ακόμη περισσότερο, υποστηρίζει. «Γνωρίζουμε από την Πολιτική Επιστήμη ότι όσο δυσκολεύει η διαδικασία συμμετοχής στις εκλογές, τόσο μειώνεται η συμμετοχή. Και αν οι δυσκολίες αυτές επηρεάζουν δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες ψηφοφόρων, τότε το αποτέλεσμα αποκτά και σαφή πολιτική διάσταση», λέει η κα Φιλήνδρα.
Το πρόσωπο που ακόμη λείπει
Στρέφοντας τη συζήτηση στην επόμενη ημέρα των Δημοκρατικών, πέρα από τις ενδιάμεσες εκλογές, ρωτάμε την Αλεξάνδρα Φιλήνδρα πώς διαμορφώνεται η εικόνα όσον αφορά την κούρσα για το χρίσμα του 2028, που άτυπα έχει ήδη ξεκινήσει, και ποια πρόσωπα φαίνεται να ξεχωρίζουν. Μας απαντά καταρχάς ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος έχει κυβερνητική επάρκεια, αλλά ποιος θα κατορθώσει να εκφράσει με πειστικό τρόπο ένα νέο πολιτικό αφήγημα - ποιος θα μπορέσει να απευθυνθεί σε ένα εκλογικό σώμα που έχει πλέον πολύ διαφορετικές απαιτήσεις από ό,τι πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες. «Το μεγάλο στοίχημα», λέει, «είναι ποιος μπορεί να αναπτύξει ένα μήνυμα που θα κινητοποιήσει όχι μόνο τη βάση των Δημοκρατικών αλλά και τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους».
Διότι οι Δημοκρατικοί, υπογραμμίζει, αντιμετωπίζουν διαχρονικά ένα ακόμη πρόβλημα: η εκλογική τους βάση δεν εμφανίζει την ίδια συνέπεια στη συμμετοχή στις κάλπες με εκείνη των υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως σημειώνει, οι ψηφοφόροι που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα του τραμπικού κινήματος προσέρχονται σχεδόν ανελλιπώς στις εκλογές. Αντίθετα, στους Δημοκρατικούς παραμένει ανοιχτό το ερώτημα ποιοι τελικά θα κινητοποιηθούν την ημέρα της ψηφοφορίας. «Η τραμπική βάση θα πάει να ψηφίσει βρέξει-χιονίσει. Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν αυτή τη βεβαιότητα. Δεν γνωρίζουν κάθε φορά ποιοι από τους ψηφοφόρους τους θα προσέλθουν τελικά στις κάλπες», παρατηρεί.
Ο παράγοντας της συμμετοχής, αυτό καθαυτό το εκλογικό σύστημα, οι επαναχαράξεις περιφερειών, οι διαδικασίες πιστοποίησης των ψηφοφόρων, δημιουργούν ένα πολύ σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, πέρα από το ήδη πολύ μεγάλο επικοινωνιακό έλλειμμα που αντιμετωπίζει το κόμμα, σημειώνει η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Ιλινόι.
Ως προς τα πρόσωπα, η ίδια διακρίνει μια νέα γενιά στελεχών που επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από τον παραδοσιακό, «ακαδημαϊκό» τρόπο πολιτικής επικοινωνίας.
Αναφέρεται ιδιαίτερα στον υποψήφιο των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στην πολιτεία του Μέιν Γκράχαμ Πλάτνερ, ο οποίος, όπως αναφέρει, χρησιμοποιεί έναν σαφώς πιο λαϊκιστικό και απλουστευτικό λόγο, εστιάζοντας στα προβλήματα της μεσαίας τάξης και το κόστος ζωής. Δεν υιοθετεί τον ακαδημαϊκό λόγο που χαρακτήριζε, για παράδειγμα, τον Μπαράκ Ομπάμα, αλλά μιλά με τρόπο απλό και καθημερινό, δίνοντας την αίσθηση ότι συνομιλεί ισότιμα με τον μέσο ψηφοφόρο. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους πολιτικές του θέσεις, η κα Φιλήνδρα αναφέρει ότι έχει κατορθώσει να εμφανίζεται αυθεντικός και ότι αυτή η αυθεντικότητα φαίνεται να προσελκύει νεότερες ηλικίες και να δημιουργεί μια διαφορετική σχέση με το εκλογικό σώμα.
Κατά την άποψή της, το στοιχείο της αυθεντικότητας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην αμερικανική πολιτική. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο τεχνοκρατικά επαρκείς πολιτικοί εκείνοι που κατορθώνουν να κινητοποιήσουν το εκλογικό σώμα, αλλά όσοι δημιουργούν την αίσθηση μιας προσωπικής σχέσης με τους ψηφοφόρους. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η οποία, όπως λέει, έχει συμβάλει στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο επικοινωνεί ένα τμήμα της προοδευτικής πτέρυγας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, κατά την άποψή της, και η περίπτωση του κυβερνήτη της Καλιφόρνια, Γκάβιν Νιούσομ. Όπως επισημαίνει, ο Νιούσομ επιχειρεί συνειδητά να αλλάξει τους όρους της δημόσιας αντιπαράθεσης, χρησιμοποιώντας συχνά το χιούμορ, τη σάτιρα και το «τρολάρισμα» απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. «Ένα από τα προβλήματα των Δημοκρατικών είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ καταλαμβάνει συνεχώς όλο τον δημόσιο χώρο. Είναι σαν μια μηχανή που δεν σταματά ποτέ», δηλώνει, εξηγώντας ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν αυτόν τον ρυθμό. Ο Γκάβιν Νιούσομ επιχειρεί ακριβώς να ανταγωνιστεί τον Τραμπ στο πεδίο της προσοχής, επισημαίνει η Αλεξάνδρα Φιλήνδρα για να διευκρινίσει ότι αυτή η τακτική αφορά κυρίως την επικοινωνία και δεν αρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα.
