Κάποια στιγμή, η αφέλεια σταματά να είναι απλώς λάθος και γίνεται συνενοχή. Η Ρωσία έχει ξεπεράσει αυτό το σημείο εδώ και καιρό. Η φωτιά στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, που ξέσπασε κατά τη διάρκεια μιας ακόμη μεγάλης ρωσικής επίθεσης, δεν είναι απλώς ένα ακόμη περιστατικό ενός μακρινού πολέμου. Είναι σύμβολο. Η Λαύρα είναι ένας από τους πιο ιερούς τόπους της ορθόδοξης παράδοσης και της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και τώρα, κάποιοι στην Ελλάδα θα βρουν δικαιολογίες για τη Μόσχα.
Αυτό ακριβώς κάνει τη συζήτηση δυσκολότερη αλλά και αναγκαία. Η Ελλάδα έχει ιστορικούς, θρησκευτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με τη Ρωσία. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν χρειάζεται να τους αρνηθεί. Η μνήμη όμως δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι τύφλωσης. Η πολιτική δεν γίνεται μόνο με αναμνήσεις. Γίνεται με αρχές, συμφέροντα, επιλογές και πράξεις. Και την τελευταία εικοσαετία έχει γίνει απολύτως σαφές ότι η Ελλάδα και η Ρωσία δεν βαδίζουν πια στον ίδιο δρόμο.
Η Ελλάδα έχει επιλέξει τη Δύση. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Στηρίζει, έστω με τις ατέλειες και τις αντιφάσεις της, τη φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την εθνική κυριαρχία. Η Ρωσία του Πούτιν έχει επιλέξει τον αυταρχισμό, την εισβολή, τον ενεργειακό εκβιασμό, τις πολιτικές δολοφονίες, την προπαγάνδα και τη νοσταλγία της αυτοκρατορίας. Δεν πρόκειται για παρεξήγηση ανάμεσα σε παλιούς φίλους. Πρόκειται για στρατηγικό διαζύγιο. Ευτυχώς, η ελληνική κυβέρνηση το έχει ήδη κάνει πράξη στην εξωτερική πολιτική. Τώρα πρέπει να γίνει η ίδια μεταστροφή και κοινωνικά.
Η επίθεση στη Λαύρα δείχνει γιατί αυτή η μεταστροφή δεν είναι απλώς γεωπολιτική. Είναι και ηθική. Το πιο εξοργιστικό στοιχείο της ρωσικής στάσης είναι ότι ντύνει την ισχύ με θρησκευτική γλώσσα. Από τη σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας μέχρι τη σημερινή εργαλειοποίηση της πίστης, η Μόσχα λειτουργεί περισσότερο σαν υπουργείο εξωτερικών με ράσα παρά σαν Εκκλησία. Για το Κρεμλίνο, η Ορθοδοξία δεν είναι μυστήριο ελευθερίας και πίστης. Είναι μηχανισμός επιρροής. Είναι σημαία, γλώσσα, μνήμη και γεωπολιτική.
Έτσι καταρρέουν ένας ένας οι δεσμοί που κάποτε μας έκαναν να βλέπουμε τη Ρωσία με συμπάθεια. Ο θρησκευτικός δεσμός πληγώνεται από την υποταγή της Μόσχας στην κρατική εξουσία. Ο πολιτισμικός δεσμός δηλητηριάζεται από τον κυνισμό της προπαγάνδας. Ο πολιτικός δεσμός αποδεικνύεται ανύπαρκτος κάθε φορά που η Ρωσία επενδύει σε δίκτυα αποσταθεροποίησης στη Δύση και στην Ελλάδα. Και ο συναισθηματικός δεσμός μετατρέπεται σε καταφύγιο για όσους αρνούνται να δουν αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους.
Αυτή η άρνηση δεν είναι τυχαία. Η Ρωσία διεξάγει έναν πραγματικό ψυχολογικό πόλεμο στη Δύση. Δεν προσπαθεί απαραίτητα να μας πείσει ότι έχει δίκιο. Της αρκεί να μας κάνει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα. Θέλει η αλήθεια να μοιάζει με προπαγάνδα, η προπαγάνδα με άποψη, η εισβολή με άμυνα και η δειλία με ρεαλισμό. Στο παιχνίδι του Πούτιν και του Λαβρόφ, ο καλύτερος ρόλος που θα μπορούσε να παίξει η Ελλάδα είναι είτε του παράγοντα αποσταθεροποίησης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ είτε του χρήσιμου ηλιθίου. Από τη στιγμή που πάψαμε να είμαστε διαθέσιμοι για έναν από αυτούς τους δύο ρόλους, οι σχέσεις μας με τη Μόσχα χειροτέρευσαν.
Ποιοι συνεχίζουν λοιπόν να στηρίζουν τη Ρωσία εντός και εκτός συνόρων; Οι κυνικοί που θα θυσίαζαν κάθε μικρό έθνος στον βωμό μιας προσωρινής «ισορροπίας δυνάμεων». Οι αντιδυτικοί που μισούν τόσο πολύ τον δυτικό πολιτισμό ώστε συγχωρούν κάθε αυταρχική πράξη της Μόσχας. Οι ακροδεξιοί που βλέπουν στον Πούτιν έναν λευκό τσάρο. Οι παλαιοαριστεροί που δεν ξεπέρασαν ποτέ τον σοβιετικό ρομαντισμό τους και τη συντριβή στην οποία τους οδήγησε. Και, τέλος, όσοι πιστεύουν ότι η αντίσταση στην «παγκοσμιοποίηση» περνά μέσα από την αγκαλιά μιας πυρηνικής αποικιοκρατικής απολυταρχίας.
Η ελευθερία δεν μπορεί να επιβιώσει όταν κρατάμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον εισβολέα και το θύμα. Η Ελλάδα, που ξέρει καλά τι σημαίνει απειλή αναθεωρητισμού, δεν έχει την πολυτέλεια να ζει με φιλορωσικές αυταπάτες. Το ζήτημα δεν είναι τι άλλο πρέπει να κάνει η Ρωσία για να καταλάβουμε ποια είναι. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι άλλο πρέπει να πάθουμε εμείς για να σταματήσουμε να κάνουμε πως δεν βλέπουμε.