Ερωτηθείσα για τις προοπτικές του Τζος Σαπίρο στέκεται επιφυλακτική. Αντίθετα, θεωρεί ιδιαίτερα σοβαρή περίπτωση τον κυβερνήτη του Ιλινόι, Τζέι Μπι Πρίτσκερ. Υπογραμμίζει ότι πρόκειται για έναν πολιτικό με σημαντικό κυβερνητικό έργο, ο οποίος έχει στηρίξει την πολιτεία του σε πολλούς τομείς και προετοιμάζεται εμφανώς για μια ενδεχόμενη προεδρική υποψηφιότητα. Παρόλα αυτά, εκφράζει επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο μπορεί να εκπέμψει την αυθεντικότητα που απαιτεί το σημερινό πολιτικό περιβάλλον.
Η πολύ μεγάλη προσωπική του περιουσία και το οικογενειακό του υπόβαθρο ενδέχεται να δυσκολέψουν την προσπάθειά του να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός, καθημερινός πολιτικός που φαίνεται να αναζητά σήμερα ένα σημαντικό μέρος των Αμερικανών ψηφοφόρων, αναφέρει. «Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται έναν νέο Μπιλ Κλίντον. Έναν άνθρωπο για τον οποίο θα έλεγες 'θέλω να πάω να πιω μια μπίρα μαζί του'. Κάποιον που να αποπνέει φυσικότητα και αυθεντικότητα. Αυτή τη στιγμή δεν είμαι βέβαιη ότι βλέπω κάποιον που να το διαθέτει αυτό στον βαθμό που απαιτεί η σημερινή εποχή», σημειώνει.
Κατά την εκτίμησή της, αρκετοί από τους πιθανούς διεκδικητές του χρίσματος θα μπορούσαν να είναι αποτελεσματικοί πρόεδροι, όμως το ζητούμενο, επαναλαμβάνει, είναι να δημιουργηθεί ένα πολιτικό αφήγημα που να μπορεί να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τη σημερινή «οικονομία της προσοχής» (attention economy), χωρίς το κόμμα να απεμπολήσει τον θεσμικό του χαρακτήρα.
Ωστόσο, ότι οι εξελίξεις δεν θα εξαρτηθούν αποκλειστικά από τους Δημοκρατικούς. Όπως αναφέρει η Αλεξάνδρα Φιλήνδρα, ούτε οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν κάποιο ισχυρό πρόσωπο για τη μετά Τραμπ εποχή. Παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τον χαρακτηρισμό «χαρισματικός» για τον ίδιο τον Τραμπ, αναγνωρίζει όμως ότι «είναι χαρισματικός με τον δικό του τρόπο», διαθέτει αυτό το στοιχείο που του επιτρέπει να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή. Αναφέρεται ειδικότερα στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, εκτιμώντας ότι δεν έχει μέχρι στιγμής δείξει πως μπορεί να λειτουργήσει ως φυσικός διάδοχος του Τραμπ. Παράλληλα, θεωρεί ότι ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με το πολιτικό κόστος επιλογών της σημερινής προεδρίας, ιδιαίτερα στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και στο ζήτημα του Ιράν.
Επιστρέφοντας στους Δημοκρατικούς, η κα Φιλήνδρα επιμένει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στα πρόσωπα και εστιάζει σε ένα ακόμα βαθύ πρόβλημα: τον τρόπο με τον οποίο το κόμμα αντιδρά ύστερα από κάθε εκλογική ήττα.
Κατά την εκτίμησή της, οι δύο μεγάλες αμερικανικές παρατάξεις βγάζουν εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα όταν χάνουν εκλογές. Οι Δημοκρατικοί τείνουν να θεωρούν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στους ίδιους: στο μήνυμά τους, στην ίδια την ταυτότητά τους. Ακολουθεί, όπως σημειώνει, μια εξαντλητική διαδικασία ανάλυσης, εσωκομματικών συγκρούσεων και αναζήτησης νέας ταυτότητας που δυσκολεύονται να την ορίσουν. Οι Ρεπουμπλικανοί, αντίθετα, ακολουθούν την ακριβώς αντίθετη λογική. Ιδιαίτερα την τελευταία 15ετία, όταν δέχονται μια εκλογική ήττα δεν αμφισβητούν τη βασική πολιτική τους κατεύθυνση, αλλά καταλήγουν ότι δεν προχώρησαν αρκετά μακριά - «ότι δεν υπήρξαν αρκετά επιθετικοί, αρκετά λαϊκιστές ή αρκετά ακραίοι και, ως εκ τούτου, επιλέγουν να κινηθούν ακόμη περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση. Δηλαδή, ότι πρέπει να κάνουν ακόμη περισσότερο από αυτό που ήδη κάνουν. Όχι ότι πρέπει να αλλάξουν πορεία».
